Τετάρτη, 13 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Όταν είναι πια αργά για το ποίημα να βάλει σε τάξη τους...

Όταν είναι πια αργά για το ποίημα να βάλει σε τάξη τους κρατήρες του (της Ευτυχίας Παναγιώτου)

0
25
Rolan Barthes, punvtum

 

της Ευτυχίας Παναγιώτου

Ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου ποίησης της Μαρίας Καντ Punctum δεν είναι τυχαίος. Ο όρος προέρχεται από τη θεωρία της φωτογραφίας του Ρολάν Μπαρτ και δηλώνει τη λεπτομέρεια μιας εικόνας που «κεντρίζει» τον θεατή, προκαλώντας μια ξαφνική συναισθηματική ή αισθητηριακή αντίδραση. Σε αντίθεση με το «studium», που σχετίζεται με την πολιτισμική κατανόηση μιας εικόνας, το «punctum» είναι εκείνο το στοιχείο που διαπερνά τον θεατή προσωπικά, αιφνίδια και σχεδόν τραυματικά. Στο βιβλίο της Καντ, η έννοια αυτή μεταφέρεται στη λειτουργία της ποίησης και υποστηρίζεται από τα φωτογραφικά στιγμιότυπα που συνοδεύουν την έκδοση. Λέω «συνοδεύουν», εφόσον δεν κατακλύζουν τις σελίδες και ούτε φαίνεται να επικαλύπτουν την ποιητική φωνή ή να συμπληρώνουν κάτι που της λείπει. Αν δεν συνοδεύουν, θα έλεγα καλύτερα ότι μάλλον επιτονίζουν την εντύπωση του στιγμιότυπου που παράγουν τα ποιήματα. Όταν, για παράδειγμα, μια εικόνα σε κατευθύνει μέσω και της λεζάντας και του κειμένου ώστε να δεις όντως έναν κορμό δέντρου σαν ανθρωπόμορφη φιγούρα με τα χέρια ανασηκωμένα σαν να πρόκειται για άνθρωπο που λαχταρά κάτι ή που λαχταρά να φτάσει κάπου (σ. 16).

Το ενδιαφέρον στην περίπτωση της Καντ είναι ότι η φωνή των ποιημάτων της, αφορμώμενη από «αιχμές» της εμπειρίας, δεν φαίνεται να υπερασπίζεται την αποσπασματικότητα ή τη μερικότητα. Μάλιστα η γλώσσα εξακτινώνεται από το πρώτο ερέθισμα και ενεργοποιεί την ανάγνωση προς απρόσμενες κατευθύνσεις, που διατηρούν ωστόσο μια ενότητα θέασης, μια αίσθηση βιώματος. Αν η γραφή ξεκινά από ένα γεγονός μέσα στο χρόνο, το γεγονός αυτό μεταβολίζεται σε ένα είδος διερώτησης για την ίδια τη γλώσσα και την αντίληψη. Η ποιητική αυτή στάση θα μπορούσε να εκληφθεί και ως ποιητικός μηχανισμός του υποκειμένου να κρύβει την πηγή του τραύματός του. Ως τέλειος γλωσσικός αντιπερισπασμός. Χαρακτηριστικό είναι νομίζω το ομώνυμο του βιβλίου ποίημα όπου παρακολουθούμε παραλλαγές της έννοιας του «punctum» ως μαχαίρι, νυστέρι, δόρυ, βελόνι, καρφί, σπίρτο, σμίλη, τσάπα, ρόδι κ.ά. Παρότι η ποιήτρια δεν δίνει τέτοια αναγνωστική οδηγία, μπορώ να δω το ποίημα με τον τίτλο «punctum» (σελ. 141) στα καρφιά που απεικονίζονται στη σελ. 98 («Τώρα τι βλέπεις; Εκδοχές»).

Τα ποιήματα σκηνοθετούν μια νέα εμπειρία και νέες οπτικές χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτουν την αρχική πηγή ή πρόθεση της ποιήτριας. Μας κεραυνοβολεί μερικές φορές μόνο μία φράση, σαν νέο γεγονός. Όπως ένα «Θέλω τη μάμα μου», που επαναλαμβάνεται σε ποίημα, με εκείνο το κυπριακό «μάμα» να ηχεί σαν πρωτογενής, πρωταρχικός φόβος. Προς το τέλος του βιβλίου, φαίνεται ότι η ενέργεια της απόκρυψης είναι συνειδητή. Θα παραθέσω ένα πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα που να υποστηρίζει ό,τι προσπαθώ να πω, το ποίημα «Κάτι σαν φίνο έγκλημα. Σε αυτό το ολιγόστιχο ποίημα δημιουργούνται παρακλάδια σκέψεων που μας απομακρύνουν από την ίδια την πηγή του τραυματικού συμβάντος, δηλαδή από την αυτοβιογραφία:

 

συνέβη τότε

 

Συνέβη τότε.

Αμέσως μετά ο χρόνος μεγάλωσε.

Ήταν μια κατάληξη χωρίς κατάληξη,

Ο χρόνος απλά συνέχιζε να μεγαλώνει.

 

Κάτι σαν φίνο έγκλημα.

 

Στο παραπάνω πυκνό ποίημα ακούμε τον τίτλο «συνέβη τότε» όμως ποτέ δεν μαθαίνουμε τι συνέβη αλλά πως ό,τι συνέβη εξακολουθεί να συμβαίνει. Η ποιητική φωνή δεν μας ομολογεί τι μπορεί να είναι ένα συμβάν με διάρκεια, αλλά το καθιστά ακόμη πιο αινιγματικό συναρθρώνοντας το συμβάν με κάποιο έγκλημα. Άγνωστο ποιος το διαπράττει. Μάλιστα χαρακτηρίζει το έγκλημα ως «φίνο», ενεργοποιώντας περισσότερο την απορία μας. Είναι ένα εξαιρετικό έγκλημα, ντελικάτο, έχει εκτελεστεί προσεκτικά ώστε να μην αφήνει τεκμήρια; Σαν να μιλάμε για το ίδιο το ποίημα; Εν τέλει, μήπως το συμβάν είναι ό,τι συζητά το ίδιο το ποίημα; Και μήπως το ίδιο το ποίημα γίνεται η ευκαιρία να αποτελέσει ένα νέο «punctum» μακριά από τις προθέσεις της ποιήτριας;

Αναφέρθηκα εμμέσως πριν στις σκηνοθετικές ή σκηνογραφικές ικανότητες της Καντ. Αποκαλύπτονται όχι μόνο σε μεμονωμένα ποιήματα αλλά και στο πώς αξιοποιεί την εικόνα. Επιπλέον, αν δούμε τους τίτλους των ποιημάτων ως «puncta», μικρά ερεθίσματα, στίγματα, τραυματικές αναφορές, λεπτομέρειες εικόνων και ούτω καθεξής, και τους βάλουμε δίπλα δίπλα, ξεδιπλώνεται κάτι νέο, ένα σενάριο. Δεν ξέρω αν μπορώ να σας πείσω, ας δοκιμάσω να πω φωναχτά τους τίτλους των ποιημάτων της πρώτης από τις επτά ενότητες, που φέρει τον τίτλο «το ρ. σκάβω», για να δείτε τι εννοώ:

το ρ. σκάβω / το ρ. λαχταρώ / σκηνή σε μικροαστικό διαμέρισμα με παρκέ ψαροκόκαλο και γυάλινη φρουτιέρα με πόδι / σκηνή σε μικροαστική αυλή με γεράνια και εξώπορτα με μαύρο πουλάρι και ρόπτρο / το λάσο / το ρ. πιλατεύω / από το σώμα του πετάγονταν φύλλα / κρατούσε δόρυ κρατούσε λωτό / τα υγρά σύμφωνα λα ρο / στην άκρη της σκάλας / σε δρόμο που προεκτείνεται / Φρεντερίκο Γκαρθία και Λόρκα / Lieber Kafka / interrogation / και πως επιμόνως / τι σάρκα η γλώσσα

Δεν ακούγεται σαν ένα ποίημα, ή σαν μία στιγμή/ατμόσφαιρα ή ένα πολλαπλό σενάριο; Ειδικά τα ρήματα της Καντ είναι ενεργητικά και κινητικά, είτε πρόκειται για σκάψιμο είτε για λαχτάρα είτε για λόγο. Ακόμη και το ουσιαστικό «γυμνό» το ρηματοποιεί, το αποκαλεί «γυμνώ» με ω, όπως αποκαλεί ρήμα «το φίνο έγκλημα». Με αυτές και αντίστοιχες χειρονομίες, η γλώσσα κινείται, μεταφέρει λέξη λέξη τη λειτουργία της ανάγνωσης, την ίδια την ενέργεια της εμπειρίας. Τα δε ρήματα στην κυπριακή διάλεκτο δημιουργούν μια αιφνίδια ένταση (π.χ. το ρ. λαλώ).

Στα ποιήματα πρωταγωνιστούν και τα αντικείμενα. Χωρίς εκείνα δεν θα υπήρχε σκηνογραφία. Χωρίς σκηνογραφία δεν θα υπήρχε ο εσωτερικός χώρος ως νέα εμπειρία. Το ενδιαφέρον για τον εσωτερικό χώρο έκανε σαφή η Καντ και στο πρώτο της βιβλίο ποίησης, το οποίο έφερε τον τίτλο «stanza», που σημαίνει στα αγγλικά «στροφή» ποιήματος, ενώ στα ιταλικά σημαίνει «δωμάτιο», με την έννοια του χώρου στον οποίο κάποιος κάνει στάση, στέκεται (λατ. ρ. stare & μετ. stans). Όσο συνεχίζω την ανάγνωση του Punctum, μου δημιουργείται η αίσθηση ότι η Καντ καταγράφει ή ξαναδημιουργεί μια ανοίκεια εστία, που ονομάζει «έσσω μου». Στα κυπριακά σημαίνει «σπίτι» αλλά, αν αφαιρέσουμε την οικεία γνώση της κυπριακής και τις πολιτισμικές συνδηλώσεις της και δούμε απλώς τις λέξεις απογυμνωμένες, ως (τραυματική) μεταφορά, σημαίνουν και «εντός μου».

Ποιος είναι αυτός ο τόπος; Η Λάμπουσα (Λάπηθος); Ανοίκεια πια, λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής; Τελικά είναι το σπίτι η βελόνα που τρυπά τη γλώσσα; Ή η γλώσσα το βελόνι; Τι σκάβει, τι σκαλίζει; Χρειαζόμαστε ένα νέο σπίτι να υποδεχτούμε τις πιο καθοριστικές και πληγωμένες εμπειρίες μας μέσα στο χρόνο; Και τι θα περιλαμβάνει αυτό το νέο «εδώ» (αλλιώς «δαμαί») της ποίησης; Ποια υποφερτή εγγύτητα;

Σκόρπια ερωτήματα μιας αναγνώστριας.

Δεν μίλησα βέβαια καθόλου για το χιούμορ της Καντ ούτε για τον Δ. Χ. Αυτό τον «κηπουρό» θα τον κρατήσω σε απόσταση. Είναι, όμως, αναπόσπαστο μέρος της σκηνογραφίας της, που περιλαμβάνει αλλαγές τοιχογραφίας και αμφίεσης, και κάθε λογής μεταμορφώσεις και ψευδώνυμα.

Η Μαρία Καντ, αλλιώς Μαρία Καντωνίδου, καταφέρνει να μετατρέψει την έννοια του «punctum» από θεωρητικό όρο σε ποιητική πρακτική, δημιουργώντας ένα βιβλίο που βασίζεται στην ένταση της στιγμής, στη δύναμη της λεπτομέρειας, αλλά και στην πρωτοκαθεδρία της μνήμης και του χρόνου, τα οποία «λαλούν», και έτσι πρέπει, ένα νέο βλέμμα, σμιλεύοντάς το σε ιστορικά και προσωπικά τραύματα. Το ποίημα απλώς συμβαίνει, διαβάζουμε προς το τέλος, όπως όταν είναι πια αργά για εκείνο να βάλει σε τάξη τους κρατήρες του.

Μαρία, Καντ Punctum,Gutenberg 

 

Προηγούμενο άρθρο «Η ανάγνωση είναι προσευχή ανθρωπογνωσίας» (γράφει η Εριφύλη Μαρωνίτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ