Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΜΙΚΡΑ ΚΡΙΤΙΚΑ Βιβλία από γυναίκες συγγραφείς που αξίζει να διαβαστούν (της Αλεξάνδρας Χαΐνη)

Βιβλία από γυναίκες συγγραφείς που αξίζει να διαβαστούν (της Αλεξάνδρας Χαΐνη)

0
109

 

της  Αλεξάνδρας Χαΐνη

Το τελευταίο διάστημα έφτασαν στα χέρια μου αρκετά βιβλία γραμμένα από γυναίκες συγγραφείς. Διαβάζοντάς τα διαπίστωσα πολλά κοινά στοιχεία σε σχέση με τη θεματολογία τους που σε πολλές περιπτώσεις άπτεται και της επικαιρότητας: κακοποίηση, βίαιοι θάνατοι και απώλειες, οικογένειες σε βαθιά κρίση, περίπλοκες σχέσεις, απομάκρυνση από την εστία, μοναξιά, ζητήματα ταυτότητας. Πρόκειται για βιβλία γραμμένα με τόλμη, ενίοτε και με χιούμορ, σίγουρα πάντως χωρίς περιστροφές και χωρίς να εκβιάζουν το συναίσθημα.

Δεν θα ήθελα να μιλήσω για γυναικεία γραφή – η λογοτεχνία είναι μία. Ωστόσο, επειδή κάπως πρέπει να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, γράφω εδώ μόνο για βιβλία γραμμένα από γυναίκες συγγραφείς με την υπόσχεση να επιστρέψω στα bains mixtes σε επόμενη φάση. Κάποιες φορές πάντως σκέφτομαι ένα «παιχνίδι»: να είχαμε φερειπείν τη δυνατότητα –έστω μια φορά, σαν πείραμα- να διαβάσουμε βιβλία χωρίς να γνωρίζουμε το φύλο του/της συγγραφέα και να πρέπει να το μαντέψουμε. Ποιο θα ήταν άραγε το ποσοστό «επιτυχίας»;

Επί του προκειμένου, τα 15 βιβλία του σημειώματος που ακολουθεί εκδόθηκαν κυρίως το 2026, αλλά υπάρχουν και κάποια παλαιότερα, τα οποία αξίζει να διαβαστούν και να αγαπηθούν. Είναι κυρίως λογοτεχνικά, νουβέλες, μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων – εκτός από ένα, Το Ρεπορτάζ της Ελίζας Τριανταφύλλου, που είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος, ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, όμως ο τρόπος γραφής του και όσα περιγράφει θυμίζουν έντονα fiction (το κακό είναι ότι αυτό που ζήσαμε και ζούμε δεν είναι μυθοπλασία). Bonus το βιβλίο της Εύας Μπέη με θέμα τα κατοικίδια, που πέρασαν από το κατώφλι της παιδιόθεν.

Στη λίστα υπάρχουν νέες συγγραφείς αλλά και μερικές δοκιμασμένες στον αγώνα της γραφής. Όλες ξεχωρίζουν για το διακριτό, θα έλεγα, ύφος τους και τις αφηγηματικές τεχνικές τους που παρεκκλίνουν από το προφανές και το συνηθισμένο. Έχω επιχειρήσει μια κατηγοριοποίηση σε σχέση με το θέμα στο οποίο εστιάζουν (παρότι κάποια μπορούν να ενταχθούν σε περισσότερες από μια κατηγορίες) – ελπίζω να είναι βοηθητική.

 

Έγκλημα και τιμωρία

Μανίνα Ζουμπουλάκη, Πεθαίνω για σένα | εκδόσεις Παπαδόπουλος: Θα ξεκινήσω με το καινούργιο βιβλίο της Μανίνας Ζουμπουλάκη. Θέμα του οι γυναικοκτονίες. Χωρίς να εγκαταλείπει το χιούμορ και το ξεχωριστό ύφος της, η συγγραφέας καταπιάνεται με ένα πολύ άγριο και δυστυχώς επίκαιρο θέμα. Μια γυναίκα κινδυνεύει από τον εν διαστάσει σύζυγό της. Το μυθιστόρημα μάλιστα ξεκινά με μια σκηνή ακραίας βίας ανάμεσα στο ζευγάρι, αφήνοντας τους αναγνώστες σε κατάσταση αγωνίας. Το τι ακριβώς συνέβη θα το αφηγηθεί σε φλάσμπακ, χτίζοντας αριστοτεχνικά την ένταση. Το Πεθαίνω για σένα είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα. Η πρωταγωνίστριά του, παρότι νοσηλεύτρια σε δημόσιο νοσοκομείο η οποία έρχεται καθημερινά αντιμέτωπη με περιστατικά κακοποίησης, ουδέποτε είχε σκεφτεί πως θα μπορούσε και εκείνη να βρεθεί σε αντίστοιχη θέση. Η ίδια η Μανίνα Ζουμπουλάκη σημειώνει στο επίμετρο του βιβλίου της ότι εμπνεύστηκε από πραγματικές ιστορίες γυναικών που κακοποιήθηκαν, τονίζοντας ότι «οι κακοποιητές και οι γυναικοκτόνοι δεν είναι τέρατα που βγάζουν φωτιές από το στόμα, είναι “κανονικοί” άντρες με κανονικές δουλειές».

 

Μάρω Κακαβέλα, Το καλοκαίρι του σκύλου | εκδόσεις Στερέωμα: Η Μάρω Κακαβέλα, στο δεύτερο βιβλίο της, ασχολείται με ένα επίσης επίκαιρο και εξαιρετικά επώδυνο θέμα. Τον θάνατο δύο παιδιών, του Νικόλα και του Γιάννου. Ο πρώτος φαίνεται να είναι θύμα Κρητικής βεντέτας, ο δεύτερος παρασύρεται από έναν μεθυσμένο οδηγό ταξί στην Αθήνα. Αν και οι δύο υποθέσεις δεν έχουν κάποια εμφανή σύνδεση, υπάρχουν κάποια διακριτά κοινά σημεία: οι δύσκολες σχέσεις των παιδιών με τους γονείς τους, τα τραύματα που έχουν επωμιστεί από πολύ νεαρή ηλικία, θέματα αποδοχής και ταυτότητας μέσα σε ένα επιβαρυμένο κοινωνικό πλαίσιο. Στο επίκεντρο, ωστόσο, η Κακαβέλα βάζει τον πατέρα του Γιάννου, Ηλία, ο οποίος θεωρείται ως ο βασικός ύποπτος για το φόνο του οδηγού που παρέσυρε τον γιο του αμέσως μετά την αποφυλάκισή του. Η συγγραφέας δεν χαρίζεται στους ήρωές της, τους βάζει δύσκολα διλήμματα τα οποία μεταφέρονται κατά κάποιον τρόπο και στους αναγνώστες. Η  αφήγηση είναι πολυφωνική, άλλοτε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο, ενώ παρεμβάλλονται οι καταθέσεις του Ηλία στον αστυνόμο Νικήτα. Το ύφος της Κακαβέλα είναι στακάτο, άμεσο, σχεδόν προφορικό. Οι φράσεις και οι λέξεις της δε, κάποιες φορές είναι γροθιά στο στομάχι.

 

Yurieth Romero, Οι επισκέπτριες | μετ. Δέσποινα Δρακάκη, εκδόσεις Carnίvora: Το εντυπωσιακό ντεμπούτο της Αφροκολομβιανής συγγραφέως Yurieth Romero Οι επισκέπτριες, μας μεταφέρει τις σκληρές συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές της Κολομβίας. Δεν το κάνει όμως άμεσα, με περιγραφές της κατάστασης στα σωφρονιστικά ιδρύματα της χώρας της, αλλά μέσα από τις σπαρακτικές ιστορίες των θηλυκοτήτων που συναντώνται κάθε Κυριακή στην είσοδό τους για να επισκεφθούν κάποιον δικό τους. Η Κιάρα, η «Παράξενη», η Κατερίνε, γυναίκες, μητέρες, αδερφές, όλες τους στο περιθώριο της κοινωνίας, επισκέπτριες και ταυτόχρονα επιζήσασες κακοποιητικών σχέσεων, μαρτυρίων και της απόλυτης απαξίωσης από τον κοινωνικό τους περίγυρο. Γυναίκες γεμάτες πόνο και πικρία αλλά κυρίως γυναίκες ανθεκτικές, με επιμονή και έντονη επιθυμία για κάτι καλύτερο, παρόλο που η ζωή δεν τους το υπόσχεται – κάθε άλλο. «Οι επισκέπτριες είναι οι φωνές όλων των γυναικών που κατοικούν μέσα μου. Η καθεμιά τους έχει κάτι από τις αδερφές, τις θείες, τη γιαγιά, τη μαμά, τις φίλες και τις ξαδέρφες μου», λέει η ίδια η Romero.

 

Michèle Pedinielli, Πίσω από τα σκυλιά, μετ. Γιάννης Καυκιάς, εκδόσεις Πόλις: Βάζω σε αυτή την κατηγορία και το Πίσω από τα σκυλιά της ιταλο-κορσικανής Michèle Pedinielli, επειδή, παρότι πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, στα χνάρια μάλιστα του Αντρέα Καμιλλιέρι, δίνει κοινωνικο-πολιτική διάσταση στο έγκλημα, αποφεύγοντας το στερεότυπο των μυθιστορηματικών «κακών» και «καλών». Εδώ, η ιδιωτική ντετέκτιβ Ντιου Μποκανέρα αναλαμβάνει να εξιχνιάσει τη δολοφονία ενός νεαρού πρόσφυγα από την Ερυθραία, το πτώμα του οποίου ανακαλύπτει στην πρωινή βόλτα της στα περίχωρα της Νίκαιας. Η Μποκανέρα θα δοθεί ψυχή τε και σώματι στην έρευνα, εφαρμόζοντας συχνά αντισυμβατικές έως και επικίνδυνες για τη ζωή της μεθόδους. Στην πορεία θα αποκαλύψει τη δράση μιας ομάδας νεοφασιστών, αλλά και τα περίπλοκα δίκτυα που προστατεύουν/καταδιώκουν όλους εκείνους που προσπαθούν να βρουν μια καλύτερη τύχη στην Ευρώπη, εγκαταλείποντας τις εμπόλεμες χώρες τους. Είναι το δεύτερο βιβλίο της σειράς Μποκανέρα, που βγαίνει από τις εκδόσεις Πόλις και μας έχει ανοίξει η όρεξη να τα διαβάσουμε όλα.

Απώλεια 

Πελαγία Μπότση, Ο φτωχός συγγενής, εκδόσεις Ενύπνιο: «Ο πατέρας είχε πλάσει την απώλειά του πολύ πριν εκπνεύσει.» Η Πελαγία Μπότση, στο πρώτο της συγγραφικό εγχείρημα μπαίνει στα βαθιά. Θέμα της η απώλεια του πατέρα και η διαχείριση της νέας συνθήκης από τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας. Κεντρικό πρόσωπο, ο γιος Κώστας, ο οποίος αναλαμβάνει να ενημερώσει την οικογένεια (ένα μεγάλο κομμάτι της οποίας δεν γνωρίζει σχεδόν) για το δυσθεώρητο χρέος του εκλιπόντος και την επιθυμία του να αποποιηθεί την «κληρονομιά» του. Ο μικρόκοσμος της αγίας οικογένειας με τα πάθη και τις στερεοτυπικά πατριαρχικές συμπεριφορές της, στριμώχνονται σε έναν μικρό δρόμο στα Πατήσια, όπου ξαδέρφια, μια τρανς γειτόνισσα και ένας σκύλος-μάρτυρας, προσπαθούν να ξεμπλέξουν το κουβάρι που άφησε πίσω του ο πατέρας. Οι αναγνώστες θα αναγνωρίσουν στοιχεία των δικών τους οικογενειακών βιωμάτων, των σχέσεων που απορυθμίζονται όταν τις ξαφνιάζει ο θάνατος, της δυσκολίας να αποδεχτούμε τη διαφορετικότητα. Η νουβέλα της Μπότση έχει ρυθμό και η αφήγηση ρέει, αν και σε κάποια σημεία, θα προτιμούσα λιγότερες λεπτομέρειες. Περιμένω το επόμενο βιβλίο της.

 

Ματίνα Αποστόλου, Ρίζες, εκδόσεις Ίκαρος: Η απώλεια του πατέρα είναι το θέμα και της Ματίνας Αποστόλου στο δεύτερο βιβλίο της μετά τα Σωματίδια (Ποταμός). Τέσσερις γυναίκες, μάνα, κόρη, θεία και αδερφή, συναντιούνται στο πατρικό σπίτι για να προετοιμάσουν την κηδεία του. Κάθε μια τους φέρει τη δική της ιστορία και ειδικό βάρος για τον νεκρό, με μνήμες πολλές φορές αντικρουόμενες. Βασική αφηγήτρια (και η μόνη που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο) είναι η «μοναχοκόρη», η οποία υπάρχει «γιατί τ’ αδέρφια της δεν τα κατάφεραν» και δεν έχει «ίχνος ενοχών». Κάποιες μέρες είναι μωρό, άλλες ηλικιωμένη – η ηλικία της, λέει, είναι απροσδιόριστη ακόμη και για την ίδια. Ο χαμός όμως του γονιού, κακά τα ψέματα, θα την φέρει ενώπιον όχι τόσο των ευθυνών της σε μια νέα διαδικασία ενηλικίωσης, όσο των τρόπων που πρέπει να εφεύρει για να επεξεργαστεί την απώλεια και να πορευτεί χωρίς φόβο – εν τέλει, «να είναι καλά». Ο καταιγιστικός αφαιρετικός λόγος της Αποστόλου, οι λοξές εκφράσεις που χρησιμοποιεί, οι συχνά out of the box σκέψεις της, αλλά και οι αναπάντεχες εικόνες που παρεμβάλλονται στη ροή του κειμένου, όπως οι αναφορές στην ειδησεογραφία, ή τα όνειρα-εφιάλτες, καθιστούν τις Ρίζες ένα ιδιαίτερο και γοητευτικό αφήγημα που πρέπει να διαβαστεί με προσοχή.

 

Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παραντί, εκδόσεις Εστία: Το τελευταίο βιβλίο της Κατερίνας Ηλιοπούλου, που είναι και το πρώτο της μυθιστόρημα, θέτει πολλά ζητήματα, αλλά για μένα ξεχωρίζει εκείνο της αναζήτησης της σωστής λέξης·  είτε πρόκειται για την αγωνία του συγγραφέα μπροστά στη λευκή σελίδα, είτε για την απώλεια της επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων που κάποτε βρέθηκαν πολύ κοντά, είτε για εκείνους που τους κατάπιαν οι επίσημες λέξεις-σελίδες της ιστορίας ή ακόμη και της επικαιρότητας. Το Παραντί είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αρκετά πυκνογραμμένο και εγκεφαλικό. Χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια τα οποία φαινομενικά δεν έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, ωστόσο στο κλείσιμο αισθάνεσαι ότι έχεις διαβάσει ένα ενιαίο μυθιστόρημα. Δεν είμαι σίγουρη για το πώς το έχει επιτύχει αυτό η συγγραφέας, μια και οι ιστορίες που αφηγείται διαφέρουν τόσο σε σχέση με τους πρωταγωνιστές τους, όσο και χωροχρονικά. Υπάρχει έντονο το σουρεαλιστικό στοιχείο, ακόμη και σε σημεία που μιλάει για τους πρόσφυγες που κατασκηνώνουν στην πλατεία – κάποιες φορές μάλιστα ένιωσα σα να έβλεπα κάποια ταινία του Νίκου Νικολαΐδη.

 

Το αφήγημα της Ιστορίας

Αργυρώ Μαντόγλου, Ένας δικός της δρόμος | Εκδόσεις Καστανιώτη: Το τελευταίο βιβλίο της Αργυρώς Μαντόγλου, είναι η ιστορία τριών γυναικών σε διάστημα τριών διαφορετικών αιώνων. Η πρώτη μας μεταφέρει στη Ζάκυνθο το 1823 και έχει πρωταγωνίστρια την Ελισάβετ Μουτζάν (μετέπειτα Μαρτινέγκου), η δεύτερη στην Εύβοια το 1906, τότε που η Βιρτζίνια Στίβεν (που έγινε Γουλφ), νεαρή δημοσιογράφος, θα κάνει το πρώτο ταξίδι της στην Ελλάδα και η τρίτη στη σύγχρονη Βενετία όπου θα γνωρίσουμε μια μυστηριώδη γυναίκα σε αμφιλεγόμενη ερωτική σχέση με έναν αρχαιολόγο. Οι τρεις γυναίκες κατέχουν το δικό τους χώρο στο βιβλίο, ωστόσο υπάρχει ένα αόρατο νήμα που τις συνδέει, καθώς όλες μοιράζονται την ανάγκη για ελευθερία και δημιουργία, νιώθουν στρυμωγμένες σε ένα καλούπι που δεν τους ταιριάζει· όλη η ιστορία της γυναικείας επιθυμίας συμπυκνωμένη δηλαδή. Το Ένας δικός της δρόμος, είναι ένα μυθιστόρημα εποχής και ταυτόχρονα μια ιστορία αφύπνισης. Η γραφή της Μαντόγλου είναι πολύ ζωντανή καταφέρνοντας να μεταφέρει την αίσθηση και την ατμόσφαιρα κάθε εποχής. Ειδικά στο κομμάτι της Ελισάβετ Μουτζάν, στο οποίο η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, έχεις την εντύπωση ότι ακούς την ίδια.

 

Ελένη Χατζή, Φαίνεται πως δεν θα ξανάρθω εδώ, εκδόσεις Αλεξάνδρεια: Η Ελένη Χατζή με εντυπωσίασε με αυτή τη συλλογή διηγημάτων. Η δράση τους τοποθετείται στη Σμύρνη λίγο πριν ή αμέσως μετά την καταστροφή. Πρωταγωνίστριές της είναι κυρίως νέες γυναίκες σε άγνοια ή άρνηση κινδύνου, οι οποίες προσπαθούν να προστατεύσουν όσους και όσα αγαπούν, όλα εκείνα που τις καθορίζουν – είτε πρόκειται για ανθρώπους είτε για υλικά αγαθά, όπως τη ραπτομηχανή που με τόσο κόπο απέκτησε η μία ηρωίδα της ή το θραύσμα από πηλό, ένα κομμάτι πολύτιμο που θύμιζε σε κάποια άλλη ότι «ποτέ δεν είχε κάτι ολόκληρο». Η Χατζή υφαίνει τις ιστορίες της βελονιά-βελονιά. Η ματιά της είναι ευαίσθητη, το ύφος της θυμίζει παλαιότερου τύπου εξιστορήσεις, όχι με την έννοια της νοσταλγίας, όσο κυρίως σε σχέση με τον τρόπο που διαλέγει για να περιγράψει όσα συμβαίνουν στις αποβάθρες και στα νερά της Σμύρνης ή στα σοκάκια και στα σπίτια της πόλης που οι κάτοικοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν εσπευσμένα. Στην αφήγηση της Χατζή συνυπάρχουν κίνηση και στασιμότητα, ομορφιά και ασχήμια, ελευθερία και απόλυτος πόνος – όπως ακριβώς όταν βρίσκεσαι σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, που κρύβει πολλές υποσχέσεις αλλά ακόμη περισσότερες αθετεί.

 

Ελίζα Τριανταφύλλου, Το Ρεπορτάζ, εκδόσεις Αντίποδες: Γνωρίζοντας την Ελίζα μέσα από τα ξεχωριστά κείμενά της στο inside story, αλλά και λόγω της δικής μου ενασχόλησης για χρόνια με το ρεπορτάζ, κυριολεκτικά ρούφηξα το βιβλίο. Θέμα του το πολύκροτο σκάνδαλο των υποκλοπών, το οποίο η συγγραφέας παρακολουθεί από το 2022 σε συνεργασία με τον Τάσο Τέλλογλου. Όμως δεν είναι μόνο ο εύληπτος τρόπος που κατορθώνει να ξετυλίξει το κουβάρι αυτής της περίπλοκης υπόθεσης, που κάνει το βιβλίο της Τριανταφύλλου ενδιαφέρον και ευκολοδιάβαστο. Παρότι βασίζεται σε εμπεριστατωμένη δουλειά χρόνων και εμπεριέχει πολλά πραγματολογικά στοιχεία -κάποια από τα οποία έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορα μέσα-, Το Ρεπορτάζ προσομοιάζει σε αστυνομικό μυθιστόρημα που σε κρατάει σε εγρήγορση μέχρι τέλους (ασχέτως αν γνωρίζεις την έκβαση πριν καν το ανοίξεις). Επιπλέον, για τους μη μυημένους στα μυστικά του επαγγέλματος (αλλά και για τους επαγγελματίες, θα έλεγα), ρίχνει φως στο πώς μπορεί να γίνει μια δημοσιογραφική έρευνα σωστά και αποτελεσματικά χωρίς εκπτώσεις και υποχωρήσεις. Ελπίζω κάποια στιγμή το βιβλίο να συμπεριληφθεί στο curriculum των σχολών δημοσιογραφίας.

Για την αγάπη και την τέχνη

 Εύα Μπέη, Οικόσιτα, εκδόσεις Loggia: Η Εύα Μπέη δηλώνει ότι δεν είναι συγγραφέας. Το πρώτο της βιβλίο, Με τον Καρούζο, το έγραψε με βάση σημειώσεις της σε χαρτάκια και ημερολόγια. Τα έβαλε κάτω και συνέθεσε ένα εξαιρετικό παζλ, μια κατάθεση ψυχής για τη σχέση της με τον μεγάλο ποιητή, τις σκέψεις της για την τέχνη, για τη ζωή μας όλη. Με το Οικόσιτα, στηρίχτηκε πάλι στις σκόρπιες σημειώσεις της, όμως εστίασε σε ένα πιο ανώδυνο θέμα, στα κατοικίδια που πέρασαν από το κατώφλι της. Γάτες, χελώνες, περιστέρια, άλογα, ακόμη και ποντίκια, ιστορίες που ανακαλεί από τις παιδικές της μνήμες στο σπίτι των γονιών της, αλλά και από την ενήλικη ζωή της ως φοιτήτρια στην Αμερική και αργότερα στην Αθήνα ή στους εκάστοτε τόπους των διακοπών της. Δεκαπέντε αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, μαρτυρίες μιας συνύπαρξης μακράς ή απλώς μιας σύντομης επαφής με ένα ζώο, που η Μπέη το θυμάται πάντα με αγάπη και τρυφερότητα. Σε κάποιες από τις ιστορίες της, στο προσκήνιο βρίσκονται τρίτοι άνθρωποι, συγγενείς ή φίλοι, πάντα όμως τα ζώα, τα Οικόσιτα, κρατάνε το όνομα στη μαρκίζα. Στο μέσον του βιβλίου η εικαστικός υπερνικά τη συγγραφέα και ζωγραφίζει την ιστορία της μαύρης γάτας των απέναντι, που στη διάρκεια του lockdown όλο το σκάει στις γειτονικές βεράντες. Αστείρευτη Εύα Μπέη.

 

Rachel Cusk, Parade, εκδόσεις Faber & Faber: Αναμένοντας το Life of M, το τελευταίο μυθιστόρημα της Βρετανίδας συγγραφέως -και για το οποίο έχει ξεσπάσει θύελλα στους λογοτεχνικούς κύκλους καθώς φημολογείται ότι περιγράφει με μελανά χρώματα την Αμερικανίδα ηθοποιό Natalie Portman-, αποφάσισα να διαβάσω το αμέσως προηγούμενό της, το Parade. Ένα δύσκολο βιβλίο, με πολλά διανοητικά σχήματα και περίπλοκες αναλύσεις για τη ζωή και την τέχνη, για τον έρωτα, τις σχέσεις με την οικογένεια, την γυναικεία ταυτότητα, και φυσικά την απώλεια, το οποίο όμως διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον – εφόσον κατάφερα δηλαδή να συμβιβαστώ κάποια στιγμή με τη διαρκή εναλλαγή «φωνών» αλλά και πρώτου/τρίτου προσώπου μέσα στην ίδια σελίδα και να αποδεχτώ το γεγονός ότι τρεις-τέσσερις ήρωες/ηρωίδες του είναι καλλιτέχνες με το ίδιο αρχικό «G». Τα λέω κάπως μπερδεμένα, το γνωρίζω. Ίσως γιατί το Parade δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα. Αντιθέτως, έχει χαρακτηριστεί ως αντί-μυθιστόρημα, καθώς δεν τηρεί κάποιες από τις βασικές αρχές που διέπουν το είδος. Το βιβλίο, μαθαίνω ότι θα μεταφραστεί από τις εκδόσεις Gutengerg, που έχουν εκδώσει και τα υπόλοιπα βιβλία της Cusk, οπότε συνιστώ να περιμένουμε την ελληνική βερσιόν – αν και υποψιάζομαι ότι το όλο εγχείρημα θα είναι αρκετά επώδυνο.

 

Szilvia Molnar, Το βρεφικό δωμάτιο, μετ. Αυγή Λιλλή, εκδόσεις Ποταμός: Αυτομυθοπλασία ή μη, το πρώτο μυθιστόρημα της Szilvia Molnar (η συγγραφέας είναι ουγγρικής καταγωγής και ζει στις ΗΠΑ), κυριολεκτικά σε στοιχειώνει. Ξεκίνησα να το διαβάζω στο αεροπλάνο ενώ στο μπροστινό κάθισμα μια μαμά πάλευε να φέρει βόλτα τα δυο παιδιά της, 2,5 και 4 ετών. Το βιβλίο, περιγράφει βέβαια το πρώτο διάστημα μετά την επιστροφή μαμάς-μωρού στο σπίτι από το μαιευτήριο, αλλά αυτό το συναίσθημα αδιεξόδου, δεν απέχει και πολύ και σε αυτές τις ηλικίες. «Το παιδί κοιμάται. Η μάνα όχι.» Οι δυο αυτές φράσεις συνοψίζουν την ουσία εκείνων των εξουθενωτικών ημερών που βρίσκεσαι μόνη σε ένα οικείο περιβάλλον υπό εντελώς ανοίκειες συνθήκες, ωστόσο. Τότε που πρέπει να επαναπροσδιορίσεις, και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες, όλα όσα ήξερες τόσον καιρό για τον εαυτό σου και για τον κόσμο εκεί έξω. Η Molnar πετάει χύμα στο χαρτί τις μύχιες σκέψεις όλων των μανάδων, λεχώνων ή μελλουσών, λέει πράγματα που ουδέποτε περιγράφονται στα ενημερωτικά φυλλάδια των μαιευτηρίων ή στα εγχειρίδια για τη λοχεία, λόγια που δεν πρόκειται ποτέ να εκστομίσει ο/η γυναικολόγος σου, όσο κι αν τον/την θεωρείς δικό σου άνθρωπο. Τα συναισθήματά της εναλλάσσονται ανάμεσα σε κρίσεις αμέριστης αγάπης που δεν της επιτρέπουν να απομακρυνθεί ούτε λεπτό από το βρέφος και σε στιγμές ασυγκράτητου μίσους που σκέφτεται να το πετάξει από το παράθυρο ή να το τεμαχίσει με το κουζινομάχαιρο. Μέσα σε όλη αυτή τη δύσκολη κατάσταση, κινείται σχεδόν υπνωτισμένος ο Τζον, ο σύζυγός της, με τον οποίο επίσης θα κληθεί να βρει ένα νέο modus vivendi. Το βρεφικό δωμάτιο είναι ένα γενναίο βιβλίο που όμως θα πρέπει να διαβαστεί υπεύθυνα. Ειδικά από τις νέες μαμάδες.

Louise Glϋck, Μάριγκολντ και Ρόουζ, μετ. Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Στερέωμα: Μα τι ωραίο μικρό βιβλίο. Είναι το τελευταίο και μοναδικό έργο της Αμερικανίδας ποιήτριας και βραβευμένης με Nobel Louise Glϋck (1943-2023), γραμμένο εξολοκλήρου σε πρόζα – παρότι σύμφωνα με τον Dwight Garner της εφημερίδας New York Times, το βιβλίο είναι ένα είδος «αναχώρησης» που βρίσκεται σε αυτό τον «ενδιάμεσο χώρο μεταξύ ποίησης και πρόζας», ενώ ταυτόχρονα θυμίζει ένα «σοφιστικέ παιδικό βιβλίο». Μιλάει για τον πρώτο χρόνο της ζωής των δίδυμων αδερφών Μάριγκολντ και Ρόουζ, μια σχέση που επανέρχεται στα ποιήματα της Glück, της οποίας, σημειώνεται, η μεγάλη αδερφή είχε πεθάνει πριν η ίδια γεννηθεί. Η μεν Μάριγκολντ παρατηρεί και ήδη σκέφτεται το βιβλίο που θα γράψει –το βιβλίο της «είχε όνομα· ονομαζόταν Η παιδική ηλικία της μητέρας»- παρόλο που ξέρει ότι ούτε καν μιλάει ακόμη. Η δε Ρόουζ είναι πιο κοινωνική και θορυβώδης, παρατηρεί την αδερφή της, αναγνωρίζει ότι είναι ένα μαζί της αλλά ταυτόχρονα τόσο διαφορετική: «Τι παράξενο πλασματάκι που είναι, σκέφτηκε. Όλη της η ενέργεια είναι στο κεφάλι της.» Το βιβλίο είναι γεμάτο συναισθήματα, ανάμικτα συναισθήματα, που η συγγραφέας επιλέγει να αποδώσει με τον τρόπο των παιδιών – χωρίς ωστόσο να χάνει τον στόχο της, που δεν είναι άλλος από την περιγραφή της ανθρώπινης κατάστασης.

Δυστοπία

Έλενα Καρακούλη, Υπουργείο Μοναξιάς, εκδόσεις Καστανιώτη: Το δεύτερο βιβλίο της Έλενας Καρακούλη, μετά τη συλλογή διηγημάτων Δέκα τρόποι να εκτεθείς (εκδ. Καστανιώτη), θίγει πολλά θέματα, μεταξύ άλλων την αντικατάσταση του ανθρώπου από τις μηχανές ακόμη και για τις πλέον ανθρώπινες δραστηριότητες και την επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης, προφανώς και τους κινδύνους που ενέχει η αλόγιστη χρήση της. Για μένα όμως μιλάει πρωτίστως για τις ανθρώπινες σχέσεις. Για το πώς σταδιακά χάνουμε την επαφή μας, ξεχνάμε τον τρόπο να επικοινωνούμε, και από μοναχικοί γινόμαστε μόνοι. Μια κατάσταση που επιδεινώθηκε μετά την πανδημία, οδηγώντας τους πιο ευάλωτους ακόμη και στην αυτοχειρία. Η Καρακούλη τοποθετεί τη δράση σε έναν τόπο χωρίς όνομα, όπου ιδρύεται το Υπουργείο Μοναξιάς, το οποίο αναλαμβάνει ουσιαστικά να ακούει εκείνους που αισθάνονται και είναι μόνοι – όχι από επιλογή. Σύμβουλοι, φροντιστές αλλά και ρέπλικες, πλαισιώνουν όσους και όσες το έχουν ανάγκη, παρέχοντάς υπηρεσίες κατά παραγγελία, κρατώντας τους ουσιαστικά στη ζωή. Τι θα συμβεί όμως όταν κάτι πάει στραβά; Το μυθιστόρημα της Καρακούλη μπορεί να περιγράφει μια δυστοπία, αλλά δεν είναι επουδενί επιστημονική φαντασία. Όπως γράφει και η ίδια στο επίμετρο του βιβλίου «η δυστοπία εκεί έξω δεν είναι επινόηση, αλλά μια πραγματικότητα που καλπάζει, πιο σύνθετη και απρόβλεπτη από την πιο ευφάνταστη μυθοπλασία». Και καταλήγει: «Όσο θα εξαλείφονται τα όρια, τι σημασία θα έχει πια αν επικοινωνούμε με έναν άνθρωπο ή με μια μηχανή;»

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΓνωριμία (διήγημα της Ραφαέλας Χαμπίπη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ