Κυριακή, 17 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Μεταξύ ποίησης και φωτογραφίας (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)

Μεταξύ ποίησης και φωτογραφίας (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)

0
37
Χάρη Μιχαλόπουλου , από τη παράσταση του θεατρικού του «Κανείς ποτέ δεν το ’μαθε…»

γράφει ο Θανάσης Αγάθος(*)

 Ο πολυτάλαντος Χάρης Μιχαλόπουλος, πανεπιστημιακός δάσκαλος (Αναπληρωτής Καθηγητής Λατινικής Φιλολογίας στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης), ποιητής, μεταφραστής λατινικής λογοτεχνίας, προσφέρει την πέμπτη ποιητική συλλογή του, που φέρει τον τίτλο Φωτογραφικός θάλαμος (έχουν προηγηθεί: Ψηφιδωτό, 1995· Γεωγραφία δωματίου, 2000· Πιο νύχτα, 2007· Δεν έρχονται, 2015). Η συλλογή, που κυκλοφορεί σε μια καλαίσθητη και άρτια έκδοση από την Κάπα Εκδοτική (σχεδιασμένη από τον Ιωάννη Κ. Τσίγκα), περιλαμβάνει 35 ποιήματα, 4 από τα οποία έχουν δημοσιευτεί στο παρελθόν σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Ο δημιουργός αρπάζει τα αποσπασματικά ίχνη της καθημερινής ζωής και τα αναπλάθει, μέσα από τον λόγο και την εικόνα, επιχειρώντας να τα μνημειώσει σαν στιγμιότυπα που απαθανατίζει ο φωτογραφικός του φακός. Ο «Φωτογραφικός Θάλαμος» συνιστά έναν κλειστό σύμπαν, όπου λέξεις και μορφές ξεπροβάλλουν σταδιακά, με αργό, βασανιστικό, ρυθμό, φέρνοντας στην επιφάνεια εμπειρίες συχνά τραυματικές, όπως ακριβώς ξεπροβάλλουν και αρχίζουν να παίρνουν σάρκα και οστά οι φωτογραφίες σε έναν σκοτεινό φωτογραφικό θάλαμο. Πέρα από τη σκόπιμη σύνδεση των ποιημάτων με την τέχνη της φωτογραφίας, την έκδοση πλαισιώνουν 12 φωτογραφίες, που δεν αποτελούν διακοσμητικό στοιχείο αλλά διαλέγονται καίρια με συγκεκριμένα  ποιήματα: οι 7 από αυτές είναι τραβηγμένες από τον ίδιο τον ποιητή (απεικονίζουν την Καβάλα, την Κομοτηνή, το Φανάρι Ροδόπης, που λειτουργούν ως τόποι μνήμης) και οι 5 απεικονίζουν ποικίλα έργα τέχνης, τα οποία λειτουργούν ως διακείμενα (ο πίνακας Ο Χαμένος Παράδεισος του Πωλ Γκωγκέν, το ψηφιδωτό του Καθεδρικού Ναού του Μονρεάλε στο Παλέρμο Έξωση των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, το άγαλμα Έρωτος κεφαλή, το ποίημα «Εκόμισα εις την Τέχνην» του Κ.Π. Καβάφη, μια αγιογραφία των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων).

Ο Μιχαλόπουλος λοιπόν, με τον ευαίσθητο φακό του, απαθανατίζει σπαράγματα της δικής του ζωής και της ζωής των άλλων, φωτογραφίζει συνεχώς στιγμές της καθημερινότητάς του και της γύρω του πραγματικότητας, ερχόμενος μάλλον σε αντίθεση με την προμετωπίδα της συλλογής του («Εσύ περνάς πάντα ξυστά από την πραγματικότητα»), καθώς περισσότερο δείχνει να εισέρχεται μέσα στη ζοφερή πραγματικότητα παρά να περνά ξυστά από αυτήν. Και, τονίζοντας την αναλογία ανάμεσα στην ποιητική δημιουργία και τη φωτογραφία, βάζει το αναγνωστικό κοινό μέσα στον σκοτεινό φωτογραφικό του θάλαμο, μέσα στο εργαστήρι του δημιουργού.

Το σκοτάδι δεν υπάρχει μόνο στον φωτογραφικό θάλαμο, αλλά σχεδόν παντού γύρω μας, υπαινίσσεται ο Μιχαλόπουλος. Η κατάδυση στη νύχτα, που είχε φανεί ήδη στις πρώτες συλλογές του ποιητή και είχε κορυφωθεί στη συλλογή Πιο νύχτα, επανέρχεται εδώ, πάντα με τη μορφή της καθόδου στα σκοτεινά άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Η νύχτα και τα αστέρια, πανταχού παρόντα, ακόμη και στους τίτλους κάποιων ποιημάτων («Στον πιο μακρινό ουρανό», «Νυχτερινή αλληλογραφία που δε θα διαβάσει πια κανείς» «Νυχτερινό», «Έναστρες νύχτες») συνδέονται με την έλλειψη του αγαπημένου, την κενή αγκαλιά, την αδυναμία επικοινωνίας, τα ανεπίδοτα γράμματα, το υπαρξιακό αδιέξοδο, τα συναισθήματα που δεν εκφράστηκαν την ώρα που έπρεπε, τα ζευγάρια που δεν αγαπήθηκαν, τους χωρισμούς, την εγκατάλειψη.

Η εγκατάλειψη αποτυπώνεται ιδιαίτερα έντονα στο ποίημα «Κουβάρι», στο οποίο η Αριάδνη εγκαταλείπεται από τον Θησέα στη Νάξο και απομένει στο ακρογιάλι σάρκινο κουβάρι, / όπως λέει κανείς καράβι, ψέμα, μνήμη (σ. 14). Ωστόσο, η εγκατάλειψη δεν αφορά μόνο στα ζευγάρια· αγγίζει την άνοιξη του Κορωνοϊού («Ημερολόγιο Covid»), συνοδεύει την έξωση των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο («Σπουδή στην έξωση: σχόλια σε δυο πίνακες και μια συνταγή μαγειρικής») και αισθητοποιείται σε όλα τα παρατημένα, ταλαιπωρημένα, μισοτελειωμένα αντικείμενα της ανελέητης καθημερινότητας («Ό,τι μένει»).

Άμεσα συνυφασμένη με την εγκατάλειψη στα ποιήματα του Μιχαλόπουλου είναι η απουσία. Απουσία ερωτικών συντρόφων, απουσία φίλων, αλλά και απουσία των γονιών. Τα πολύ συγκινητικά και πυκνά ποιήματα «Γενεθλιακό», αφιερωμένο στη μητέρα που έχει φύγει από τη ζωή, και «Νανούρισμα», που ανακαλεί τη μνήμη του πατέρα, αποτυπώνουν με βαθιά συγκινησιακή φόρτιση τη διάλυση της εσωτερικής ισορροπίας και το αίσθημα ματαίωσης που επιφέρει η απώλεια των γονεϊκών στηριγμάτων. Με την απουσία και το πένθος συνδέεται και το ποίημα «Είδωλο σε δύο κινήσεις», με το ποιητικό υποκείμενο να αντικρίζει το σπίτι άδειο, να θυμάται τη σειρήνα του ασθενοφόρου και να αντιμετωπίζει το απόλυτο κενό κατάματα, χωρίς να χρειάζεται τα δεκανίκια της θρησκείας, της μεταφυσικής ή του παραμυθιού.

Συνέπεια της εγκατάλειψης και της απουσίας στο σύγχρονο δυστοπικό σύμπαν είναι ο κατακερματισμός, ο ακρωτηριασμός της ανθρώπινης ψυχής και, ιδίως, του ανθρώπινου σώματος. Το ποιητικό υποκείμενο σωματοποιεί τα πάντα, παλεύει διαρκώς με το σώμα του, αναζητώντας την ταυτότητά του. Στο ποίημα «Σπασμένο παζλ» το ποιητικό υποκείμενο σπάζει το σώμα του σε κομμάτια, το συναρμολογεί με κόπο και μετά το ξανασπάζει, και πάλι επιχειρεί να συναρμολογήσει εκ νέου τα θραύσματα του εαυτού του, με σκοπό να ανακτήσει την ενότητα και τη συνοχή της ύπαρξής του, να ξανακερδίσει τον πραγματικό του εαυτό ή, εν πάση περιπτώσει, «Ό,τι έμεινε. Ό,τι κολλά» (σ. 21). Κατακερματισμένα, ωστόσο, είναι και τα αγάλματα στο ποίημα «Έρωτος κεφαλή» και στο ποίημα «Τα κεφάλια», όπου ο ποιητής περιγράφει κομμένες κεφαλές αγαλμάτων που εκτίθενται σε κάποιο μουσείο και που δεν πονούν για το σώμα που έχασαν αλλά συμπονούν το ποιητικό υποκείμενο, που ακόμα παλεύει με το σώμα που του ανήκει.

Σε αυτόν τον σκληρό, μουντό κόσμο του Μιχαλόπουλου το ποιητικό υποκείμενο, αλλοτριωμένο και κουρασμένο από τους πάντες και τα πάντα, στοχάζεται πάνω στην άνιση στην πάλη με τον Χρόνο («Πάλι»), αναλογίζεται την παντοδυναμία της Μνήμης («Στον σταθμό», «Χάρτης»), αποτίει έναν μελαγχολικό φόρο τιμής στην αγάπη και τη συντροφικότητα των ζευγαριών που γερνούν μαζί και που μοιάζουν με τα χρόνια ο ένας στον άλλο, / όπως κισσός αξεδιάλυτα αγκαλιάζει κυπαρίσσι («Όπως κισσός», σ. 38).

Καθρέφτης αυτού του κόσμου, η ποίηση δεν προσφέρεται ως παρηγοριά ή ως λύτρωση αλλά αποτυπώνεται ως μια βασανιστική και επώδυνη διαδικασία, με τον δημιουργό της να παλεύει συνεχώς να κρατηθεί από τις λέξεις, να ψάχνει όσα έχει χάσει και να προσπαθεί να ανάψει τσιγάρο βρεγμένος, με σπασμένη ομπρέλα («Σπασμένη ομπρέλα», σ. 7). Οι λέξεις εμφανίζονται συχνά αδύναμες, εξασθενημένες, λιπόσαρκες, πεινασμένες, ελεεινές, ωστόσο ο ποιητής τις περιθάλπει και επουλώνει τις πληγές τους («Λέξεις»). Το ποίημα προχωρά δύσκολα, πληγώνεται και αντιστέκεται· συχνά αδυνατεί να εκφράσει τη ζοφερή πραγματικότητα του ανθρώπου που αναζητά φαγητό μέσα στον κάδο των σκουπιδιών, χάσκει με απορία και ντροπή, / προδομένο από ασυνάρτητες λέξεις και ξεχαρβαλωμένους στίχους («Αυτήν τη στιγμή», σ. 24)  και προκαλεί, αναγκάζει τον ποιητή, σε ρόλο Οδυσσέα που παλεύει με τον Κύκλωπα, να το τυφλώσει, μπήγοντας το σκουριασμένο τσιγκέλι στις λέξεις να τρέξει αίμα και μελάνι, ώστε να μην έχει μάτια να μνέει η καταραμένη η πείνα («Αυτήν τη στιγμή», σ. 25)· γεμάτο διαγραφές, μουτζούρες, δισταγμούς περιπλανιέται στα πιο απίθανα μέρη, την ώρα που γράφεται δεν είναι παρά/ μόνο λέξεις, προθέσεις (της γραμματικής, όχι από τις άλλες), σημεία στίξης / και ψέμα («Το ποίημα γράφεται στις αγκαλιές των ξένων», σ. 34). Και οι ποιητικές συλλογές στο σακίδιο του ποιητικού υποκειμένου αποτελούν εύφλεκτο υλικό, γεμάτο καυστικές λέξεις, εκρηκτικά συναισθήματα («Αρχή Πολιτικής Προστασίας. Ενημέρωση και προετοιμασία για τους ελέγχους ασφαλείας», σ. 55), έτοιμο ανά πάσα στιγμή να εκραγεί.

Πέρα από την ευαίσθητη ανταπόκρισή της στην κοινωνική πραγματικότητα, η συλλογή του Μιχαλόπουλου αποτελεί και έναν διαυγή και ειλικρινή στοχασμό πάνω στην ίδια την ποίηση και τα υλικά από τα οποία δημιουργείται. Η οποιαδήποτε στιγμή, το οποιοδήποτε σπάραγμα της καθημερινότητας, το οποιοδήποτε συναίσθημα, το οποιοδήποτε θέαμα, το οποιοδήποτε τοπίο μπορεί να αποτελέσει υλικό για την ποίηση. Ευφυώς ο Μιχαλόπουλος τοποθετεί στο τέλος της συλλογής του, εν είδει επιλόγου, το ποίημα, πεζοτράγουδο καλύτερα, «Τα υλικά», τονίζοντας τα ετερόκλητα υλικά της ποίησής του, τα περισσότερα φθαρμένα, χαλασμένα, σκισμένα, σπασμένα, παρατημένα, ευτελή, και προτρέποντας τον αναγνώστη να κάνει ό,τι θέλει ή ό,τι μπορεί με αυτά και να επινοήσει ό,τι χρειάζεται. Αυτή ακριβώς είναι η γοητεία και η δυναμική της ποίησης του Μιχαλόπουλου: ο αναγνώστης παίρνει ερεθίσματα για να ανασυνθέσει τα σπαράγματά της και να «επανεμφανίσει» τις φωτογραφίες του ποιητή στον δικό του σκοτεινό θάλαμο.

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Χάρης Μιχαλόπουλος, Φωτογραφικός θάλαμος, Κάπα Εκδοτική, Αθήνα 2025.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟικονομικά ζητήματα, χρήμα και εγκλήματα (γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ