Κυριακή, 12 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ  Αδύνατη επιστροφή από τον Peter Handke (γράφει ο Θανάσης Μήνας)

 Αδύνατη επιστροφή από τον Peter Handke (γράφει ο Θανάσης Μήνας)

0
603

 

γράφει ο Θανάσης Μήνας

«Δεν μπορείς να γυρίσεις στο σπίτι – το σπίτι, η πατρίδα έχει πάψει να υπάρχει∙ επιζεί μόνο στη ναφθαλίνη της μνήμης» – Thomas Wolfe

Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα, το τελευταίο μυθιστόρημα του Χάντκε που εκδόθηκε το 2023, ξεκινά με την επιστροφή του μονόφθαλμου Γκρέγκορ στο χωριό του από το εξωτερικό. Το περιβάλλον έχει αλλάξει θεαματικά. Στη γύρω περιοχή κάποτε υπήρχαν πολυάριθμα μικρά χωριά όμοια με το δικό του∙ έχουν πλέον απορροφηθεί από τα περίχωρα μιας μεγάλης πόλης. Του δημιουργεί μια παράξενη αίσθηση, το νιώθει ταυτόχρονα οικείο και ξένο.

Γυρνώντας σπίτι του, ο Γκρέγκορ βρίσκει τον πατέρα του καθισμένο να παίζει χαρτιά ατάραχος και ασυγκίνητος. Πιο δίπλα η μικρότερη αδερφή του κρατάει ένα νεογέννητο μωρό. Επικρατεί μια αδιατάρακτη ηρεμία, πιο σωστά απραξία, την οποία ο Γκέγκορ διστάζει να παραβιάσει, παρόλο που έχει κάτι σημαντικό να ανακοινώσει στην υπόλοιπη οικογένειά του: ο Γκρέγκορ έχει πληροφορηθεί τον θάνατο του μικρότερου αδερφού του. Ο Χανς υπηρετούσε στη Λεγεώνα των Ξένων και σκοτώθηκε στη μάχη…Οι δύο τους είχαν αποξενωθεί. Όμοια αποξενωμένος αισθάνεται ο Γκρέγκορ προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Επιλέγει να κρατήσει προς το παρόν μυστικό τον θάνατο.

Ανεξάρτητα από το τι θα κάνει τελικά, είναι σαφές ότι ο Γκρέγκορ δεν μπορεί να μείνει στο οικογενειακό περιβάλλον. Δεν ανήκει σ’ αυτό εδώ και πολλά χρόνια. Έχει αποξενωθεί και αυτός με τη σειρά του, όμοια με τον νεκρό αδερφό του. Παίρνει ξανά τους δρόμους.

Περιφέρεται σε τοποθεσίες που του είναι συγχρόνως γνώριμες και άγνωστες. Η πόλη δεν υπήρχε όταν βρισκόταν εκεί για τελευταία φορά. Ούτε ο κινηματογράφος, ούτε το γήπεδο ποδοσφαίρου…Στα απομεινάρια του δάσους και στον παλιό οπωρώνα, που τώρα είναι κατάφυτος, αισθάνεται μεγαλύτερη οικειότητα. Περνά τις νύχτες σε ταβέρνες και αναλογίζεται τη σχέση του με τον Χανς, τι είδους νονός θα είναι για το εκτός γάμου βρέφος της αδερφής του, τα οφέλη του να είναι ο τελευταίος θαμώνας σε ένα εστιατόριο και τους ντόπιους κατοίκους της πόλης. Το παρόν και το παρελθόν μπλέκονται και οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας αναδύονται ως εσωτερικές φωνές.

Ο Χάντκε αναλογίζεται τη θνητότητα και το πέρασμα του χρόνου κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο σπίτι των παιδικών του χρόνων. Η αστική εξάπλωση έχει καταλάβει το πρώην αγροτικό περιβάλλον σε μια απροσδιόριστη χώρα και το σπίτι του γείτονα δεν απέχει πλέον ούτε δύο μέτρα από την αυλή της οικογένειας του Γκρέγκορ. Το αποτέλεσμα είναι μια πυκνή εξερεύνηση της πάλης ενός ανθρώπου με τον χρόνο και την απώλεια.

Η αφήγηση είναι γεμάτη με πνευματώδεις οικογενειακές παρατηρήσεις, καθώς και με μια πιο στοχαστική ενδοσκόπηση σχετικά με τις επιπτώσεις του χρόνου και της απόστασης στην προσωπικότητα. Τα τρία μέρη του μυθιστορήματος σκιαγραφούν μια μεταμορφωτική διαδικασία για τον Γκρέγκορ που βασίζεται στην εδραίωση της πραγματικότητας, στην περιγραφή της εμπειρίας και στη συνέχεια στη σύνθεση αυτής της εμπειρίας σε μια σχετική αφήγηση. Μέχρι το τέλος των σωματικών και ψυχικών περιπλανήσεων του Γκρέγκορ στην πόλη, ο ήρωας ασπάζεται μια νέα ταυτότητα που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του, αυτή του Τελευταίου Θαμώνα, ενός ξένου που όμως έχει τη βιωμένη εμπειρία να αντιληφθεί τις αλλαγές που συμβαίνουν στην οικογένειά του και στην πόλη του.

Η αποξένωση, η αναζήτηση της ταυτότητας και η φύση της γλώσσας ως δύναμης που μπορεί ταυτόχρονα να παγιδεύσει και να απελευθερώσει καθορίζουν πολλά από τα πιο αξιοσημείωτα έργα του Χάντκε, όπως το Μια θλίψη πέρα ​​από τα όνειρα (τα απομνημονεύματα του Χάντκε γραμμένα το 1972 μετά την αυτοκτονία της μητέρας του), Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι (στο οποίο ένας τερματοφύλακας δολοφονεί μια γυναίκα και συνεχίζει τη ζωή του χωρίς να ξέρει αν τον κυνηγάει η αστυνομία και το ελεγειακό Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό. Οι αφηγήσεις αυτές καθοδηγούνται από έντονο, εσωτερικό διάλογο για το πώς πρέπει να υπάρχει κάποιος σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει για πάντα. Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα δεν αποτελεί εξαίρεση.

Όπως και ο αφηγητής του στο βιβλίο, ο ίδιος ο Χάντκε βρήκε τον δικό του τρόπο να περιγράφει έναν χαοτικό κόσμο που αποτελείται από ανθρώπους και μέρη που άλλαξαν για πάντα, αλλά εξακολουθούν να είναι αναγνωρίσιμοι από τις στιγμές ομορφιάς και φόβου που τον κάνουν οικείο.

«Μόνο που οι νουθεσίες εις εαυτόν δεν τον βοήθησαν καθόλου να βγει από τη σύγχυση. Δεν λένε “αμετάκλητα χαμένος”; Έτσι είναι. Είμαι αμετάκλητα χαμένος, Όπως μέχρι σήμερα σ’ ένα εξωτερικά πανικόβλητο κόσμο, μέσα σ’ έναν κυκλώνα ας πούμε,  εντός μου ήμουν απόλυτα ήρεμος, γινόμουν η ενσάρκωση της ηρεμίας, έτσι τώρα φωλιάζει και λυσσομανά μέσα μου ο πανικός, ενώ ο εξωτερικός κόσμος μοιάζει φαινομενικά απόλυτα ήρεμος, καταλαγιασμένος το βράδυ, σχεδόν νεκρός».

Επανεξετάζοντας πολλά από τα θέματα των προηγούμενων έργων του συγγραφέα, η Μπαλάντα επιχειρεί έναν μικρό απολογισμό των αλλαγών που έχει επιφέρει μέχρι στιγμής ο εικοστός πρώτος αιώνας στο περιβάλλον και στους ανθρώπους.

———————————————

Peter Handke, Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα

μτφρ. Σπύρος Μοσκόβου

Εστία, 2026

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΕβδομάδα Μικρών Βιβλιοπωλείων 25-30 Μαίου 2026
Επόμενο άρθροΛογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 2026 : Βραβείο Νίκου Θέμελη στον Βασίλη Παπαδόπουλο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ