Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Για το “Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι” (του Θανάση Χρήστου)

Για το “Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι” (του Θανάση Χρήστου)

0
17

 

Του Θανάση Χρήστυ (*)

Το βιβλίο «Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι. Μια αληθινή ιστορία» του Ξενοφώντα Κοντιάδη συγκροτεί μία ευφυή συμβολή στον δημόσιο διάλογο για μία από τις πλέον τραυματικές περιόδους της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, εκείνη της δεκαετίας του 1940, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Μέσα από την ιστορία δύο ανθρώπων που ξεκίνησαν ως φίλοι και κατέληξαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, ο συγγραφέας επιχειρεί όχι μόνο να αφηγηθεί γεγονότα αλλά κυρίως να φωτίσει με επιδεξιότητα τα βαθύτερα ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά ρήγματα που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική Ελλάδα.

Κεντρικός πυλώνας της συζήτησης είναι το φαινόμενο του Δωσιλογισμού, το οποίο εξακολουθεί να προκαλεί ακόμη και σήμερα ζωηρό ενδιαφέρον στην ελληνική κοινωνία. Η συγκεκριμένη τάση δεν πηγάζει από μία νοσηρή περιέργεια αλλά από την ανάγκη λυσιτελούς κατανόησης της προδοσίας και της συλλογικής μνήμης. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην Ελλάδα η τιμωρία των συνεργατών των κατακτητών υπήρξε από περιορισμένη έως ανύπαρκτη, καθώς ο Εμφύλιος Πόλεμος που ακολούθησε μετέβαλε άρδην τις πολιτικές προτεραιότητες. Και τούτο, διότι πολλοί δωσίλογοι ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό, γεγονός που δημιούργησε ένα διαχρονικό αίσθημα κατάφωρης αδικίας και ένα ανεπούλωτο ιστορικό τραύμα που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.

Ταυτόχρονα, ο Κοντιάδης βαθύς γνώστης των συνταγματικών θεσμών και της ιστορίας της ομόλογης περιόδου αναδεικνύει με επιδεξιότητα τον Δωσιλογισμό ως μία «ανατομία του φόβου», αμέσως μετά τα δύο ιστορικά του μυθιστορήματα «Η τρέλα ν’ αλλάξουν τον κόσμο» (2022) και «Η νύχτα που έφυγε ο Παύλος» (2023). Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος συνεργάσθηκε με τον κατακτητή αλλά κυρίως γιατί το έκανε. Η επιβίωση, ο ιδεολογικός φανατισμός, ο αντικομμουνισμός ή και ο καιροσκοπισμός συνθέτουν ένα περίπλοκο και προκλητικό πλέγμα κινήτρων, το οποίο καθιστά την ιστορική αποτίμηση δύσκολη αλλά σε κάθε περίπτωση αναγκαία. Η συγκεκριμένη εποχή διαπνεόταν από έναν αόριστο φόβο απέναντι στον λεγόμενο «εσωτερικό εχθρό», τον κομμουνισμό. Για σημαντικό τμήμα της αστικής τάξης, το ενδεχόμενο μιας κοινωνικής επανάστασης υπερίσχυε ακόμη και της αποστροφής προς τον κατακτητή. Ως εκ τούτου, η συνεργασία με τις κατοχικές αρχές εκλογικευόταν ως ανάχωμα απέναντι στον «σοβιετικό κίνδυνο».

Από την άλλη πλευρά, το ΕΑΜ απέκτησε μαζική απήχηση στα λαϊκά στρώματα ακριβώς επειδή εξέφρασε αρχικά ένα ευρύ εθνικοαπελευθερωτικό όραμα, ικανό να υπερβεί τις ταξικές και ιδεολογικές διαφορές. Πολλοί πατριώτες που δεν ανήκαν στην αριστερά επέλεξαν να συνεργασθούν με την αντίσταση, θεωρώντας ότι η απελευθέρωση της χώρας αποτελούσε υπέρτατο καθήκον. Έτσι, η αντιπαράθεση ανάμεσα στον φόβο και το όραμα, ανάμεσα στον συμβιβασμό και την αντίσταση αποτελεί τον εσώτερο πυρήνα του βιβλίου.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στον κατοχικό πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο, προπάππο του συγγραφέα και πεθερό που έχασε τον γαμπρό του από τον γερμανικό βομβαρδισμό ανήμερα του Πάσχα του 1941 στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων, τον Ξενοφώντα Κοντιάδη, παππού επίσης του πνευματικού δημιουργού του ομόλογου έργου.

Ο Λογοθετόπουλος παρουσιάζεται ως εύγλωττη περίπτωση ανθρώπου που αξιοποίησε το κενό εξουσίας της Κατοχής, προκειμένου να διατηρήσει και να ενισχύσει το κοινωνικό και επιστημονικό του κύρος. Αντίθετα, η μορφή του φίλου και συναδέλφου του στο Πανεπιστήμιο Πέτρου Κόκκαλη προβάλλεται ως υπόδειγμα ανθρώπου που αντιμετώπισε την αντίσταση ως προσωπικό και πατριωτικό χρέος. Η αντιπαραβολή και η αντίστιξη των δύο αυτών προσωπικοτήτων αναδεικνύει εμφατικά τα διαφορετικά ηθικά διλήμματα της εποχής.

Ο συγγραφέας επισημαίνει ακόμη ότι οι νεότερες γενιές έχουν σοβαρούς λόγους να ενδιαφέρονται για εκείνη την περίοδο. Η Κατοχή και ο Εμφύλιος δεν αποτελούν μακρινά και ξεχασμένα επεισόδια, αλλά γεγονότα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις πολιτικές ταυτότητες, τις οικογενειακές αφηγήσεις και τη συγκρότηση εν τέλει της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Ακόμη, και η διαμόρφωση της αστικής τάξης ή ο τρόπος με τον οποίο ορισμένοι απέκτησαν πλούτο και εξουσία συνδέονται άμεσα με τις συνθήκες της περιόδου εκείνης.

Ιδιαίτερη σημασία επίσης αποκτά η έννοια της «μετα-μνήμης». Οι νεότεροι άνθρωποι δεν ευθύνονται για τις πράξεις των προγόνων τους. Φέρνουν, ωστόσο, ενεργά μέσα τους το πρόταγμα της διαχείρισης και της κατανόησης της ιστορικής μνήμης. Η ιστορική έρευνα ακόμη και όταν πραγματοποιείται από μη επαγγελματίες ιστορικούς μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη και πολύτιμη, εφόσον στηρίζεται σε μία δοκιμασμένη μεθοδολογική στρατηγική, σε μία εξίσου επίμονη διασταύρωση των πηγών και σε ένα ανυπόκριτο κριτικό πνεύμα. Ως εκ τούτου, η ιστορία παύει να αποτελεί πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης και μετατρέπεται σε εργαλείο εθνικής αυτογνωσίας.

Το  «Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι» δεν είναι απλώς ένα ιστορικό αφήγημα αλλά είναι μία βαθιά οξυδερκής μελέτη απέναντι στον φόβο, την εξουσία, τον αναστοχασμό και τη μνήμη. Μέσα από το παρελθόν ο χαλκέντερος και χαρισματικός Ξενοφών Κοντιάδης μάς προσκαλεί να αναλογισθούμε τα ηθικά διλήμματα του παρόντος, τις διαχρονικές αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης, τη διαρκή αναζήτηση της αλήθειας και την ειλικρινή σχέση μας με την ιστορία. Ένα στοίχημα που φαίνεται να κερδίζει, αφήνοντας έντονο το αποτύπωμά του στην ανανοηματοδότηση της σύγχρονης πραγματικότητας. Διακύβευμα ενδεχομένως που θα επανακριθεί στο επόμενο έργο του!

(*) Καθηγητή Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Προέδρου του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας, και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

 

Ξενοφών Κοντιάδης, «Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι. Μια αληθινή ιστορία», Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2026

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΤο θέατρο «Σταθμός» έγινε 10 ετών – Ρεπερτόριο – Προπώληση: 10 ευρώ (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ