Κυριακή, 2 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Εξομολογήσεις κι αινίγματα (του Φίλιππου Φιλίππου)

Εξομολογήσεις κι αινίγματα (του Φίλιππου Φιλίππου)

0
18

 

του Φίλιππου Φιλίππου

Όταν το 2022 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του Γιάννη Καρκανέβατου, Το γεμάτο ιστορικές αναφορές μυθιστόρημα και αυτοβιογραφικά στοιχεία Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτό, οι αναγνώστες είδαν πως ήταν κάτι διαφορετικό, αφού συνδύαζε την εξιστόρηση ιστορικών επεισοδίων με την απεικόνιση σκηνών από την σύγχρονη καθημερινότητα. Ήταν μια συλλογή γοητευτικών κειμένων, αινιγματικών και αλληγορικών, που φανέρωναν τις αφηγηματικές δεξιότητες του Γιάννη Καρκανέβατου. Κι ενώ περιμέναμε ένα καινούργιο βιβλίο εξίσου γοητευτικό, ο συγγραφέας εξέδωσε μια διαφορετική συλλογή κειμένων-διηγημάτων με ποικίλους ήρωες και ηρωίδες που περιέχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Το Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι (εκδ. Εστία) αρχίζει με το αινιγματικό διήγημα «Με και χωρίς τον Νώε», όπου μια γυναίκα αναπολεί τη ζωή της και βλέπει όνειρα με τους άντρες που αγάπησε, που παντρεύτηκε, που την επηρέασαν. Την ίδια στιγμή μια φωτιά μαίνεται στην περιοχή της και αυτή σκέφτεται πως αυτή η φωτιά θα τελείωνε κάτι που η ίδια θα έρεπε να κάνει προ πολλού. Το δεύτερο διήγημα, το «Διαρροή», είναι πιο αινιγματικό. Σε αυτό υπάρχει ένα αφηγητής, ο οποίος κάποτε ζούσε στο Παρίσι, σε μια υποβαθμισμένη συνοικία, εκεί γνωρίζει κάποιον συνένοικο, τον Αντριάν, ο οποίος αργότερα μετακομίζει για να εργαστεί σε μιαν οικογενειακή επιχείρηση. Αυτό που προβληματίζει τον αναγνώστη είναι τα ενδιάμεσα κείμενα, γραμμένα με πλάγια γράμματα, που αφορούν για μιαν ιστορία με έναν αμπελουργό, τη γυναίκα του και τον γιο του τον Φλοριάν.

Το «Η πρόσκληση» είναι ένα διήγημα χωρίς αινίγματα, εδώ ο αφηγητής μιλάει για μια φωτογραφία, αφορά την κοπέλα του με την οποία είχαν πάει για διακοπές στην Αλεξάνδρεια. Κι ύστερα, μετά μαπό χρόνια, βρίσκεται τυχαία σ’ ένα σπίτι, όπου βλέπει μια φωτογραφία που κάτι του θυμίζει. Στην ουσία, οι αναμνήσεις του και οι φωτογραφίες αφορούν την Έλενα, τη γυναίκα με την οποία χώρισε και τον βασανίζει η απουσία της.

Ο «Όρχος» είναι μια κάπως αστεία ανάμνηση από την στρατιωτική θητεία του αφηγητή. Θυμάται έναν συνστρατιώτη του, ο οποίος βρισκόταν κοντά σε ξεκοιλιασμένα φορτηγά και κι έπαιζε με σκορπιούς. Ο στρατιώτης είναι ερωτευμένος με μια κοπέλα, υπάρχει ένα γράμμα με το «σ’ αγαπώ» σε μια κόλλα χαρτί πολλές φορές, ένα δεμένο κοράκι που αγαπάει άλλο κοράκι, η άδεια ολίγων ημερών και η απειλή με μια ξιφολόγχη. «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» είναι μια περιήγηση στο Παρίσι – ενίοτε χιονίζει– κι όπου ο αφηγητής θυμάται πως έψαχνε για σπίτι να μείνει, περνάει από το σημείο όπου βρέθηκε νεκρός ο Τζιμ Μόρισον, κανένα σπίτι δεν το θεωρεί κατάλληλο για κατοικία. Όπως μας διευκρινίζει, οι περιγραφές των σπιτιών ανήκουν στην πραγματικότητα, αλλά –προσθέτει-η μνήμη ενίοτε στρογγυλεύει και δημιουργεί.

Στο Παρίσι τοποθετείται και το «Τα ζώα δεν σκέφτονται το μέλλον», σε αυτό ο ήρωας ταλαιπωρείται και θέλει να παραιτηθεί από τη δουλειά του. Περνάει από τους Κήπους του Λουξεμβούργου, παρατηρεί τους περαστικούς, βλέπει τους ερασιτέχνες παίχτες του σκακιού, κυρίως προβληματίζεται από τα αποτελέσματα, οι νικητές είναι χαρούμενοι, αλλά και οι παρτίδες έχουν ενδιαφέρον: αρκεί η προσπάθεια. Και τότε αλλάζει απόφαση, το μέλλον του μπορεί να το διαχειριστεί, δεν πρέπει να βιάζεται.

Στα διηγήματα της συλλογής οι ήρωες, αφηγητές ή μη, αποκαλύπτουν αθώες ή μη ιστορίες που προβληματίζουν, ενώ τα όνειρα παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή τους. Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση, ο αναγνώστης στοχάζεται πάνω στις προθέσεις του συγγραφέα, αναρωτιέται ποια στοιχεία ενώνουν τα διηγήματα της συλλογής. Προφανώς, τα περισσότερα ή όλα έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, δηλαδή αποτελούν εξομολογήσεις και εκμυστηρεύσεις.

Συμπερασματικά, σε όλα τα κείμενα υπάρχει φιλοσοφική διάθεση κι ας μην υπάρχουν οι αναγκαίες διευκρινήσεις για την κατανόησή τους. Στο κειμενάκι στο οπισθόφυλλο του βιβλίου δίνονται ορισμένες εξηγήσεις, αλλά κι αυτές είναι λιγάκι αινιγματικές. «Για τη γοητεία των αόρατων εξουσιαστικών μηχανισμών. Για την αντίσταση και την κατανόηση. Για τους άγνωστους που εισχωρούν στη ζωή μας». Κι ακόμα «Για την τελεία που βάζει ο θάνατος». Στον επίλογο γίνονται αρκετές αναφορές σε περιστατικά που καταλήγουν στη φράση «Η μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας». Προφανώς, ο Γιάννης Καρκανέβατος θέλει να αποκαλυφθεί στους αναγνώστες του και μνημονεύει κάποια τυχαία περιστατικά που τον ώθησαν στον κόσμο της συγγραφής.

.

Γιάννης Καρκανέβατος, Ο Τζιμ Μόρισαν και το σαλιγκάρι,Εκδόσεις Εστία, 2026

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΈνας χρόνος από την απώλεια του Μάρκου Κρητικού (του Γιάννη Μπασκόζου)
Επόμενο άρθρο7ο Διεθνές Φεστιβάλ Δάσους της Θεσσαλονίκης-κριτική επισκόπηση (γράφει η Ζωή Βερβεροπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ