της Βαρβάρας Ρούσσου
«και αφού το μάταιο είναι το τελευταίο οχυρό της θνητότητας/», «έχοντας μάθει ότι το βέβαιο είναι μια διαδρομή που διαρκώς μεταβάλλεται», «Τι γνωρίζω εγώ απ’ το νόημα αυτών που δεν έζησα, αυτών που έχω ζήσει;», «Επειδή έτσι γίνεται και αρχίζει ξανά αυτό που έχει τελειώσει». Οι παραπάνω διάσπαρτοι στίχοι από το Επειδή έτσι γίνεται, είναι αυθαίρετα ενωμένοι εδώ για να συμπυκνώσουν ορισμένες από τις βασικές συντεταγμένες της ποίησης του Σταύρου Ζαφειρίου: την επίμονη διατύπωση οντολογικών ερωτημάτων, την κυκλικότητα της ζωής, τη φθορά και τη συνείδηση του εφήμερου και έμμεσα την απουσία μεγάλων αφηγήσεων -θρησκευτικών, μεταφυσικών ή ιδεολογικών- που θα μπορούσαν να προσφέρουν το ζητούμενο βέβαιο.
Στο Επειδή έτσι γίνεται ο Ζαφειρίου επιλέγει τον κύριο, πάγιο ποιητικό του τρόπο, τη μεγάλη σύνθεση, όπου η αρχιτεκτονικά σχεδιασμένη και γι αυτό σημαίνουσα δομή αποδίδει ένα όλον με την αυστηρή διάρθρωση μουσικής σύνθεσης. Η συλλογή, κατά τον υπότιτλο «20+1 παραλλαγές σ΄ ένα θέμα» δηλώνει το σχέδιό της και παράλληλα υποβάλλει το ερώτημα για το θέμα.
Το «Δημώδες», εναρκτήριο τετράστιχο έμμετρο, σε κανονικό 15σύλλαβο ήδη δίνει το στίγμα του βιβλίου: «Να ‘ρθουν οι λέξεις άνεμος να σείσουν τα κλωνάρια,/να μολογήσουν τ’ άκριτα, να πούνε τα κρυμμένα,/να ‘ρθουν και τ’ αγριολούλουδα με τις μοσκοβολιές τους/καταμεσής της άνοιξης ν’ ανιστορήσουν το αίμα». Οι τίτλοι των τεσσάρων ενοτήτων οι οποίες αποτελούνται από πέντε διακριτά μέρη η καθεμιά απαντούν και ως στίχοι εντός της ενότητας ορίζοντας κάθε φορά ένα καίριο σημείο. Επίσης, κάθε τίτλος αρχίζει με το «και» δημιουργώντας προσθετικά μια ανιούσα κλίμακα ανάγνωσης: «και στον βλαστό όπου βγαίνει το ρόδο,/βγαίνει και το αγκάθι του», «και η λύπη πρέπει να κοιτάξει τη λύπη, για να νοήσει τη λύπη», «κι όποιος μπει μες στο δάσος δεν φοβάται τον λύκο του», «και πρέπει ως το τέλος να παραμένεις αθάνατος». Τα μότο των τεσσάρων ενοτήτων, αντλημένα από την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου, συνιστούν τον πυρήνα ενός διαρκούς και ανοιχτού διαλόγου καθώς η Αμοργός σηματοδότησε και τις ενότητες στο Χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου.
Το Επειδή έτσι γίνεται λοιπόν ακολουθεί τις δυο προηγούμενες συλλογές και ιδίως συνομιλεί ευθέως, θα έλεγα συνεχίζει, το Χρονικό. Χρόνος ως ροή και στις τρεις διαστάσεις του αλλά και ως φορέας φθοράς, η αναζήτηση του νοήματος ανάμεσα στο μέγιστο και το ελάχιστο, τόπος, μνήμη και στοχασμός επί της μνήμης και της αποτύπωσής της, η προσωπική ιστορία ως μέρος της συλλογικής είναι τα βασικά υλικά της ποίησης του Ζαφειρίου που τα επανεπεξεργάζεται εμβαθύνοντας και περισσότερο σε κάθε βιβλίο του. Η Ιστορία, έντονα παρούσα στο Χρονικό, εδώ έχει αρκετά αποσυρθεί. Παρότι όμως ο καθρέφτης στρέφεται περισσότερο στον εαυτό, ο κόσμος την τρέχουσας πραγματικότητας δεν αποκλείεται και δεν μπορεί παρά να επηρεάζει. Το ιστορικό παρελθόν μέσα στο οποίο η ποιητική φωνή έχει συγκροτηθεί γίνεται συγκεκριμένο στην τέταρτη ενότητα με τρόπους άλλοτε προυστικούς, οσμές και ακούσματα, άλλοτε με σκηνές και εικόνες από τον κυρίαρχο τόπο, τη Θεσσαλονίκη, εφηβικές βόλτες και επιθυμίες, οι απαρχές της γνωριμίας με τον εαυτό. Ακόμη, και πάλι όπως στο Χρονικό, παρούσες οι γονεϊκές μορφές: η σχεδόν μυθική μορφή του αγωνιστή πατέρα και η καρτερία της μητέρας, ένας σιωπηλός ηρωισμός του παρελθόντος, επανέρχονται ως μια ισχυρή παρακαταθήκη που φορτίζει το παρόν. Μέσω της ανάμνησης προσώπων, συμβάντων και καταστάσεων διαβάζεται ως πένθιμη και θλιβερή αναντιστοιχία το παρόν: «Επειδή έτσι γίνεται κι ενώ τώρα γύρω μας πυκνώνει το πένθος/κι οι στρατιώτες του κόσμου σημαδεύουν με τα όπλα τους τα παιδιά που δεν έχουνε ακόμη γεννηθεί, κι ενώ η ιστορία του κόσμου σβήνει ένα-ένα τα παλιά της φαντάσματα,/για να γραφτεί απ’ τα καινούρια της φαντάσματα ξανά,/». Και: «Α κόσμε, πώς τώρα αυτό που βγαίνει από μέσα σου είναι μια έρημος και απλώνεται […] και: «Α κόσμε, πώς ξεπληρώνει το αίμα σου όλες τι οφειλές της ιστορίας».
Η αναστοχαστική επιστροφή στο παρελθόν δεν ακυρώνεται για τον Ζαφειρίου από τη γνώση της γραμμικότητας του χρόνου και της ανθρώπινης ήττας μπροστά στη φθοροποιά του δύναμη και τις πλήθος ιστορικές ματαιώσεις. Τελικά, η ζωή αντιμετωπίζεται κατά το ηρακλείτειο «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή», ως μια ατέρμονη αντίθεση και αυτή η αντίληψη υπάρχει ήδη από τον τίτλο της δεύτερης ενότητας και επαναλαμβάνεται παρόμοια στην τελευταία σελίδα της σύνθεσης: «αφήνεις στον πόνο τα χέρια σου, ίσαμε για να κρατηθείς απ’ την ελπίδα/πως στο ίδιο βλαστάρι του ρόδου, μαζί με το αγκάθι φυτρώνει και το άνθος του.».
Η κίνηση στο χρόνο λειτουργεί ως συνεχές εκκρεμές από το παρελθόν στο παρόν όπου και εντέλει παραμένει σε αυτό επιχειρώντας να ονομάσει συνυποδηλωτικά το τέλος: Επειδή έτσι γίνεται και μπροστά σε αυτό το παράθυρο, κυρτωμένος, με τόσο κάτω κόσμο να βαραίνει τα σπλάχνα μου». Και καθώς η συλλογή οδηγείται στο κλείσιμο: «Επειδή έτσι γίνεται και καθώς ολοένα κοντεύεις στον τόπο/που με τόπο αλλιώτικο δεν μπορείς ν’ ανταλλάξεις […].
Τις λεκτικοποιημενες μνήμες, τις καταγραφές των αισθητηριακών εμπειριών που άφησαν το αποτύπωμα της πληρότητας ή του τραύματος τις ανακαλεί η ποιητική φωνή καθώς έχει πλέον οδηγηθεί από την άγνοια της παιδικής ηλικίας στη γνώση: «Τότε δεν ήταν λέξεις, για να τα πεις αυτά,/για ήχους και μυρωδιές και για τ’ άλλα που ένιωθες,/για τις γωνιές του υπογείου όπου έβρισκε τόπο και τρόπο η φύση σου/τότε δεν ήταν έγνοια γι’ αυτά» ενώ: «Τώρα, σ’ ένα δωμάτιο, με τα όρια γύρω μου να τα κλείνουν οι λέξεις, μηρυκάζοντας έως βασάνου το χορτάρι της ύπαρξης». Ο χώρος που οριοθετούν οι λέξεις των ποιημάτων, είναι ένα πεδίο διαπραγμάτευσης των μεγάλων οντολογικών ερωτημάτων και η ποιητική γραφή η επίπονη διαδικασία ώστε να αποδεχτούμε την ευθραυστότητα, φθαρτότητα, το μετέωρο της ύπαρξης. Έτσι, η ποίηση αυτή δε στοχάζεται απλώς πάνω στη ζωή αλλά σκηνοθετεί επαναλαμβανόμενες πράξεις συναίνεσης προς τη φθορά και την εκκρεμότητα όχι ως παθητική υποχώρηση στο αναπότρεπτο αλλά ως σκληρή άσκηση εξοικείωσης με αυτό.
Η έννοια του ελάχιστου στον Ζαφειρίου συναιρεί την ανύποπτη εμπειρική στιγμή μιας απλής πράξης «μ’ ένα κουκούτσι καϊσιού που το σπας για να γευτείς την ψίχα» με την κατάδυση στην τέχνη, τη σχεδόν ταύτιση «ή με μια νότα απ’ το allegro του Μότσαρτ στη Μικρή Νυχτερινή Μουσική». Η ταύτιση του ελάχιστου με το μείζον της ζωής που οδεύει προς το τέλος αναζητώντας απαντήσεις είναι που επιχειρεί ξανά και ξανά ο Ζαφειρίου θωρακίζοντας τη σκέψη για να αντιταχθεί στο φόβο του θανάτου.
Έτσι ακούγεται κάτι πιο υπαρξιακό, σχεδόν προσεγγίζοντας τον Χάιντεγκερ: η ζωή γίνεται κατανοητή από το τέλος της. Ο άνθρωπος υπάρχει ήδη υπό τον ορίζοντα του θανάτου και ο θάνατος δεν είναι μόνο μελλοντικό βιολογικό γεγονός ή αφηρημένη έννοια, ενυπάρχει ήδη στα πράγματα και εντέλει αποτελεί την ακραία δυνατότητα κατανόησης της ζωής. Το ποιητικό εγώ αντιμετωπίζει τη ζωή ως ανοιχτό ορίζοντα στο παρελθόν αλλά ως πορεία που ήδη βαδίζει προς το κλείσιμό του. [θυμίζω τους στίχους όπου το ανοιχτό πριν αντιτίθεται στο κλειστό από λέξεις δωμάτιο]. Το «νά που κοντεύει και ο δικός σου ο καιρός για το τίποτε άλλο. Τίποτε άλλο παρά μονάχα να σου δοθεί ο χρόνος/να συμμαζέψεις αυτά που σου έχουνε πια απομείνει:» είναι καθαρή συνείδηση θνητότητας όπου η ποίηση λειτουργεί σαν προπαρασκευή: να μαζευτούν όσα απέμειναν, να ειπωθούν όσα δεν ξεχάστηκαν, να καταγραφούν τα σημάδια πριν σβήσουν να ιδωθούν ξανά όσα δεν έγιναν και ίσως αυτά να είναι μια δυνατότητα.
Αναγνωρίζεται λοιπόν μια βαθιά φιλοσοφική στάση όχι υψηλόφρονη αλλά χαμηλόφωνη, μαζί με μια υλική, σχεδόν καθημερινή εξοικείωση. Η απαισιόδοξη σκέψη ισορροπείται από το αναπάντεχο καλό, από τις φωτεινές διόδους τον «μίσχο φωτός» που οδηγεί «στον χρυσό»: «Επειδή έτσι γίνεται και για μία στιγμή πώς γυρίζεις την πλάτη σου σε όσα είναι ο δρόμος/και ανοίγουν περάσματα και κανένας τόπος δεν είναι κλειστός/και μένουν ακίνητες οι δυό Συμπληγάδες/[…]. H καταφυγή είναι όχι μόνο η λογοτεχνία ως γραφή και ανάγνωση, αλλά γενικότερα η τέχνη. Ας ανακαλέσουμε εδώ την ενότητα «Εικόνες από μια έκθεση» [τίτλος από το μουσικό έργο του Μουσσόργκσι] από τη συλλογή του Ζαφειρίου Πράσινος ουρανός μπλε χορτάρι (2022) με ποιητικές αναφορές σε πλήθος ζωγράφων έτσι που δημιουργείται ένας ασφαλής χώρος στοχασμού και αντίστασης σε ό,τι επιμένει να αποδυναμώνει την ανθρώπινη υπόσταση. Σε κάθε θανατοπολιτική ο Ζαφειρίου υψώνει την τέχνη ως αντίσταση μαζί με την αισθητηριακή εμπειρία στη φύση. Εδώ οι αισθήσεις με πρώτιστη την όραση εμβυθίζονται απομονώνοντας σημεία συμπαντικής ενότητας: «Επειδή έτσι γίνεται και χωράνε στα μάτια σου τα ηλιοτρόπια της Δράμας/οι ελαιώνες της Μεσαράς και τα κρινάκια της θάλασσας.». «Κι αν σου αρκεί στη λιακάδα μια γουλιά φρέσκο γάλα και μια χούφτα άγριες φράουλες/είναι που χύνεται η ψυχή σου και κυλά/και ξεγλιστρά απαλά απ’ τον εαυτό της».
Έτσι το φαινομενικά εύκολο σαν λαϊκή θυμοσοφία «επειδή έτσι γίνεται» μοιάζει με ποιητική μετάφραση μιας ύστερης λογικής που προσεγγίζει τον Βιτγκενστάϊν όχι μια μεταφυσική απάντηση αλλά η διατύπωση του σημείου όπου η εξήγηση εξαντλείται και απομένει η πρακτική βεβαιότητα της ζωής, αυτό που, απλώς, οι άνθρωποι κάνουν, υφίστανται και επαναλαμβάνουν.
Αναμφισβήτητα τεχνικότατη λοιπόν η ποίηση αυτή στηρίζεται σε ιδιόμορφες στροφές ως μακρές αναπνευστικές περιόδους, ένα είδος στίχος-παράγραφος που δένεται με το επόμενο με διάφορους τρόπους: προσθετικά/συμπληρωματικά, αντιθετικά συμπερασματικά. Οι στίχοι άλλοτε πεζόμορφοι (τελευταία ενότητα οι «συναντήσεις με τον Πεσσόα», σχεδόν πάντοτε μακροσκελείς. Ο αποφθεγματικός λόγος συνάπτεται με τον λυρισμό εξισορροπώντας το νοηματικό βάρος πολλών εκτεταμένων στίχων ώστε να μην εκπίπτουν ποτέ σε στεγνές αποφάνσεις ή μελοδραματικές κορώνες. Συχνή είναι η αντίθεση, ορατή αμέσως με το «Δημώδες» που ανοίγει τη συλλογή, όχι ως απλή διαλεκτική ή ως ρητορικό σχήμα αλλά ως απόλυτη συνθήκη του βίου. Ακόμη η επανάληψη και κυρίως το δομικό «Επειδή έτσι γίνεται» σχεδόν ψαλμική επωδός που επικυρώνει την οργάνωση της σύνθεσης με μοτίβο όμως, και αυτό είναι κομβικό για την τεχνική του Ζαφειρίου, κάθε φορά μετακινεί το νόημα και άλλοτε δηλώνει αποδοχή, άλλοτε αμηχανία, άλλοτε τραύμα, άλλοτε νόμο της ύπαρξης.
Ακόμη, η ρυθμικότητα οφειλόμενη εν μέρει, και λιγότερο, στην εμμετρότητα εν μέρει πραγματωμένη από τη θέση των λέξεων και τους ήχους τους άλλοτε φανερή άλλοτε υπόγεια αλλά πάντα τεχνηέντως εφαρμοσμένη και λειτουργική ενώ συλλειτουργούν σε αυτό αναδιπλώσεις, αποστροφές και επικλήσεις.
Σε όλη τη συλλογή συνομιλητές δεν νοούνται μόνο ένα πιθανό εσύ, ο άλλος ή ο άλλος εαυτός αλλά και μια σειρά ποιητές και πεζογράφοι άλλοτε εμφανείς σε παραλλαγές στίχων άλλοτε κρυμμένοι γόνιμα να εμφανίζονται ως βαθύτερη συγγένεια. Όπως ο ίδιος ο ποιητής το ορίζει στις σημειώσεις του με αναφορές σε πλήθος λογοτεχνών «άλλοτε με τα ίδια τα λόγια τους[…] και άλλοτε ως ρίζες ή κλωνιά των δικών μου». Έτσι, η διακειμενικότητα δε γίνεται επιφανειακή μνεία ή επιδεικτική ρητορεία αλλά εμπλουτίζει πολλαπλά τον ποιητικό λόγο.
Εντέλει, το ύφος του Ζαφειρίου οργανώνεται σύνθετα σε μια κλίμακα από τη χαμηλόφωνη περίσκεψη προς τα ενδιάμεσα κενά σιωπής που τα επιβάλλει η δόμηση της σύνθεσης («Είμαστε η παύση του Λόγου και ό,τι απ’ το Λόγο διασώθηκε») και προς έναν πυκνότατο στοχασμό ενώ σε ορισμένα σημεία ο σχεδόν ιερατικός τρόπος χαρακτηρίζει έναν ποιητή που διαφεύγει από το ατομικό προς τον κοινωνικό/δημόσιο ρόλο του.
Οι μαίανδροι της ποιητικής σκέψης του Ζαφειρίου διατηρούν στο ακέραιο την παραμυθητική καίτοι συχνά ηρωικά απαισιόδοξη και πάλι όμως ελπιδοφόρα λειτουργία της ποίησης «επειδή έτσι γίνεται σώζοντας διαρκώς με τη γλώσσα τους μύθους σου από τον Καύκασό τους.» και «Επειδή έτσι γίνεται και τα φτερά του αετού που μεγαλώνουν τις λέξεις/ είναι η ανάσα που αναδώνει τη φωτιά».
Σταύρος Ζαφειρίου, Επειδή έτσι γίνεται, Νεφέλη 2026
![]()






















