συνέντευξη στην Χριστίνα Ταλιέτι στο ένθετο “La Lettura” της εφ. Corriere della Sera (10-5-2026)
Μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς
Ο Λάσλο Κρασναχoρκάϊ, Ούγγρος και νικητής του Νόμπελ του 2025, ο οποίος αναμένεται αύριο Σάββατο 16 Μαίου, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στο Τορίνο για να παραλάβει το Βραβείο Μοντέλο, μετά την ψηφοφορία που έδιωξε τον Όρμπαν, εκφράζει τη χαρά του. «Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Ευρώπη πλημμύρισε από ένα επαναστατικό κύμα. Στη Βουδαπέστη η εξέγερση ξέσπασε στις 15 Μαρτίου1848· και “οι νέοι του Μαρτίου” έγιναν ήρωες. Στις 12 Απριλίου συνέβη το ίδιο πράγμα». Από εδώ ξεκινά, και από το νέο του μυθιστόρημα (Η ασφάλεια του ουγγρικού έθνους, πολιτικός τίτλος για την ιστορία ενός εντομολόγου), το ταξίδι μας προς το Τορίνο.
Τι φοβάται σήμερα ο Λάσλο Κρασναχορκάι; «Ότι δεν θα αλλάξει τίποτα». Ο Ούγγρος συγγραφέας, κάτοχος του Νόμπελ Λογοτεχνίας 2025, ντυμένος με ανοιχτόχρωμα ρούχα, με ψάθινο καπέλλο Παναμά στο κεφάλι, κομψός και φιλικός στο μπαρ ενός ιστορικού ξενοδοχείου της Τεργέστης, κλείνει έτσι τη συνέντευξή του στο ένθετο «La Lettura» της Corriere della Sera. Το Σάββατο 16 Μαΐου θα βρίσκεται στο Σαλόνι του Βιβλίου στο Τορίνο όπου θα παραλάβει το Βραβείο Mondello·[1] από τις εκδόσεις Bompiani κυκλοφορεί το νέο του βιβλίο, Η ασφάλεια της ουγγρικής εθνότητας, σε μετάφραση της Dóra Várnai, η οποία έχει μεταφράσει στα ιταλικά σχεδόν όλα τα άλλα βιβλία του, από Το τανγκό του Σατανά [εκδόσεις Πόλις 2018] έως το Πόλεμος και πόλεμος, [εκδόσεις Πόλις 2015] από το Herscht 0776 [εκδόσεις Πόλις 2023] έως το Avanti va il mondo, [Μπροστά πηγαίνει ο κόσμος] και η οποία σε αυτή την περίπτωση είναι η πολύτιμη, φιλική διερμηνέας. Στην Ουγγαρία η μακρά περίοδος του Βίκτωρ Όρμπαν έληξε με την ήττα της 12ης Απριλίου και η άνοδος του Πέτερ Μάγιαρ σηματοδοτεί την αρχή μιας ασυνέχειας. Είναι δύσκολο να μην ξεκινήσουμε από εκεί, από τη δυνατότητα να αρχειοθετήσουμε ένα πολιτικό φαντασιακό που επαναπροσδιόρισε τη σχέση μεταξύ ατόμου, εξουσίας και έθνους.
Ο Κρασναχορκάι πάντα αντιπαρέθεσε σε αυτό το φαντασιακό ένα ριζοσπαστικό γράψιμο, ανθεκτικό σε κάθε απλοποίηση: Το βιβλίο Η ασφάλεια του ουγγρικού έθνους δεν σχολιάζει την επικαιρότητα, κρατάει αποστάσεις από αυτήν, αλλά κατά κάποιον τρόπο την προλαβαίνει και την ξεπερνά. Ο τίτλος θυμίζει φυλλάδιο-έντυπο ή δοκίμιο: ένα μικρό, καθόλου αφελές, μια παραπλανητική πλοκή που βρίσκεται στο επίκεντρο ενός μυθιστορήματος με πρωταγωνιστή τον Άντρας Παπ, έναν ήρεμο και μοναχικό εντομολόγο που φέρει ένα σωματικό ελάττωμα και ο οποίος, από παιδί, επέλεξε ως βιότοπο τον κόσμο των πεταλούδων «επειδή δεν τσιμπάνε, δεν τρυπάνε, δεν δαγκώνουν». Ως ενήλικας συνεχίζει τις έρευνές του στο Ουγγρικό Μουσείο Φυσικών Επιστημών, μέσα σε έναν παράλογο γραφειοκρατικό μηχανισμό που, σε κάποιο σημείο, του αναθέτει να μελετήσει μια στρατηγική για την προώθηση της εθνικής υπερηφάνειας μέσω των λεπιδόπτερων. Ο Papp προσεγγίζεται από έναν παράξενο τύπο, έναν συγγραφέα με το δυσκολοπρόφερτο όνομα Λάσλο Κρασναχορκάι, ο οποίος θέλει να μάθει από αυτόν, με βάση τις επιστημονικές του γνώσεις, ποιο είναι το νόημα της ζωής: «Γιατί η ζωή θέλει τόσο πολύ να ζήσει;».
Τι σχέση έχουν οι πεταλούδες με την εθνική ασφάλεια;
«Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου γίνεται λόγος για την εικόνα που έχουμε για την πραγματικότητα και αναφέρεται ότι αυτή απέχει τόσο πολύ από την ίδια την πραγματικότητα όσο, για παράδειγμα, η εθνική ασφάλεια της Ουγγαρίας από τις πεταλούδες. Είναι μια ειρωνική προσπάθεια να τονιστεί ότι σήμερα, αν ακούσει κανείς την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, συχνά ακούγεται η Ουγγαρία στις συζητήσεις διαφόρων χωρών της Ευρώπης.
«Ωστόσο, αυτό που συνέβη πριν από λίγο καιρό στην Πολωνία ή συμβαίνει στην Τσεχική Δημοκρατία, αλλά κυρίως τώρα στην Ουγγαρία, είναι μια αποφασιστική ενίσχυση του γεγονότος ότι πρέπει να προχωρήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι ένα ισχυρό σημάδι ελπίδας για όλη την Ευρώπη: σημαίνει ότι ακόμη και σε μια τόσο άσχημη κατάσταση υπάρχει η δυνατότητα να επιστρέψουμε στον σωστό δρόμο. Τώρα δεν μας μένει παρά να κάνουμε κάτι με την ουγγρική κοινωνία».
Ας έρθουμε στη γένεση του μυθιστορήματος. Όσον αφορά τον χαρακτήρα Λάζλο Κρασναχορκάι λέγεται ότι η διαδικασία της συγγραφής γινόταν κυρίως στο μυαλό του: «Γενικά, από το χώρο πίσω από την πλάτη του έφτανε να τον αγγίξει κάποιος, ή κάτι, του ερχόταν μια εικόνα, μια σιωπηλή ανθρώπινη μορφή, ή ακόμα και μια απλή κίνηση, τέτοια πράγματα, που ο ίδιος ονόμαζε “έμμεσες παρορμήσεις”» .
«Στην πραγματικότητα αυτό είναι το μόνο πράγμα που ίσως μπορεί να αναφέρεται σε μένα. Πάντα προσπαθούσα να αποφύγω την απάντηση στην ερώτηση: πώς γράφεις; Μερικές φορές, όταν δεν ήθελα να φαίνομαι εντελώς τρελός που λέει αστεία ή παράξενα πράγματα, βρήκα αυτή την εξήγηση: γράφω στο μυαλό μου, όπως ο Χέντερλιν. Στην πραγματικότητα, αυτή είναι μια εξαιρετικά προσωπική ερώτηση, σαν να με ρωτούσες πόσο συχνά αλλάζω κάλτσες. Ωστόσο, έπρεπε να δώσω μια απάντηση, δεδομένου ότι μου το ρωτούν συχνά. Είναι λίγο σαν να φτάνουν σε αυτόν τον χώρο της μη ύπαρξης εικόνες συγκεκριμένων, παράξενων, γοητευτικών χαρακτήρων, με φράσεις ή θραύσματα φράσεων. Περπατώ στην Τεργέστη, στη via Mazzini, και σε κάποιο σημείο λέω στον εαυτό μου, σε λιγάκι φτάνω σχεδόν μέχρι το σταθμό όπου υπάρχει ένα διάσημο και πολύ καλό παγωτατζίδικο –στην Τεργέστη συζητιέται πολύ για το ποιο είναι το καλύτερο της πόλης– και αντιλαμβάνομαι ότι δίπλα μου περπατάει αυτός ο κύριος Papp. Με προσπερνά και το σωματικό του πρόβλημα τραβά την προσοχή μου, σε τέτοιο βαθμό που το παγωτατζίδικο περνά σε δεύτερη μοίρα. Ο τρόπος με τον οποίο περπατά φέρει μαζί του ολόκληρο το πεπρωμένο του. Από αυτά τα αποσπάσματα φράσεων αναδύεται μια λέξη που αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεν μου δίνει ησυχία και, με τον καιρό, προσελκύει άλλες λέξεις, γίνεται φράση, μελωδία, μουσική. Απομακρύνεται όλο και περισσότερο και όταν νιώθω ότι είναι ολοκληρωμένη αρχίζω να τη γράφω. Και έτσι το μοναδικό μου καθήκον είναι να γράψω τον Αντράς Παπ μέσα στην πραγματικότητά μας. Η κατάστασή του φέρνει μαζί της και άλλους χαρακτήρες. Μεταξύ των οποίων ο Λάσλο Κρασναχορκάι, ο οποίος δεν είναι ίδιος με μένα, προφανώς, αλλά μια παιχνιδιάρικη εκδοχή μου. Μέσω αυτού μπορώ να πω πολλά πράγματα που από σεμνότητα δεν θα έλεγα».
Όπως το μεγάλο ερώτημα «γιατί η ζωή θέλει τόσο πολύ να ζήσει»;
«Με ενδιαφέρει πολύ και εμένα, οπότε σίγουρα αποτελεί γέφυρα μεταξύ του χαρακτήρα και του εαυτού μου. Και καθώς κι εγώ δυσκολεύομαι να δώσω μια απάντηση, νιώθω μια κάποια πονηριά βλέποντας ότι ούτε ο συγγραφέας, που νομίζει ότι θα τη βρει από τον εντομολόγο, δηλαδή από την επιστήμη, δεν την παίρνει. Προφανώς τίποτα δεν είναι εντελώς τυχαίο, ποτέ, στο βιβλίο. Το γεγονός ότι αυτός ο επιστήμονας είναι ακριβώς εντομολόγος και ότι υπάρχει μια ασυμφωνία μεταξύ της φυσικής του κατάστασης και της αιθέριας ομορφιάς των πεταλούδων με τις οποίες ασχολείται δεν είναι τυχαίο.
Και φυσικά περιμένω, ελπίζω, ότι ο αναγνώστης θα αντιληφθεί επίσης τον παραλληλισμό μεταξύ αυτής της ελαφρότητας, αυτής της ανάλαφρης φύσης των πεταλούδων με την εφήμερη ζωή και τον θάνατό τους και της σοβαρότητας του ερωτήματος που, όπως οι πεταλούδες, από σοβαρό γίνεται ελαφρύ και σχεδόν ασήμαντο στο τέλος».
Μεταξύ του συγγραφέα και του εντομολόγου γεννιέται μια φιλία…
«Η εμπιστοσύνη του Αντράς, με την πάροδο του χρόνου, έχει προδοθεί πολλές φορές, και λόγω της εμφάνισής του. Έχει υποστεί πολλές απογοητεύσεις, αλλά καταφέρνει να πιστέψει ότι αυτός ο άντρας επιθυμεί τη φιλία του, όχι μόνο την απάντηση στο ερώτημά του. Η φιλία είναι ένα θέμα που υπάρχει σε όλα τα βιβλία μου, δύο χαρακτήρες που φαινομενικά είναι πολύ μακριά ο ένας από τον άλλο: ο ένας πιστεύει τα πάντα, ο άλλος δεν πιστεύει τίποτα· ο ένας έχει εμπιστοσύνη, ο άλλος όχι. Και ωστόσο, με κάποιο τρόπο μεταξύ τους δημιουργείται αυτό το είδος συναισθήματος που μπορούμε να ονομάσουμε φιλία».
Ο χαρακτήρας του Κρασναχορκάι εμφανίζεται στον Papp λέγοντας ότι θέλει να γράψει το τελευταίο του βιβλίο. Ακριβώς την ημέρα που κερδίσατε το Νόμπελ είχε διαδοθεί η φήμη ότι θέλατε πραγματικά να σταματήσετε να γράφετε.
«Στην πραγματικότητα είναι μια φράση που έχω πει μετά από όλα τα βιβλία μου, μόνο που την πρώτη φορά την άκουσαν λίγοι, τώρα πολύ περισσότεροι. Ήθελα να κάνω καλό, όχι να γράψω! Και σκεφτόμουν ότι αν έγραφα ένα καλό βιβλίο τότε θα σταματούσα. Αλλά επειδή τα βιβλία μου ήταν πάντα αποτυχίες, κάθε φορά προσπαθούσα να το διορθώσω γράφοντας ένα άλλο, πάντα με την ιδέα ότι μετά θα τα παρατούσα οριστικά. Μπορώ να πω ότι ελπίζω πολύ να καταφέρω να σταματήσω να γράφω».
Το πρόβλημα, όπως αναφέρεται στο μυθιστόρημα, είναι ότι ακόμη και η σιωπή πρέπει να λέει κάτι.
«Αν μπει κανείς σε οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο, συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια τρομακτική ποσότητα βιβλίων κακής ποιότητας, κακογραμμένων, χωρίς ενδιαφέρον. Και δεν μιλάω μόνο για την Ιταλία, είναι ένα πρόβλημα και στις ΗΠΑ, για να μην μιλήσουμε για την Ασία. Πόσα από αυτά τα βιβλία έχουν κάποια αξία; Και πόσοι διαβάζουν βιβλία αξίας; Μέχρι τη δεκαετία του ’60 η λογοτεχνία ήταν ένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει την κοινωνία. Από τη δεκαετία του ’70 και μετά, πολύ γρήγορα έχασε αυτή της την ικανότητα. Ας σκεφτούμε τους νέους σήμερα: πόσοι από αυτούς είναι ακόμα σε θέση να διαβάσουν; Και από αυτούς που μπορούν, για πόσα λεπτά καταφέρνουν να συνεχίσουν την ανάγνωση; Μπροστά στα μάτια μας συμβαίνει μια αλλαγή: σήμερα η λογοτεχνία περιορίζεται στο να είναι ένα σημάδι της κρίσης της κοινωνίας. Είναι ένας χαιρετισμός: γεια, ήταν μια ωραία ιστορία μερικών χιλιάδων ετών, αλλά τώρα αντίο. Πολλοί πιστεύουν ότι η λογοτεχνία, ηρωικά, θα επιβιώσει. Δεν σκέφτονται το γεγονός ότι ο άνθρωπος υπήρχε ήδη πριν από τη γραφή. Αυτό που ζητώ στις προσευχές μου στον Άγιο Ιούστο, [πολιούχος άγιος της Τεργέστης] είναι τουλάχιστον ο άνθρωπος να μην ξεχάσει να μιλάει»
Ο τρόπος γραφής σας, μελωδικός, με αδιάκοπη ροή, με μακρές υπνωτιστικές προτάσεις, αποτελεί μια προσπάθεια να αντισταθείτε σε αυτή την απλοποίηση;
«Δεν μπορώ να απαντήσω, γιατί μου ήρθε εντελώς φυσικά. Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να γράφω, χρησιμοποιούσα αυτές τις μεγάλες, εκτεταμένες, ρέουσες προτάσεις. Άρχισα να γράφω αρκετά αργά, από την εφηβεία μέχρι περίπου τα είκοσι πέντε μου ασχολιόμουν πάντα με τη μουσική. Σκεφτόμουν να συνθέσω και έτσι, όταν έφτασα στην ανάγκη να γράψω, είχα ήδη αυτό το είδος μουσικού στυλ που με διακρίνει».
Ας το πάρουμε ως πρόκληση ότι τα βιβλία σας είναι όλα μια αποτυχία. Υπάρχει τουλάχιστον ένα με το οποίο είστε πιο συνδεδεμένος;
«Όχι, δεν είναι πρόκληση. Να αγαπώ τα ίδια μου τα βιβλία; Όχι. Υπάρχουν άλλα που για μένα αντιπροσωπεύουν τους πυλώνες του Ολύμπου της λογοτεχνίας, αλλά σίγουρα όχι μεταξύ των δικών μου».
Η Ακαδημία της Σουηδίας και πολλοί αναγνώστες, προφανώς, δεν το βλέπουν έτσι.
«Για να το πω με λίγα λόγια, ξέρω ότι κέρδισα το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, αλλά ακόμα δεν το πιστεύω. Πολλοί από όσους το έλαβαν πριν από μένα, όπως ο Σάμουελ Μπέκετ, βρίσκονται σε αυτόν τον Όλυμπο και είναι πολύ δύσκολο να φανταστώ τον εαυτό μου ανάμεσά τους. Ας πούμε ότι συνήθως, για να τους κοιτάξω, έπρεπε να σηκώσω το κεφάλι ψηλά, σαν να κοίταζα τον παράδεισο. Και το κεφάλι μου έχει πια κολλήσει σε αυτή τη θέση. Μπορώ μόνο να πω ότι τα βιβλία μου στοχεύουν στο ωραίο και αν η επιτροπή του Νόμπελ, κατά τρόπο απροσδόκητο, έκρινε ότι αυτή η επιδίωξη αξίζει το βραβείο, πιστεύω ότι ήταν μια θαρραλέα απόφαση»
Ποιοι βρίσκονται στον Όλυμπο, εκτός από τον Κάφκα ή τον Ντοστογιέφσκι, οι οποίοι έχουν προφανώς τροφοδοτήσει την έμπνευσή σας;
«Να πάμε ακόμα πιο πίσω. Στον Όμηρο, και στον Ξενοφώντα. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Ανάβαση: ήδη στο ένα τρίτο, συνειδητοποίησα ότι δεν είναι ιστορική πραγματεία, αλλά μυθιστόρημα. Το να τη διαβάσω ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία. Θα μπορούσα να πω επίσης τον Δάντη, και όχι επειδή βρισκόμαστε στην Ιταλία. Δεν πρόκειται μόνο για συγγραφείς, αλλά και για χαρακτήρες, για παράδειγμα τον Μίσκιν, τον «ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι: όσον αφορά εμένα, είναι ένα πρόσωπο της ζωής μου, είναι παρών στη δική μας πραγματικότητά, στην καθημερινότητά μας, είναι εδώ μαζί μας. Το ίδιο θα μπορούσα να πω και για ορισμένους χαρακτήρες του Κάφκα. Και για πολλούς, πολλούς άλλους. Και όλα αυτά θα τα χάσουμε, είναι τρομερό. Ξέρω ότι αυτό που έρχεται μπορεί να είναι εξίσου πλούσιο και φανταστικό και υπέροχο. Και υπάρχουν κάποιοι που ήδη ζουν αυτή τη ζωή».
Είστε πεπεισμένος ότι όλα αυτά θα χαθούν;
«Όλος ο κόσμος της λογοτεχνίας θα εξαφανιστεί. Δεν έχω ελπίδες ότι, όπως τον γνωρίζουμε, θα παραμείνει ζωντανός. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι τα καλύτερα λογοτεχνικά αποτελέσματα είναι αυτά στα οποία ο συγγραφέας δεν φαίνεται, εξαφανίζεται. Όπως έλεγα πριν, η ελπίδα μου είναι ότι τουλάχιστον η ικανότητα να επικοινωνούμε θα παραμείνει ανέπαφη, ότι, ακόμα κι αν η πρώτη κίνηση ενός ατόμου, όταν συναντά ένα άλλο, είναι να του δώσει ένα χτύπημα στο κεφάλι, πριν το κάνει θα του πει: τώρα θα σου δώσω ένα χτύπημα στο κεφάλι. Ίσως έτσι ξεκινήσει μια συζήτηση, ίσως ο άλλος απαντήσει: «έλα, μην το κάνεις…».
Είστε τόσο απαισιόδοξος;
«Ο απαισιόδοξος βλέπει τα πράγματα χειρότερα από ό,τι είναι, ο αισιόδοξος καλύτερα. Εγώ δεν ανήκω σε καμία από τις δύο κατηγορίες. Αλλά η κατάσταση είναι απελπιστική».
Τι θα θέλατε να γίνετε όταν ήσασταν μικρός;
«Εξαρτάται, κάθε μήνα είχα διαφορετικές ιδέες, με ενδιέφεραν τα πάντα. Όταν ήμουν μικρός, μια συνήθεια έκανε τους γονείς μου να αναστενάζουν: μου άρεσε πολύ η μυρωδιά της βενζίνης. Εκείνη την εποχή τα αυτοκίνητα στην Ουγγαρία είχαν αυτή την απαίσια μυρωδιά πετρελαίου. Ο πατέρας μου έλεγε: ίσως γίνει μηχανικός και φροντίσει ώστε αυτά τα καυσαέρια να μυρίζουν λιγότερο… Ήθελα να γίνω ζωγράφος, αστροναύτης, να ασχολούμαι με άλογα και άλλα πράγματα. Και αντί για όλα αυτά, να, αυτό που προέκυψε είμαι εγώ τώρα. Ωστόσο, η μουσική με συνόδευε πάντα. Έπαιζα πιάνο –αμερικανικό free jazz, Thelonious Monk και μέχρι τα 17 μου έπαιζα και σε ένα beat συγκρότημα: Cream, Hendrix, Rolling Stones, κλπ.».
Ζείτε για μεγάλα διαστήματα στην Τεργέστη. Γιατί;
«Όταν έρχομαι, για παράδειγμα, από το Μιλάνο, όταν το τρένο αφήνει το Μέστρε,[2] νιώθω λίγο όπως τότε στα σύνορα με την Ουγγαρία, όπου ξεκινούσε το σοβιετικό μπλοκ: οι σιδηροτροχιές είχαν διαφορά λίγων εκατοστών, οπότε έπρεπε να μετακινήσουν το βαγόνι. Και παρόλο που ήταν το ίδιο, ξαφνικά γινόταν άσχημο, βρώμικο, θλιβερό. Λοιπόν, μετά το Μέστρε, πηγαίνοντας προς το Μονφαλκόνε,[3] υπάρχει μια μεγάλη στροφή όπου αρχίζεις να βλέπεις τη θάλασσα και το τρένο, ξαφνικά άδειο, ερειπωμένο, μπαίνει σε αυτή την πόλη που μοιάζει με το τέλος του κόσμου, όπου μπορείς μόνο να φτάσεις και όχι να φύγεις. Επιπλέον, βγαίνοντας από το σταθμό, το πρώτο όνομα που είδα ήταν αυτό ενός φίλου μου, του Francesco Parisi.[4] Στην πραγματικότητα είναι το όνομα ενός προ-προπάππου του που είχε ιδρύσει την εταιρεία που βλέπεις, αλλά μου φάνηκε σαν σημάδι. Έτσι αποφάσισα ότι η Τεργέστη ήταν η πόλη μου. Υπάρχει και η Αγορά, που μου αρέσει πολύ. Όταν μπαίνεις, είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι είμαστε στο 2026. Είναι σκοτεινά, δεν βλέπεις τα φρούτα ή τα λαχανικά, με δυσκολία καταλαβαίνεις ποιο είναι το μήλο, ποιο είναι το πορτοκάλι. Οι πωλήτριες είναι ευγενικές και πολλές μιλούν τη διάλεκτο. Υπάρχει ένα μικρό μπαρ όπου μπορείς να πιείς μόνο όρθιος, και σε αυτό το μεγάλο και σκοτεινό κτίριο, όπου όλα φαίνονται παραμελημένα, οι γέροι που πίνουν το Ribolla τους [τοπικό λευκό ξηρό κρασί] είναι οι πιο χαρούμενοι, ίσως ακριβώς χάρη στο Ribolla. Υπάρχουν τόσα πράγματα στην Τεργέστη που τ’ αγαπώ πολύ. Δίπλα στο μπαρ Cavana, υπάρχει μια μικρή πλατεία [piazza di Cavana] που μου αρέσει πολύ, με μια βιβλιοθήκη που μένει ανοιχτή μέχρι αργά. «Υπάρχουν περιοδικά και εφημερίδες, ησυχία, ευγενικοί άνθρωποι, και ο μόνος θόρυβος είναι ακριβώς αυτός που ακούγεται από το ξεφύλλισμα της εφημερίδας Il Piccolo».
Μιλώντας για το Ribolla, πριν από χρόνια στο Paris Review είπατε ότι αρχίσατε να πίνετε επειδή σας φαινόταν απαραίτητο για να είστε δημιουργικός.
«Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής κατοχής όλοι έφευγαν και το αλκοόλ ήταν κι αυτό μια διέξοδος. Υπήρχε μια ηρωική αντίληψη για το ποτό: ο καλλιτέχνης που τρελαινόταν και έπινε μέχρι να πεθάνει ήταν το σύμβολο της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Λίγο πριν τα τριάντα είχα έναν αγαπητό φίλο συγγραφέα. Αυτός ήταν μεγαλύτερος, εγώ δεν είχα φύγει ποτέ από τη χώρα, δεν μου έδιναν διαβατήριο και επομένως δεν μπορούσα να ταξιδέψω, τουλάχιστον προς τη Δύση. Έπινα πολύ και κάπνιζα, εν ολίγοις ήταν ένας καταστροφικός τρόπος ζωής, δεν έφτανα ποτέ τα 60 κιλά. Δεν με ενδιέφερε καθόλου το φαγητό, ίσως επειδή δεν γνώριζα ακόμα κανέναν Ιταλό (γέλια). Ήταν μια μορφή αργής αυτοκτονίας. Αυτός ο συγγραφέας με βοήθησε να αποκτήσω το διαβατήριο για να μπορέσω να ταξιδέψω στον ελεύθερο κόσμο. Στο Δυτικό Βερολίνο συνέχιζα να πίνω, αλλά συνειδητοποίησα ότι στο μπαρ με κοίταζαν περίεργα. Μου άρεσε το αλκοόλ, ήταν μια ευχάριστη αίσθηση, αλλά μην φανταστείτε έναν μεθυσμένο που δεν μπορεί να σταθεί όρθιος.
Έβλεπα στη μέθη μια ψυχική κατάσταση κάπως αιωρούμενη, ελαφριά, όπου όλα ήταν δυνατά, όπου γινόταν η μαγεία της δημιουργίας, όπου υπήρχε η τέχνη, η δημιουργικότητα. Έπαιζα πολύ μαζί με άλλους στην Ουγγαρία, υπήρχε ένας συνεχής διάλογος με τους άλλους μουσικούς. Από τότε που σταμάτησα να πίνω δεν μπορώ πια να παίζω. Έτσι, όλα αυτά τελείωσαν».
Και το ποτό δεν επηρέαζε τη σύνθεση;
«Όταν έγραφα, δεν έπινα· η νηφαλιότητα με έκανε να νιώθω αρκετά εκστασιασμένος».
[1] Το Βραβείο Mondello είναι ένα ιταλικό λογοτεχνικό βραβείο που ιδρύθηκε το 1975.
[2] Το Μέστρε είναι προάστειο της Βενετίας, 10 χιλιόμετρα έξω από την πόλη.
[3] Το Μονφαλκόνε είναι μια πόλη και δήμος στην επαρχία της Γκορίτσια, στην περιοχή Φριούλι-Βενέτσια Τζούλια της βορειοανατολικής Ιταλίας, κοντά στην Αδριατική Θάλασσα
[4] Ο Francesco Parisi είναι Ιταλός νομικός μελετητής και οικονομολόγος, που εργάζεται κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιταλία. Είναι ο Oppenheimer Wolff & Donnelly Καθηγητής Νομικής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μινεσότα και διακεκριμένος καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια.






















