της Νικολέττας Κόρκα (*)
Υπάρχει ένα ρητό που, σε διαφορετικές παραλλαγές, επανέρχεται για να υπενθυμίσει τη στενή σχέση ανάμεσα στο ταξίδι και την αφήγηση: όποιος ταξιδεύει έχει ιστορίες να διηγηθεί. Σύμφωνα με τον John Zilcosky (2008: 3), «οι σύγχρονοι κριτικοί προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι κάθε αφήγηση αποτελεί μια μορφή ταξιδιού». Ίσως, λοιπόν, να είναι ακριβώς αυτή η επιθυμία για μια αλλαγή «τόπου», η επιθυμία να ταξιδέψουμε μέσα από την ανάγνωση, που οδηγεί πολλούς ανθρώπους στη Λογοτεχνία. Και vice versa, η ανάγνωση της Λογοτεχνίας μάς διδάσκει να αφηγούμαστε τις δικές μας ιστορίες, να δίνουμε μορφή στις εμπειρίες μας και να αναγνωρίζουμε μέσα σε αυτές τις διαδρομές που μας διαμόρφωσαν. Η Λογοτεχνία για Παιδιά, ειδικότερα, αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση αυτή τη σχέση ανάμεσα στον τόπο και το ταξίδι. Με τη διαπολιτισμική της δύναμη, προσφέρει τόσο «μια αλλαγή τόπου» όσο και μια αίσθηση του τόπου. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, αποτελεί έναν ουσιαστικό τρόπο προσέγγισης και κατανόησης του τόπου (Flegar & Miskec, 2024: 1). Οι εμβληματικοί τόποι της Λογοτεχνίας για Παιδιά είναι, τουλάχιστον εν μέρει, εμβληματικοί ακριβώς εξαιτίας της φύσης του κοινού στο οποίο απευθύνεται: τα παιδιά, ως επί το πλείστον, έχουν περιορισμένη δυνατότητα αυτόνομης μετακίνησης. Η Λογοτεχνία μπορεί έτσι να τους προσφέρει τη δυνατότητα να ταξιδέψουν εκεί όπου η πραγματική μετακίνηση δεν είναι πάντοτε εφικτή. Οδυνηρή, ωστόσο, εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις αναγκαστικής μετακίνησης, κατά τις οποίες το ταξίδι δεν αποτελεί πλέον επιλογή αλλά ανάγκη. Τότε τα παιδιά, συχνά ασυνόδευτα και υπό την απειλή ενός πολέμου, διασχίζουν τα σύνορα ως πρόσφυγες, αφήνοντας πίσω τους τον τόπο, το σπίτι και, συχνά, ένα κομμάτι της ίδιας τους της ζωής.
Μια τέτοια ιστορία αφηγείται και το εικονοβιβλίο Το λιοντάρι και το κορίτσι των Δέσποινας Ηρακλέους και της Φωτεινής Στεφανίδη από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Ή μάλλον, για να μιλήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, δύο τέτοιες ιστορίες προσφυγιάς, με ιδιαίτερη ιστορική αξία η καθεμία, οι οποίες διαπλέκονται και συναποτελούν ένα όλο σε μια αφήγηση και μια μοναδική χρονική συγκυρία, εκτυλίσσονται στο βιβλίο. Στο λιμάνι του Πειραιά τον Αύγουστο του 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, φτάνουν πακεταρισμένα σε χαρτόκουτα εκθέματα από το Κυπριακό Αρχαιολογικό Μουσείο με το πλοίο Οινούσσαι, τα οποία διασώθηκαν από τον Βάσο Καραγιώργη, διευθυντή του Κυπριακού Μουσείου. Τα εκθέματα αυτά, ένα μήνα μετά, θα καταλήξουν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, όπου εκτίθεντο επί τέσσερα χρόνια ως «προσφυγική έκθεση» του Κυπριακού Μουσείου, προτού πάρουν το ταξίδι της επιστροφής για την πατρίδα τους. Στο ίδιο λιμάνι, όμως, καταφθάνουν με το πλοίο Πάτρα και ασυνόδευτα παιδιά από την Κύπρο, ηλικίας από 6 έως 17 χρονών, των οποίων την αναδοχή ανέλαβε η Ιερά Μητρόπολη Ηλείας. Συνολικά, χιλιάδες παιδιά από την Κύπρο που καταφθάνουν στην Ελλάδα στέλνονται είτε σε ορφανοτροφεία και οικοτροφεία είτε υιοθετούνται από οικογένειες. Είναι, όπως γράφει η συγγραφέας Δέσποινα Ηρακλέους, στο επίμετρο του βιβλίου, όπου παρατίθεται το ιστορικό υπόβαθρο της αφήγησης, «τα ασυνόδευτα παιδιά της Κύπρου».
Η εικονογράφηση της Φωτεινής Στεφανίδη, ήδη από το εξώφυλλο, μας τοποθετεί κατευθείαν στον ιστορικό τόπο, τον τόπο άφιξης, το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, αλλά και τον λογοτεχνικό τόπο ταξιδιού των ηρώων, αυτόν που διασχίζει πετώντας το κορίτσι-πρόσφυγας στην πλάτη ενός λιονταριού, ανάμεσα στο ορφανοτροφείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Η αφήγηση ξεκινά παραθέτοντας recto verso τη ρεαλιστική εικονογράφηση της Φωτεινής Στεφανίδη για τα δύο πλοία· από το ένα κατεβαίνουν παιδιά, από το άλλο κιβώτια· το πρώτο φτάνει ημέρα, το δεύτερο νύχτα, στο πλαίσιο της μυστικής αποστολής διάσωσης των αρχαιοτήτων. Αρχικά, μοιάζουν να εκτυλίσσονται δύο ξεχωριστές ιστορίες, το νήμα των οποίων, όμως, η αφήγηση θα υφάνει, ώστε τελικά να επιστρέψουν στην ίδια αφετηρία: την πατρίδα, τις ρίζες τους.
Το φτερωτό λιοντάρι, με την κορόνα στο κεφάλι, εμφανίζεται για πρώτη φορά μια φθινοπωρινή νύχτα, μαζί με έναν σιωπηλό, μικροκαμωμένο κύριο με γυαλιά, τον κύριο Βάσο. Εμφανίζεται, όμως, και στην Ειρήνη, ένα κορίτσι που κλαίει αναζητώντας τη μητέρα και τη γιαγιά της, τον κήπο και το σπίτι της. Φαίνεται πως το λιοντάρι ακούει τον πόνο των ανθρώπων και βρίσκεται εκεί για να τους προσφέρει τη ζεστασιά του τριχώματός του. Βρίσκεται εκεί για να μεταφέρει την Ειρήνη από το ορφανοτροφείο στο Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου συναντά άλλα «προσφυγάκια» από τον τόπο της: τα αγάλματα που έχουν φτάσει από την Κύπρο. Βρίσκεται εκεί και για να ακούει τις ιστορίες του κυρίου Βάσου για τα αγάλματα.
Τα παιδιά και τα αγάλματα μοιράζονται την ίδια ιστορία ξεριζωμού. Κι όμως, τα αγάλματα φαίνεται να προσφέρουν παρηγοριά στα ξεριζωμένα παιδιά. Κι αυτό διότι «κάθε άγαλμα […] ακόμα και το πιο μικρό μάς δείχνει πάντα πού ανήκουμε. Μας οδηγεί σε όσα αφήσαμε πίσω στην πατρίδα», όπως χαρακτηριστικά γράφει η Δέσποινα Ηρακλέους μέσα από τα λόγια του κυρίου Βάσου. Έτσι, η ιστορία του βιβλίου Το λιοντάρι και το κορίτσι δεν είναι άλλη μια ιστορία περιγραφής της προσφυγικής εμπειρίας επικεντρωμένης στο επικίνδυνο ταξίδι προς την αναζήτηση ενός ασφαλούς τόπου για να ζήσει κανείς, ένα μοτίβο που εμφανίζεται πολύ συχνά στη Λογοτεχνία για Παιδιά (Ward & Warren, 2019: 405), αλλά αντιθέτως επικεντρώνεται στην πολυπλοκότητα της οικοδόμησης μιας ζωής σε έναν νέο τόπο, μιας ζωής γεμάτης νόστο και απώλεια.
Το ίδιο το λιοντάρι, όμως, δεν είναι απλώς ένας ακόμη ανθρωπόμορφος χαρακτήρας της Λογοτεχνίας για Παιδιά. Τα παιδιά-πρόσφυγες επιστρέφουν τελικά με το καράβι στον τόπο τους και, μαζί με την αναχώρησή τους, εξαφανίζεται και το λιοντάρι. Τα «προσφυγάκια», αντίθετα, θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να επιστρέψουν. Στο μεταξύ, πολλοί άνθρωποι θα περάσουν από το μουσείο για να τα επισκεφθούν. Όταν, όμως, έρθει η ώρα της επιστροφής, ο κύριος Βάσος, που έχει ταξιδέψει μαζί τους, θα ξανασυναντήσει την Ειρήνη, σε μια στιγμή γεμάτη δάκρυα ανακούφισης και συγκίνησης. Είναι τότε που το λιοντάρι αποκαλύπτει βαθύτερα τη σημασία του. Λειτουργεί ως σύμβολο της πολιτισμικής μνήμης, μιας μνήμης που υπερβαίνει τα όρια της τυπωμένης σελίδας και συνδέει την προσωπική ιστορία του κοριτσιού με την ιστορία και την πολιτισμική κληρονομιά του τόπου της. Το φτερωτό λιοντάρι παραπέμπει, έτσι, σε ένα άλλο, υπαρκτό πολιτισμικό σύμβολο το ενετικό φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, που δεσπόζει στα Μεσαιωνικά Τείχη της Αμμοχώστου.
Tο βιβλίο Το κορίτσι και το λιοντάρι μπορεί ακόμη να αναγνωστεί διακειμενικά (Riffaterre, 1994) ανάμεσα στο βιβλίο Το άγαλμα που κρύωνε του Χρήστου Μπουλιώτη και της Φωτεινής Στεφανίδη, οι οποίοι εμπνευσμένοι από το πραγματικό άγαλμα «Το προσφυγάκι» μας αφηγούνται την ιστορία του μικρού βοσκόπουλου-αγάλματος που επιθυμεί να γυρίσει στην πατρίδα του, αλλά και στο βιβλίο της Άννας Καππάνου, Όταν μας άφησε η θάλασσα, όπου η συγγραφέας αφηγείται, επίσης, την ιστορία των ασυνόδευτων παιδιών- προσφύγων από την Κύπρο. Στο βιβλίο όμως, Το κορίτσι και το λιοντάρι, οι δύο ιστορίες, αυτή των παιδιών και αύτη την αγαλμάτων, η ιστορία και η μυθοπλασία διαπλέκονται, αναδεικνύοντας τα αγάλματα ως φορείς ή αλλιώς ως τόπους μνήμης, αλλά και ως γέφυρες σύνδεσης των παιδιών με τις ρίζες τους, με την ιστορία και την τέχνη του τόπου τους.
Με τον άμεσο, αλλά ζεστό λόγο της Ηρακλέους, της Κύπριας συγγραφέως, που έχει προσεγγίσει το θέμα της προσφυγιάς και στο παρελθόν (βλ. Ρίχλα, 2022) ως αποτύπωμα του διαγενεακού τραύματος που η ίδια βιώνει, όπως έχει εξομολογηθεί σε συνεντεύξεις της, αλλά και τη ζωντάνια της εικονογράφησης της Φωτεινής Στεφανίδη, με την ιδιαίτερη σφραγίδα των εκδόσεων Καλειδοσκόπιο, ενός εκδοτικού οίκου που πλαισιώνει πάντα νεότροπα και με ευαισθησία το παιδικό βιβλίο, ο Βάσος Καραγιώργης συνοδεύει, άλλη μια φορά, τα προσφυγάκια στην πατρίδα τους.
(*) H Νικολέττα Κόρκα, μέλος Ε.ΔΙ.Π., Τ.Ε.Ε.Α.Π.Η., Πανεπιστήμιο Πατρών.
Αναφορές
Flegar, Ž., & Miskec, J. M. (2024). Introduction: Children’s Places, Spaces, Literature, and Culture. In B. Flegar & J. M. Miskec (Eds.) Children’s Literature in Place (pp. 1-10). Routledge.
Riffaterre, M. (1994). Intertextuality vs. Hypertextuality. New Literary History, 25(4), 779-788. https://doi.org/10.2307/469373
Zilcosky, J. (2008). Writing Travel: the Poetics and Politics of the Modern Journey. University of Toronto Press.
Ward, N. A. & Warren. A. N. (2020). “In Search of Peace”: Refugee Experiences in Children’s Literature. The Reading Teacher, 73(4), 405-413. https://doi.org/10.1002/ trtr.1849
INFO
Δέσποινα Ηρακλέους – Φωτεινή Στεφανίδη, Το λιοντάρι και το κορίτσι, Καλειδοσκόπιο, 2026























