Ραφαέλα Χαμπίπη
Η Σοφία έβγαλε με το τσιμπιδάκι δυο τρίχες ανάμεσα από τα φρύδια της, χτένισε τα μαλλιά της, έβαλε λίγη αδιάβροχη μάκαρα και χαμογέλασε στο αποτέλεσμα. Είχε φορέσει ένα κατακόκκινο μαγιό και στο τέλος το συνόδευσε και με ένα ασορτί παρεό. Για λίγο το μυαλό της χάθηκε στις πιθανότητες. Η Έλενα και οι νέοι της φίλοι την περίμεναν στην παραλία. Δεν είχε φίλους στο χωριό, είχε χρόνια να πάει, από τότε που πέθανε η γιαγιά της. Της είχε μείνει ένα σπίτι που όλο έλεγε να νοικιάσει αλλά κατέληγε να το αναβάλλει για να το χρησιμοποιεί ως καταφύγιο όποτε πιεζόταν από τη ζωή στην Αθήνα. Λίγο πριν τα τριάντα, αποφάσισε πως ήθελε μια ζωή χωρίς τον Μάνο, χωρίς άμεσα σχέδια για γάμο, με την ελευθερία που από τα δεκαεννιά είχε ξεχάσει. Και δεν ήταν καθόλου άσχημα. Μέσα σε ένα χρόνο είχε αλλάξει εταιρία, είχε μια ομάδα ικανή και υποστηρικτική, μπορούσε να εργάζεται σε ένα πιο χαλαρό ωράριο, να κάνει εκείνες τις ατελείωτες βόλτες στην παραλία και να ξεσκονίσει τα κάποτε αγαπημένα της γαλλικά. Μέχρι και μεταπτυχιακά είχε αρχίσει να χαζεύει, έστω για να θυμάται πως έχει την επιλογή.
Σε μια από αυτές τις βόλτες στην παραλία του χωριού αυτή τη φορά, γνώρισε και την Έλενα. Είχαν πολλές ομοιότητες, καταγωγή από το ίδιο μέρος – είχαν και μια μακρινή συγγένεια, σπουδές στα Οικονομικά, μέχρι και το ίδιο κόμμα ψήφιζαν και είχαν και κοινούς γνωστούς στην Αθήνα. Απλώς η Έλενα γύρισε και έμεινε μόνιμα στο χωριό όπου είχε και μεγαλώσει.
«Χαίρομαι τόσο που βρεθήκαμε, σπάνια βρίσκεις νορμάλ ατομάκια εδώ», της είχε πει χαρακτηριστικά και λίγο μετά της γνώρισε και το αγόρι της, τον Νίκο. Τα σαββατοκύριακα που η Σοφία ανέβαινε χωριό, οι τρεις τους έβγαιναν μέχρι αργά και ένιωθε το ζευγάρι σαν οικογένειά της. Ήταν απλοί, εύκολοι άνθρωποι, η παρέα που έψαχνε τόσο καιρό. Χωρίς επισημότητες ή τυπικότητες, μόνο με εγκάρδια οικειότητα. Όταν οι συναντήσεις αραίωσαν, στην αρχή το απέδωσε στις δουλειές. Δεν ήταν δίκαιο να μονοπωλεί τις Κυριακές τους επειδή τότε έφευγε από Αθήνα. Μέχρι που η Σοφία την πήρε ένα πρωί τηλέφωνο για να της δώσει ραντεβού.
«Όχι μην κάτσεις εκεί, σε θέλω δίπλα μου», της είπε όταν επέλεξε μια καρέκλα απέναντί της. Στο τραπέζι ήταν και ο Νίκος και δυο φίλοι του, ένα ζευγάρι αρραβωνιασμένο που την περιεργάζονταν με συνωμοτικό χαμόγελο. Κάθισε απέναντι στους ξένους, δίπλα στη φίλη της και στον Νίκο ο οποίος έστελνε μηνύματα στο κινητό και μετρούσε την ώρα ανά λεπτό, χωρίς να κοιτά όμως ποτέ την ίδια. Μονάχα όταν έφτασε στην ταβέρνα της έριξε μια ματιά από πάνω μέχρι κάτω και ύστερα έγνεψε καταφατικά στη Σοφία, σα να επιβεβαίωναν πως όντως είχε έρθει με τα δυο της πόδια.
Όταν γύρισαν όλοι να κοιτάξουν τον Δήμο που σαν από μηχανής Θεός κατέβηκε από τη μηχανή του και κάθισε στον μέχρι τότε άδειο θρόνο, η παράξενη σιωπή των τελευταίων λεπτών έγινε καταιγισμός πληροφοριών αντί μιας απλής σύστασης.
«Ο Δήμος να κάτσει δίπλα στη Σοφία, ο Δήμος, είναι μηχανικός, ο Δήμος έχει ενοικιαζόμενα και του αρέσει πολύ το χωριό για επένδυση». Και ο Δήμος, ψηλός με φωτεινό χαμόγελο και μεγάλα χέρια, παρήγγειλε για όλους, άνοιξε συζητήσεις και έκλεισε κάθε παράθυρο για αμφισβήτηση. Ο τέλειος άνδρας, βγαλμένος από περιοδικό, καθώς μέχρι και τα δόντια του έλαμπαν σαν σελίδα ιλουστρασιόν.
Και ξαφνικά έγινε ορατή, είχε φωνή ή τουλάχιστον ακουγόταν και ο Δήμος ρωτούσε κι άλλα για τη ζωή της, για τις σπουδές και τη δουλειά της – είχε και σπίτι στη Μαρίνα Φλοίσβου και της πρότεινε να πάνε για καμιά βόλτα τις επόμενες μέρες. Το κρασί δεν έλλειψε στιγμή από το ποτήρι της ούτε και το χέρι του από την πλάτη της. Θα συνέχιζαν και αλλού, σε ένα μπαρ κοντά στην Εθνική, η μόνη τους επιλογή που με λίγο κεφάλι έμοιαζε ενθουσιώδης. Η αίσθηση πικρίας στο στόμα της ξεθώριαζε με τα πολλά σφηνάκια και στο χορό εμμονικά κοιτούσε τα χείλη του όπως καμιά φορά έψαχνε στην τσάντα της παστίλιες για να διώξουν τη γεύση του καφέ. Ο Δήμος όλο και ψήλωνε κι εκείνη έμενε να τον παρατηρεί καθώς το μυαλό της θόλωνε παράλληλα με την ανύψωσή του.
«Άντε να φεύγουμε», ανακοίνωσε τη λήξη η φίλη της όταν πια μέχρι και τα επαρχιακά καψουροτράγουδα τους έδιωχναν για να βγάλει το προσωπικό το Ζ. Τη γύρισαν και σπίτι και λίγο πριν κατέβει από το αυτοκίνητο όπου χορωδιακά την αποχαιρετούσαν τα ζεύγη και ο Δήμος της έκλεινε σε αργή κίνηση το μάτι, η Έλενα της ψιθύρισε,
«Ευχαριστώ, ελπίζω να μην ένιωσες άβολα. Άντε για ύπνο τώρα, να ισιώσεις, δεν είναι ωραίο να σε βλέπει έτσι».
Με αυτή τη σκέψη, της άβολης συνθήκης που είχε μέχρι πρόσφατα είχε περάσει τη ζωή της, έβγαλε τα ρούχα της και έπεσε στο κρεβάτι. Όμως κοιμήθηκε με μια άλλη, πως ίσως κάτι σύντομα να άλλαζε από εκεί που δε το περίμενε. Και αποκοιμήθηκε σαν παιδί που την παραμονή των Χριστουγέννων.
Το επόμενο πρωί έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό, να ετοιμαστεί και να τους βρει στην παραλία για μπάνιο. Αυθόρμητα αγκάλιασε το μαξιλάρι της σφιχτά σα σανίδα σωτηρίας και μετά με μια ανάσα ελευθερώθηκε από τα σκεπάσματα και έφτιαξε τον καφέ της σαν ιεροτελεστία, όπως της άρεσε τα μοναχικά πρωινά. Η σκέψη του ημίγυμνου Δήμου, εντεταλμένο από το κάρμα και εγκεκριμένο από τους ειδικούς, την ώθησε να διαλέξει το εντυπωσιακό μαγιό. Στον καθρέφτη επιβεβαίωσε πως ήταν όμορφη. Είχε δει ένα ντοκιμαντέρ μικρότερη, για το μεγαλύτερο θρησκευτικό έθιμο σε ένα νησί στο Βόρειο Αιγαίο, όπου κάθε Πάσχα, στη γιορτή του Ταξιάρχη, στόλιζαν τα ομορφότερα, γεροδεμένα και δυνατά βόδια, τους χτένιζαν τις λαμπερές τρίχες και τους περνούσαν χρυσούς και ασημένιους κρίκους, φλουριά και χρωματιστά πέπλα γύρω από το λαιμό, πριν τα στείλουν στη σφαγή. Αυτό θυμήθηκε και πέρασε το κόκκινο παρεό της γύρω από τη μέση της πριν βγει στο δρόμο και κατηφορίσει για τη θάλασσα.
Όλοι, σταμάτησαν να μιλάνε μόλις την είδαν, σαν να μην περίμεναν να έρθει. Ο αρραβωνιαστικός της καινούργιας κοπέλας σφύριξε κοιτάζοντάς την από πάνω μέχρι κάτω και έσπρωξε τον δικό τους υποψήφιο μνηστήρα με μια λυκειακή αγκωνιά. Οι κοπέλες κατέβασαν τα γυαλιά, της έδωσαν τη συγκρατημένη έγκρισή τους και συνέχιζαν να απλώνουν αντιηλιακό στα σώματά τους. Δεν ήξερε που ακριβώς να σταθεί και αυθόρμητα έβγαλε το παρεό της και μπήκε στη θάλασσα. Από πίσω της ακούστηκε ένα «Την είδες;». Μάλλον από τη Σοφία.
Λίγα λεπτά μετά δεν κολυμπούσε μόνη. Ο Δήμος, με απλωτές κινήσεις βρέθηκε δίπλα της. Βούτηξε για λίγο το κεφάλι του στο νερό και μετά τινάχτηκε δεξιά και αριστερά καταβρέχοντάς της τα μαλλιά.
«Είστε πολύ τυχεροί που έχετε σπίτι εδώ, είναι τέλεια. Κι συγνώμη αν σε φέρνω σε δύσκολη θέση αλλά κι εσύ τέλεια είσαι. Δε τα είπαμε πολύ χθες. Πως και μόνη;».
«Εσύ; Πως και μόνος;», φάνηκε να ενοχλήθηκε με αυτήν της την ερώτηση.
«Εμένα δε μου αρέσουν τα παιχνίδια. Ήμουν με μια γυναίκα πολλά χρόνια, αλλά δε φέρθηκε εντάξει. Έφυγε με τον γκόμενο λες και εγώ δεν είχα γίνει θυσία για εκείνη. Εγώ όταν έχω σχέση, έχω τον άλλον άνθρωπο ψηλά και περιμένω την ίδια συμπεριφορά. Μαθηματικά σπούδασα στο Πολυτεχνείο και έχω μάθει να τα βάζω κάτω και να τα μετράω τα πράγματα. Κι εσύ φαίνεσαι μετρημένος άνθρωπος. Και όμορφη γυναίκα».
Η θάλασσα είχε αρχίσει να χαλάει και το δέρμα της είχε ανατριχιάσει κάτω από τα κύματα.
«Πάμε έξω; Κρυώνω νομίζω».
Ξανά οι ομιλίες έπαψαν με την ανάδυσή της. Κάθισε δίπλα στις κοπέλες. Η Σοφία τη ρώτησε αν είναι όλα καλά και αν νιώθει άβολα. Όχι καθόλου. Η άλλη, της επεσήμανε πόσο όμορφη ήταν. Ευχαρίστησε. Όταν βγήκε και ο Δήμος, σηκώθηκαν για φαγητό. Ώρα για φαγητό αποφασίστηκε ερήμην της και ακολούθησε την πομπή. Στη διαδρομή της άνοιξε η όρεξη.
Παρακολουθώντας αυτόν τον άνδρα να μασάει μεζέδες, να βγάζει μικρούς αναστεναγμούς μετά από κάθε γουλιά κρασί και να ξεροβήχει που και που στη χαρτοπετσέτα, βρέθηκε ξαφνικά στο ύψος του αλλά και νηφάλια. Το ιλουστρασιόν είχε ξεθωριάσει και η θερμοκρασία είχε επανέλθει στους σχεδόν σαράντα. Όλοι είχαν λίγο χαλαρώσει και μιλούσαν χωρίς προσχήματα, υπονοούμενα ή περιττές φιλοφρονήσεις. Ξαφνικά μπορούσε να δει τον εαυτό της μέσα σε αυτή τη συνθήκη. Κάτι στον συμβιβασμό έμοιαζε γνώριμο και ψύχραιμο. Έβγαζε νόημα σαν μια φυσική εξέλιξη των πραγμάτων αυτή η γνωριμία. Μέχρι που χτύπησε το κινητό του.
Τον παρατηρούσε να μικραίνει κι άλλο, να λεπταίνει, το χρώμα του να σβήνει και τις κινήσεις του να διστάζουν για λίγο, πριν τελικά το σηκώσει με μια κίνηση σα να ήταν η πιο απλή, η καθημερινή συνήθειά του – που λογικά μέχρι πρόσφατα ήταν. Παράτησε το τραπέζι σα να ήταν άδειο και βρέθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο να πηγαινοέρχεται νευρικά μεταξύ ενός δένδρου και παραλίας, αφήνοντάς τους να μαντεύουν τα λόγια του και καθόλου διακριτικά να διαβάζουν τα χείλη του.
«Ναι και τι θέλεις τώρα; Έχω υπάρξει και καλύτερα. Δεν ξέρω πως νιώθω. Θα δούμε. Μπορεί. Κι εμένα».
Η Σοφία ποτέ δεν ήταν καλή ηθοποιός μα τώρα της είχε δοθεί ο ρόλος. Άνοιξε αδιάφορα το κινητό της και συγκράτησε με κόπο τα νερά από τα μάτια της. Ο Δήμος γύρισε μετά από λίγο δακρυσμένος.
«Αυτή ήταν. Ήθελε να ακούσει λέει τη φωνή μου. Γυρίζει λέει, τέλος το ταξίδι, θα είναι το βράδυ σπίτι της. Δεν ξέρω γαμώτο.», απευθυνόταν αποκλειστικά στους άνδρες της παρέας, οι οποίοι δεν είχαν ιδέα προς τα που να κοιτάξουν πέρα από τα παπούτσια τους.
«Όχι ρε συ Δήμο, δε γυρνάμε στα παλιά, μόνο μπροστά προχωράμε. Πάντα μπροστά.», πέταξε η Έλενα και σίγουρα στην καρδιά της απήγγειλε κάποιο σοφό απόφθεγμα που θα άλλαζε τη ζωή του Δήμου αλλά και όλων.
Η Σοφία κοίταξε το κομμάτι κρέας στο πιάτο της, μια παρατηγανισμένη σόλα με περιττά υγρά και καμένα λάδια να ξεχειλίζουν πιάτο και να χύνονται στο πλαστικό άχαρο τραπεζομάντηλο. Πήρε τα μαχαιροπίρουνα και προσπάθησε να την τεμαχίσει, γρατζουνώντας ανατριχιαστικά την πορσελάνη. Τα ζουμιά πετάγονταν όπως το αίμα από το θύμα ενός σφαγέα και τέλος το ίδιο το φιλέτο προσγειώθηκε στο παντελόνι του Δήμου, πάνω στον καβάλο του. Ευτυχώς δεν είχε λερώσει το παρεό της. Σηκώθηκε με ανακούφιση για να χαιρετήσει.
«Φαίνεται πως δε θα φάω τελικά. Καλή συνέχεια. Εύχομαι ό,τι καλύτερο», γύρισε στον πληγωμένο και λεκιασμένο άνδρα. Πέρασε τον δρόμο και βρέθηκε να προχωρά παράλληλα με τη θάλασσα στην οποία έκανε τα πρώτα της μπάνια σαν παιδί. Είχε δυο μέρες να θυμηθεί πως εκεί ήταν ο τόπος της. Είχε δυο μέρες να απολαύσει το βάδισμά της.
«Τι πρόβλημα έχει;», ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε.






















