Κυριακή, 3 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Όταν η γραφή στάζει… αίμα (του Νεκτάριου Μουρδικούδη)

Όταν η γραφή στάζει… αίμα (του Νεκτάριου Μουρδικούδη)

0
55
LUCIE RICO

του Νεκτάριου Μουρδικούδη (*)

Άραγε, τα κοτόπουλα τραγουδούν; Ονειρεύονται; Τους αρέσει να βλέπουν ταινίες του Μπόλιγουντ, να κάνουν μπάνιο σε πισίνα, να ακούν μουσική; Να έχουν ονόματα και ξεχωριστή δική τους προσωπικότητα; Όπως ο Τεοντόρ, για παράδειγμα, «που γεννήθηκε καταμεσής των ατελείωτων αγρών [και είναι] ελεύθερος, ανεξάρτητος, κατεργαράκος από χαρακτήρος […]» (σ. 18), ή η Λολίτα, που «έζησε ελεύθερη και ευτυχισμένη, τρέχοντας πιο γρήγορα κι απ’ τους ανθρώπους» (σ. 57), ή η Ζέλντα, η «ορμητική και μαινόμενη» (σ. 57), ή η Κάρλα, η «μοναχική, ήρεμη, αλλά και βιτσιόζα» (σ. 72). Όλα αυτά μήπως φαντάζουν ουτοπικά;

Στο αφηγηματικό σύμπαν της Γαλλίδας Lucie Rico, συγγραφέα, σεναριογράφου και σκηνοθέτριας, όλα είναι εφικτά και σπινθηροβόλα επιλεγμένα. Όλα αυτά τα παράδοξα ερωτήματα κι ακόμη περισσότερα μετατρέπονται σε ευφυείς αφηγηματικές προκλήσεις στο μυθιστόρημά της, Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν (εκδ. Στίλβη, 2025), που τιμήθηκε μάλιστα το 2021, μεταξύ άλλων, και με το γαλλικό βραβείο οικολογικού μυθιστορήματος.

Το πεζογράφημα αυτό συστήνει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό η Μαρία Γυπαράκη και εγκαινιάζει με τον πλέον δυναμικό τρόπο τη νέα σειρά «21» των εκδόσεων Στίλβη, επιλέγοντας με τη δεξιοτεχνική μεταφραστική της πένα να μεταφέρει στα ελληνικά μια σύγχρονη καυστική μυθοπλαστική αλληγορία.

Το κεντρικό ζήτημα που θέτει η Rico είναι φαινομενικά απλοϊκό, αλλά βαθιά υπαρξιακό: «Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν», οικοδομώντας έναν κόσμο όπου τα πουλερικά εμφανίζονται μεν ως φορείς προσωπικότητας, εξακολουθούν όμως να παραμένουν κρίκοι στην αλυσίδα της ανθρώπινης κατανάλωσης. Η αντίφαση αυτή αποτελεί κι έναν από τους βασικούς ειρωνικούς πυρήνες του μυθιστορήματος.

Ως προς την πλοκή, η Πολ, μετά τον θάνατο της μητέρας της, καλείται να επιστρέψει στα μητρογονικά εδάφη, για να έρθει αντιμέτωπη με την περιουσία της: τα τριακόσια κοτόπουλα, τις πενήντα πουλάδες και τις δέκα χιλιάδες ευρώ που της άφησε η μητέρα της. Αν και χορτοφάγος επί είκοσι χρόνια, καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει την παράδοση του αγροκτήματος ή αν θα επιστρέψει στην ανιαρή ζωή της στην πόλη, με τον σύντροφό της Λουί.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, φαίνεται πως η σχέση της Πολ με τα κοτόπουλα, ήδη από την παιδική της ηλικία, είναι ιδιαίτερη και συναισθηματικά φορτισμένη. Τα ζώα αποτελούσαν για εκείνη ανέκαθεν «τόπο» εξομολόγησης και καταφυγής, όπως σχολιάζει ο αφηγητής: «Η Πολ αρέσκεται στην παρέα των ζώων, της αρέσουν τα πρόσωπά τους […]. Η βαριά μυρωδιά τους την ηρεμεί πιο πολύ κι από τα ερωτόλογα του Λουί» (σ. 33). Η φράση αυτή αποκαλύπτει κι έναν υπόγειο ψυχικό μηχανισμό: η ηρωίδα βρίσκει μεγαλύτερη ασφάλεια στη ζωική παρουσία παρά στις ανθρώπινες σχέσεις, γεγονός που αντανακλάται και στις σχέσεις που αναπτύσσει με τον σύντροφο αλλά και με τον περίγυρό της –λογικό ίσως, αν λάβουμε υπόψη πως η ίδια ήταν καρπός μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, με τη μητέρα της να συμβιβάζεται με τη γέννησή της και τον θείο της να αναλαμβάνει χρέη πατέρα.

Μπορεί η ίδια να μη γνωρίζει πώς να σκοτώνει κοτόπουλα, αλλά ανακαλεί αμέσως την ωμότητα με την οποία η μητέρα της τα οδηγούσε στον θάνατο. Όταν έρχεται η στιγμή της πρώτης θανάτωσης, πρώτο θύμα της είναι ο Τεό και μαζί με εκείνον γίνεται η πρώτη απόπειρα για ένα «μεταθανάτιο μνημείο»: «κοτόπουλο εύρωστο και γλυκό, μαθημένο στην προσήλωση και την τρυφερότητα» (σ. 14). Η ανάγκη της επιβίωσης την οδηγούν όμως σε περισσότερες θανατώσεις, ενώ παράλληλα αναλαμβάνει, στη θέση της μητέρας της, τον πάγκο της στην τοπική αγορά. Εκεί αντιμετωπίζεται από τους συγχωριανούς και τους συγγενείς της με καχυποψία και δυσπιστία, με την ίδια να γίνεται μάλιστα αποδέκτης και απειλών και βιαιοπραγιών.

Σταδιακά, και όσο οι θάνατοι ολοένα αυξάνονται, η Rico προβαίνει σε μια τολμηρή μεταφορική σύνδεση: η πένα και το μαχαίρι γίνονται εργαλεία μιας κοινής διεργασίας. Απενοχοποιεί σιγά σιγά τη βία μέσω της μυθοπλασίας, διότι η γραφή των σημειωμάτων που ακολουθεί εμφανίζεται ως ένα είδος μεταθανάτιας αποκατάστασης. Τα σημειώματα που συνοδεύουν κάθε κοτόπουλο λειτουργούν σαν μικρά λογοτεχνικά επιτύμβια, μια προσπάθεια να αποδοθεί στα ζώα μια μοναδική ταυτότητα. Η διαδικασία αυτή εξελίσσεται σχεδόν εθιστικά, ενώ παράλληλα η ηρωίδα επινοεί νέες δραστηριότητες για τα κοτόπουλα και παραδέχεται ότι: «Τη δική της ζωή τη βρίσκει τώρα πιο φωτεινή» (σ. 59). Η αντιστροφή είναι εντυπωσιακή: το σκοτάδι της σφαγής γεννά ένα αίσθημα δημιουργικής πληρότητας, με την αφήγηση να υποδηλώνει τελικά μια σχεδόν αισθησιακή σχέση με τη βία: «Ηδονίζεται να μιλάει για το αίμα που τρέχει και για τους κομμένους λαιμούς» (σ. 97). Έτσι, η γραφή γίνεται ένας χώρος όπου η ενοχή, η ηδονή και η δημιουργία συνυπάρχουν αρμονικά.

Όσο η Πολ ανακαλύπτει ολοένα και περισσότερο το πάθος της να θανατώνει και παράλληλα να γράφει, η ανατροπή έρχεται στο πρόσωπο του Φερνάν Ραμπατέ, ιδιοκτήτη αλυσίδας σούπερ μάρκετ, ο οποίος βλέπει στα σημειώματα μια ιδιοφυή ευκαιρία. Η πρότασή του να βιομηχανοποιήσει το «χειροποίητο» αποτελεί την κορύφωση της ειρωνείας, μιας και η αυθεντικότητα θα μετατραπεί σε εμπορεύσιμο προϊόν. Όπως παρατηρεί κι εκείνος: «Το κοτόπουλο στην πόλη είναι άλλο πράγμα. Το τρώνε στερημένο της ζωικής του υπόστασης» (σ. 107).  Η φράση αυτή συμπυκνώνει και την κοινωνική κριτική του μυθιστορήματος· καθώς στην αστική κατανάλωση το ζώο μετατρέπεται σε ανώνυμο προϊόν, η αφήγηση της ζωής των πουλερικών θα λειτουργήσει ως μηχανισμός επανα-προσωποποίησης και ταυτόχρονα ως πρωτότυπο εργαλείο μάρκετινγκ. Ο Ραμπατέ, λοιπόν, καταθέτει στην Πολ μια πρόταση συνεργασίας, προβάλλοντας τον σεβασμό στο «καθήκον» που επιτελεί όλον αυτόν τον καιρό, αποκρύπτοντας όμως τις προσωπικές του επιδιώξεις, ενώ παράλληλα τη φλερτάρει.

Η Πολ αποδέχεται τη συνεργασία, εγκαταλείπει τους αγρούς και επιστρέφει στην πόλη. Εκεί ο αγαπημένος της Λουί, σε συνεργασία με τον Ραμπατέ, δημιουργούν από το μηδέν μία πρότυπη μονάδα αναπαραγωγής κοτόπουλων. Στα μάτια της Πολ όλα φαντάζουν ρομαντικά, ο κόσμος λατρεύει τα κοτόπουλα με τις μοναδικές τους ταυτότητες, η παραγωγή αυξάνεται και όλα είναι ιδανικά… μέχρι εκείνη τη στιγμή που αντιλαμβάνεται το πραγματικό πρόσωπο του Ραμπατέ.

Οι 288 σελίδες του μυθιστορήματος κυλούν με χαμόγελα, αγωνία και προβληματισμούς, ενώ η ανάπτυξή του σε δύο ενότητες –με 23 μικρο-κεφάλαια η πρώτη και 29 μικρο-κεφάλαια η δεύτερη– εξυπηρετεί τον γρήγορο, σχεδόν κινηματογραφικό ρυθμό της αφήγησης. Η γλώσσα της Rico είναι λιτή αλλά διαπεραστική, με τη συγγραφική της μαεστρία να γίνεται ακόμη περισσότερο εμφανή στα μεταθανάτια σημειώματα των πουλερικών. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στο εξώφυλλο της έκδοσης, δημιουργία του Νίκου Καμπασελέ, το οποίο οπτικοποιεί ευρηματικά τον κύκλο της ζωής και του θανάτου των πουλερικών –από τον νεοσσό με το μαχαίρι μέχρι την τελική σφαγή–, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για το οξύμωρο περιεχόμενο.

Το «Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν» είναι ένα σύγχρονο προκλητικό μυθιστόρημα γεμάτο αντιθέσεις. Στις σελίδες του η αγάπη δηλώνεται με τον θάνατο, η γραφή δεν εξελίσσεται με την ηρεμία και τη γαλήνη αλλά με την ένταση της δολοφονίας, ενώ οι ανθρώπινες σχέσεις δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από ό,τι αυτές με τα ζώα. Η μυθοπλασία της Rico καθίσταται έτσι ένα αιχμηρό σχόλιο για τον τρόπο που ο σύγχρονος κόσμος καταναλώνει ζώα, προϊόντα, τάσεις, αλλά και την ίδια του τη ζωή. Δημιουργεί μια αφήγηση όπου η προσωπικότητα των ζώων λειτουργεί ως καθρέφτης της ανθρώπινης βίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης. Παρά τον ανάλαφρο τόνο των αφηγηματικών επεισοδίων, το έργο οδηγεί σε μια σκοτεινή διαπίστωση: στον βωμό του κέρδους, ο άνθρωπος αποκτηνώνεται και η μοναδικότητα θυσιάζεται στη μαζικότητα. Είναι άραγε αυτή η επιβεβλημένη τάξη των πραγμάτων ή υπάρχει περιθώριο ανατροπής;

(*) Ο Νεκτάριος Μουρδικούδης είναι φιλόλογος με ΜΑ στη Νεοελληνική Φιλολογία.

Lucie Rico, Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν, Μαρία Γυπαράκη (μτφρ.), εκδ. Στίλβη, Αθήνα 2025, σ. 288.

Προηγούμενο άρθροΜικρά πράγματα σαν κι αυτά: Ειδήσεις και περίεργα από τον χώρο του βιβλίου (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ