Τρίτη, 4 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Μέσα Αυγούστου (διήγημα της Αδαμαντινής Καβαλλιεράτου)

Μέσα Αυγούστου (διήγημα της Αδαμαντινής Καβαλλιεράτου)

0
36

Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου

Άχου… μωρέ πώς την πάτησε έτσι ο ξεμωραμένος; Πάει, δεν του ‘χει μείνει κουκούτσι μυαλό. Κοίτα εκεί τι πήγε και του φόρεσε του παιδιού καλοκαιριάτικα; Μέσα Αυγούστου με μακρυμάνικο και κλειστά παπούτσια· κι έτσι όπως ανεβοκατεβαίνει σαν αλαφιασμένο την τσουλήθρα, θα πάθει καμιά θερμοπληξία. Κι αυτή η ανεπρόκοπη η κόρη του όμως, πώς την έχει έτσι τη ντουλάπα; Όλα τα ρούχα τους ένα κουβάρι. Ό,τι βρήκε μπροστά του κι αυτός του φόρεσε του παιδιού. Φταίει μετά;

Έτσι του ‘ρχεται να τα μαζέψει και να φύγει, μα του βγήκε η γλώσσα να φτάσει μέχρι την παιδική χαρά. Μπα, ας καθίσει λίγο ακόμα, άλλωστε δεν θα πάθει και τίποτα άλλη μισή ώρα το παιδί — από τις οχτώ το πρωί έτσι το έχει ντυμένο· μην κοιτάς που τώρα το πήρε χαμπάρι. Τα βλέμματα από τις σουσουράδες στο απέναντι παγκάκι μόνο να έλειπαν… Μήπως να τις πλησιάσει και να τους πει καμιά κουβέντα; Κάτι σαν: «σε τέτοια ηλικία, βρε κοπελιές, είναι να νταντεύεις μωρά;» Χαμογελώντας θα το πει, όχι και να φανεί ότι δεν θέλει που το κάνει· αλλά μετά δεν θα είναι σωστό για την κόρη του, τη Σταυρούλα, γιατί μπορεί να σκεφτούν, μωρέ μπράβο, να φορτώνει μωρό παιδί στο γέρο πατέρα της.

Θα μπορούσε να συμπληρώσει, βέβαια: μα τι να κάνει και το κορίτσι; Όλη μέρα δουλεύει στα τηλέφωνα κι ύστερα έχει και το παιδί της κι ένα σπίτι να νοικοκυρέψει. Αν και για να λέμε την αλήθεια, το σπίτι εκείνος το κουμαντάρει. Ό,τι μπορεί κάνει δηλαδή, γιατί πού κουράγιο για πολλά πολλά. Κι όσο για το ρεμάλι τον γαμπρό του, ψάχνει, λέει, δουλειά. «Κοίτα την οικογένειά σου ρε», θέλει να του πει, «κι άσε τους καφέδες και το στοίχημα», μα δεν του πέφτει κι ο λόγος. Μήπως τότε που κάτι τόλμησε να πει στην κόρη του, δεν θυμάται το αποτέλεσμα; Τον είχε βάλει στη θέση του για τα καλά.

Είχαν προηγηθεί κι οι φασαρίες με την αδερφή της, όταν ετούτη, η Σταυρούλα, είχε μείνει έγκυος κι η Δήμητρα τόλμησε να της πει να το σκεφτεί καλύτερα γιατί, άνεργοι τότε κι οι δυο, το παιδί ίσως να μην ήταν καλή ιδέα. Αυτό κι αν δεν μπορούσε να το χωνέψει! Αδερφάδες και να μην μιλιούνται τόσα χρόνια. Κι η Δήμητρα θα υποχωρούσε σίγουρα, αν ετούτη δω η στριμμένη δεν το παράκανε. «Με ζηλεύεις», της είπε, «γιατί δεν μπορείς να κάνεις παιδιά και κατέληξες να υιοθετήσεις το κωφάλαλο από το Πακιστάν». Άντε να της ξαναμιλήσει η άλλη μετά…

Η αλήθεια είναι πάντως ότι ποτέ δεν ήταν οι δυο τους κοντά. Ήταν και η αδυναμία που είχε η μάνα τους στη μεγάλη, που έκανε τη Σταυρούλα πυρ και μανία. «Μη ξεχωρίζεις τα κορίτσια σου, κυρά Σοφία», της έλεγε αυτός. Εκείνη εκεί! Η Δημητρούλα κι η Δημητρούλα. Ο ίδιος προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες, γιατί είχε τη διαίσθηση ότι η μικρή θα έβγαζε προβλήματα. Κάτι σαν να μην του καθόταν στην τόσο στρωμένη της συμπεριφορά. Παιδί δεν ήταν κι αυτή; Δεν πέρασε εφηβεία; Και να τα μας τώρα…

Είχαν πάντως και ζόρικη μάνα, όχι αστεία, γιατί καλή χρυσή η κυρά Σοφία, αλλά «σήκω σήκω – κάτσε κάτσε» τους ήθελε όλους εκεί μέσα. Εκτός από τη Δημητρούλα. Κι ας το παράκανε εκείνη κάθε λίγο και λιγάκι, όπως τότε που γύριζε στα νησιά για δύο μήνες και ένα τηλέφωνο δεν τους πήρε, ώσπου την έψαχναν στο τέλος με την αστυνομία. Ή τότε που την έπιασαν με τα τσιγαριλίκια. Εβδομάδες ολόκληρες της τα έψαλε η μάνα της, πως της είχε γίνει χασικλού και με τι μούτρα θα αντίκριζε τη γειτονιά. Λες κι έβγαινε ποτέ από το σπίτι — δέκα χρόνια είχε να περάσει το κατώφλι της πόρτας. «Έλα να σε πάω μια βόλτα βρε χριστιανή μου», της έλεγε αυτός, «πάμε μέχρι τα ξαδέρφια σου στην Ελευσίνα, να πούμε μια κουβέντα». Εκείνη εκεί. Μέσα.

«Πώς την αντέχεις μωρέ», του ‘λεγε η Δήμητρα, «έτσι κρυόκωλη που είναι». Όμως, όλα κι όλα! Σ’ αυτό εκείνος δεν σήκωνε κουβέντα, γιατί μπορεί να του έβγαζε την πίστη όλη μέρα, αλλά στο κρεβάτι τα βράδια, όταν ένιωθε τα πόδια του παγωμένα, τα ‘χωνε ανάμεσα στα μπούτια της και του τα ζέσταινε. Πολλά ήταν η κυρά Σοφία, κρυόκωλη δεν ήταν. Κι ύστερα πήγε η χαζή και πέθανε. Ξύπνησε και, ώσπου να φουσκώσει ο καφές της, πάρ’ την κάτω στο χαλάκι της κουζίνας· κι όλο τον χειμώνα τα πόδια του καταξήλιαζαν μες στα σκεπάσματα.

Για να λέμε τα πράγματα πάντως με τ’ όνομά τους, και με τα κορίτσια της τις είχε τις στιγμές της. Δεν θα την έλεγες βέβαια στοργική μάνα, αλλά πώς να το κάνουμε: στην ανάγκη ήξερε να λέει τη σωστή κουβέντα. Γι’ αυτό κι όλοι σπάραξαν στην κηδεία, κι ας μην κάθισαν μετά στον καφέ σ’ ένα τραπέζι μαζί σαν οικογένεια. «Ρε, η κηδεία της μάνας σας είναι, βάλτε νερό στο κρασί σας». Τι να κανε; πήγε κι εκείνος κι έκατσε με τους γείτονες. Και καλύτερα, γιατί αν ήταν μπροστά όταν ο γαμπρός του ζητούσε φραπέ αντί για ελληνικό, ε, θα γινόταν το έλα να δεις! Δυο μέρες μετά όμως μαλάκωσε μαζί του, τότε που τον βρήκε στον καναπέ να ‘χει πλαντάξει στο κλάμα και του είπε: «Έλα πάρε με μια αγκαλιά ρε πατέρα, πάρε με μια αγκαλιά γιατί τίποτα δεν είμαστε – τίποτα».

Κι ο Σουηδός από την άλλη πάντως —που για να λέμε του στραβού το δίκιο, σκέτη παγοκολώνα είναι ο κερατάς— συγκινημένος φαινόταν κι ας την είχε δει μια φορά μονάχα την κυρά Σοφία. Την επόμενη που ήρθε στην Ελλάδα ήταν για την κηδεία. «Έλα κι εσύ σε μας σύντομα», του είχε πει φεύγοντας η Δήμητρα, μα πού να πήγαινε έτσι όπως είχαν τα πράγματα με τούτους εδώ πέρα; Όχι πως δεν ήθελε, τα λαχταρούσε τα ταξίδια και το ‘χει πονέσει και τ’ άλλο το παιδάκι κι ας μην ήταν αίμα του. Πρέπει κάποια στιγμή να στηρίξει λίγο και τη μεγάλη του την κόρη που έχει διαλέξει τέτοιον αγώνα. Άσε τις μπούρδες που λέει η αδερφή της ότι στη Σουηδία έχουν παροχές και επιδόματα γι’ αυτά τα θέματα. ‘Αλλη η βοήθεια του πατέρα, πώς να τα λέμε τώρα.

Αλλά βλέπεις… σάμπως κι εδώ τα ‘βγάζει πέρα; Κοίτα τον πώς πήγε και το ‘ντυσε το παιδί παραμονή Δεκαπενταύγουστου με χειμωνιάτικα. Και να ‘ταν η πρώτη φορά; Κάθε μέρα και κάπου θα τα ‘κανε θάλασσα. Μάλλον σύντομα θα πρέπει να βάλει κάτω τις κόρες του και να κάνει μια σοβαρή κουβέντα· σε τέσσερα χρόνια πατάει τα ενενήντα. Τα ενενήντα!

Και σαν να μην του φτάνουν όλα αυτά, να σου κι οι μανάδες στο απέναντι παγκάκι να τον στραβοκοιτάζουν. Λες εκείνη που σηκώνεται τώρα να ‘ρθει να του ζητήσει και τα ρέστα; Μωρέ δεν πάει να του καλέσει και την πρόνοια; Λογαριασμό δεν θα ‘δώσει σε κανέναν. Κι αυτή τη στιγμή θα σηκωθεί, θα πάρει το παιδί που έχει γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα και θα το πάει σπίτι να του κάνει ένα κρύο ντους και να τ’ αλλάξει· κι έπειτα το απόγευμα θα πάει να φουλάρει το αυτοκίνητο και θα ‘πει του γαμπρού του: «πάρε ρε μούργο το αμάξι κι ένα πενηντάρικο και πήγαινε τα κορίτσια σου αύριο, μέρα που ‘ναι, σε καμιά παραλία γιατί έχουν πλαντάξει μες στα τσιμέντα καλοκαιριάτικα».

Κι όσο για κείνον; Θα πάει να πιει επιτέλους έναν καφέ, γιατί εννιά μήνες πεθαμένη η κυρά Σοφία, άνθρωπο δεν έχει δει να πει μια κουβέντα. Αν μάλιστα συναντήσει τον φίλο του τον Θανάση, που έχει το ταξιδιωτικό στην πλατεία, θα το κανονίσει επιτόπου και θα κλείσει εισιτήρια για τη Σουηδία τα Χριστούγεννα. Κι όταν θα γυρίσει σπίτι, θα ανοίξει το αιρκοντίσιον και θα καθίσει στον καναπέ με την τηλεόραση στη διαπασών, χωρίς να κάνει τίποτα μέχρι το απόγευμα. Τί-πο-τα! Άντε, μόνο αν δει ότι περνάει η ώρα κι αργούν να γυρίσουν απ’ τη θάλασσα, να βάλει ένα χεράκι να τους συμμαζέψει όπως όπως τη ντουλάπα.

 

Προηγούμενο άρθρο“Μια Θέση Στον Ήλιο”, του Τζορτζ Στίβενς «Η ήπια βία των αισθημάτων» (του Μανώλη Γαλιάτσου)
Επόμενο άρθροΧέρμαν Μέλβιλ, Ηθικός σχετικισμός και άλλα δαιμόνια (του Θανάση Μήνα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ