της Βαρβάρας Ρούσσου
Το σώμα ανάβει/όταν λείπουμε./Καίμε λύπη με τα δάχτυλα/και λάμπει στα μάτια». (συλλογή Λείπουμε 2008) Νομίζω ότι 17-18 χρόνια μετά η Ασωτία είναι μια ποιητική χειρονομία που επιχειρεί να συμφιλιώσει το μεταξύ από τους στίχους που παρέθεσα από το Λείπουμε στην πεζόμορφη Ενηλικίωση της Ουτοπίας του 2014 απ όπου παραθέτω: «Να εξοικειωθώ λοιπόν αν γίνεται με το κενό που μου αναλογεί.» και «Μνήματα αθάνατα χαμένα». Συμφιλιώνει και συνοψίζει η Ασωτία καθώς 11 χρόνια μετά τους παραπάνω στίχους αφού έχουμε διατρέξει τους όρους μιας ουτοπίας που «δεν έχει τίποτα υλικό» επανακάμπτουμε στην αρχή για να διερευνηθούν ξανά τα ίδια ζητήματα κι ενώ πλέον έχουμε «Νοήματα μνήματα». Η Ασωτία καταλήγει αναπόφευκτα στα ίδια επαναλαμβανόμενα ερωτήματα με τα οποία ξεκίνησε ο ποιητής πριν 40 χρόνια. Εξάλλου είναι όσα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απασχολούν την τέχνη ανά τους αιώνες.
Η χειρονομιακή πλευρά της Ασωτίας διαφαίνεται νομίζω στην κατανομή των ποιημάτων. Ξεκινά από διαπιστωτικές ποιητικές πράξεις (οι δυο πρώτες ενότητες «Μερίδιο ανωνυμίας» και «Μνηστήρες του νόστου»), προχωρεί στην κορύφωση με την ομώνυμη της συλλογής ενότητα, συνεχίζει με τη διατράνωση της επιθυμίας του εγώ ως σωτηρία και αναπνοή με την ενότητα «Θέλω να βρω το κυπαρίσσι μου» και κλείνει με τα «Χαλάσματα», τα ορφανά αλλά σημαντικά (σημαίνουν δηλαδή) μονόστιχα, δίστιχα, τρίστιχα πλην ενός.
Παράλληλα, μια σειρά επαναλαμβανόμενων λέξεων παράγουν έναν καμβά πάνω στον οποίον τα ποιήματα δημιουργούν εφαπτόμενες και τεμνόμενες επιφάνειες. Αυτό δεν είναι καινούργιο και χαρακτηρίζει την ποίηση του Κερασίδη. Στην Ασωτία διασταυρώνονται η εμπειρία της ήττας, η εμμονή του νόστου, η υλικότητα του φυσικού χώρου και τοπίου, η τραυματική μνήμη και μια έντονη διαπραγμάτευση, ένας σκεπτικιστικός διάλογος θα έλεγα, με την ίδια την ποιητική γλώσσα. Πρόκειται, επομένως για ένα βιβλίο με εσωτερική αρχιτεκτονική, στο οποίο ορισμένα στοιχεία επανέρχονται και μετασχηματίζονται: ο τοξοβόλος, ο ποδηλάτης, οι ήρωες, οι ήττες, το κυπαρίσσι, οι ρίζες, τα βράχια, η θάλασσα, το σώμα, η εξορία, η ασωτία, -αυτά μπορεί και σε πληθυντικό, η γλώσσα.
Στην πρώτη ενότητα το βέλος και ο τοξοβόλος είναι τα κύρια λεκτικά στοιχεία και επειδή ο Κερασίδης στερεώνει την ποίησή του στην ιστορία αυτή αναφαίνεται ήδη από την αρχή όχι ως σαφές ιστορικό αφήγημα ούτε ως πολιτικό σύνθημα, αλλά ως υπόστρωμα, ως δύναμη και βία που διαπερνά σώματα και μνήμες: ο τοξοβόλος τοξεύει «αποσιωπώντας εκείνο ή το άλλο με άδειο βλέμμα/με τη δύναμη που δίνει η ιστορία ή ο μύθος». Στο επόμενο ποίημα, το τρίτο του βιβλίου, η ιστορία ισχυροποιείται -αλήθεια έναντι του μύθου;- ως οριστική συνθήκη: «Το βέλος συναιρεί στην πορεία του/την ικεσία του ανθρώπου και τη βία της ιστορίας,/η οποία ιστορία επί τη ευκαιρία επίμονα/πενθεί την απουσία σκοτώνοντας το σώμα με μανία.». Η ιστορία αποκρύπτει, παραμορφώνει, κατηγοριοποιεί άτομα και ομάδες. Από το δεύτερο ποίημα όπου πρώτη φορά αναφέρεται στο τέταρτο όπου αναπτύσσεται ένα είδος διαλόγου μαζί της υπάρχει μια κορύφωση. Εδώ το ποίημα διακατέχεται από πικρή ειρωνεία και η ιστορία βάλλει ενάντια στη σωματικότητα των προσώπων και το σώμα είναι στοιχείο που επανέρχεται στη συλλογή. Η ενσώματη ήττα, σε αυτό το τέταρτο ποίημα, δεν είναι άδοξη και τα ποιήματα μεταφέρουν τη φωνή των ηττημένων παράγοντας ένα άλλο αφήγημα. «γιατί ήττα άδοξη δεν υπάρχει,/που να χτυπιόμαστε κάτω/νικητές και ηττημένοι όλη νύχτα./Τι ωραία να γράφει κανείς για την ήττα έτσι!/σα να έχει κερδίσει αγώνα χωρίς μάχη.».
Τα ποιήματα λοιπόν συνομιλούν με ευρύτερα πολιτισμικά και ιστορικά σχήματα, αλλά σε ένα αυστηρά προσωπικό και συγχρόνως συλλογικό πεδίο εμπειρίας χωρίς να κλείνονται γύρω από μια συγκεκριμένη, απόλυτα ορισμένη και αναγνωρίσιμη ιστορική στιγμή.
Καθώς η ήττα θα επιστρέψει στον πληθυντικό προς το τέλος της πρώτης ενότητας με το ποίημα «Ήττες» θα έλεγα ότι αναπτύσσει μια ιδιοπρόσωπη ποιητική της ήττας, όχι με τη μορφή ηττοπάθειας, αλλά ούτε εντός των σχημάτων περί ποίησης της ήττας ή άλλων συναφών. Αν και σαφώς έχει πολιτική, κοινωνική, ιδεολογική, συλλογική και προσωπική βάση μετασχηματίζεται σε μια επίμονη υπαρξιακή και γνωστική κατάσταση που διερευνάται ως τέτοια αφήνοντας τα αίτια για μια άλλου είδους ποίηση. Το ποίημα «Ήττες» θέτει το ερώτημα: «Τι μουσική να παίξουν οι ήττες, / οι ομολογημένες και οι ανομολόγητες / οι οριστικές και οι υπό αίρεση;». Η ήττα εδώ διαφοροποιείται, αποκτά εσωτερικές διαβαθμίσεις, παύει να είναι μονοσήμαντη. Μάλιστα συνδέεται με την αδυναμία νοηματοδότησης του ίδιου του ποιήματος, με την αδυναμία των ποιητών οι οποίοι σχεδόν σαρκάζονται (αυτοσαρκασμός): «Και όσοι καμώνονται τους ποιητές/ατενίζουν άυπνοι αυτό το κενό/με γλώσσα ξάγρυπνη,/δηλαδή σε ανασύνθεση,/ για ένα ποίημα δίχως νόημα / με λέξεις απλές, αδιαμόρφωτες ακόμη/ από την εκκρεμότητα της ελευθερίας./Να ρυθμίζουν την αθωότητα του λόγου/που λέει αλήθειες και ψέματα./». Η ήττα, επομένως, είναι κατάσταση που διαβρώνει και τη γλώσσα και οι ποιητές, αν δεν θέλουν να καμώνονται, αλλά να είναι, θα απορρυθμίζουν τη γλώσσα από την αθωότητα του κυρίαρχου λόγου προς μια σκληρή αλήθεια του μη κυρίαρχου.
Στο ποίημα «Είναι δυνατόν» τα ερωτήματα, όπως: «Είναι δυνατόν η ποίηση να χειραγωγήσει την ήττα μας;» τίθενται με την ακρίβεια αλλά και τη ανοιχτότητα που επιτρέπει τη διαρκή διεύρυνση του ποιήματος και με άλλα «είναι δυνατόν;» και κυρίως τι είναι δυνατόν να κάνει η ποίηση και ο ποιητής.
Ένα από τα κεντρικά μοτίβα της συλλογής, και γι’ αυτό την τιτλοδοτεί, είναι αναμφίβολα αυτό του ασώτου στο οποίο προσδίδεται ιδιαίτερη ερμηνευτική χροιά -πέρα από τη παραβολική της καινής διαθήκης ή την ηθική διάστασή της. Η ασωτία εισάγεται από το πρώτο ποίημα ως μια ακόμη υπαρξιακή συνθήκη που μπορεί να συνδεθεί αλλά όχι αναγκαστικά, με τις ήττες. Ο άσωτος στον Κερασίδη θα μπορούσε να λειτουργεί ως υποκείμενο περιπλανώμενο, ηττημένο, εκτεθειμένο, αμφίθυμο απέναντι στην επιστροφή, αυτός που παρακούει, απομακρύνεται, και γι’ αυτό γίνεται φορέας συσσωρευμένης εμπειρίας. Η ασωτία εδώ συνδέεται με τη δοκιμασία του σώματος και της γλώσσας. Ο «Τοξοβόλος», ο «Άσωτος», ο «Ποδηλάτης», οι «Ήττες», οι «Ήρωες», οι «Οιωνοί της ιστορίας» συνθέτουν διαφορετικές παραλλαγές της ίδιας υπαρξιακής περιπέτειας: του ανθρώπου που κινείται προς έναν στόχο γνωρίζοντας ήδη τη φθορά, την αστοχία, τη μερικότητα της νίκης.
Έτσι, αναδεικνύεται σταθερά ένα σύμπλεγμα νόστου, εξορίας και ασωτίας. Στο «Του ασώτου» η επαναληπτική δομή «Κι αν…» οργανώνει μια ποίηση αβεβαιότητας, ελέγχου και απώλειας. Στο «Κόκαλα» διαβάζουμε: «Εξόριστοι που έσμιξαν στην άκρη της πόλης / για να γλιτώσουν από την Ιθάκη», μια εντυπωσιακή αντιστροφή της συμβολικής του νόστου. Η Ιθάκη δεν είναι εδώ ο επιθυμητός τόπος της επανόδου, αλλά χώρος από τον οποίο πρέπει να ξεφύγει κανείς. Στην «Άδεια φυγής» το υποκείμενο επιδιώκει να «εκδώσει / την άδεια της φυγής του / να συνθέσει τη φούγκα της ασωτίας του / με πολυφωνικές ριπές νόστου». Η ασωτία και ο νόστος δεν αλληλοαναιρούνται· συνυπάρχουν ως διπλός παλμός απομάκρυνσης και επιστροφής. Οι μνηστήρες του νόστου» στο ομώνυμο ποίημα βρίσκονται σε έναν «Κόσμο άσωτο από τη γέννησή του.».
Στην κεντρική αυτή ενότητα «Ασωτία» το δεύτερο ποίημα «Ποδηλάτης», μια άλλη εκδοχή του τοξοβόλου συναιρεί τραύμα, αστοχία, λέξεις, σώμα. Η γλώσσα επίσης επανέρχεται και αναζητείται η ισορροπία της και η λειτουργία της ως φορέα τραύματος στο «Ζυγαριά τη γλώσσας». Πώς «η γλώσσα μεθά χωρίς την έγκριση του χρήστη;» όπως δηλώνει ο τελευταίος στίχος. Πώς δηλαδή η εμπειρία της ζωής και ό,τι περιέχεται σε αυτήν οδηγεί σχεδόν αυτόματα τη γλώσσα; Να ένα καίριο ερώτημα.
Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο «η ασωτία ως άλλος πόλος της πίστης» φράση που περιέχει μια σχεδόν διαλεκτική σχέση και η ασωτία γίνεται το συμπληρωματικό αντίθετο της πίστης, οι δύο πόλοι της εμπειρίας «με συνισταμένη τη ζωή». Αυτό σημαίνει ότι η ζωή παράγεται, ή τουλάχιστον νοείται, μέσα από αντίρροπες τάσεις ανάμεσα στην τάξη, την προσήλωση, την εμπιστοσύνη της πίστης και από την άλλη την παρέκκλιση, τη σπατάλη, την έκθεση, την περιπέτεια, την υπέρβαση ορίων της ασωτίας.
Άρα η ασωτία λειτουργεί ως όρος βιωμένης έντασης, ως εμπειρία ρίσκου και απώλειας, αλλά και ως χώρος όπου το υποκείμενο δοκιμάζει τα όριά του. Και αν, πάλι απ΄ το οπισθόφυλλο, ισχύει «Η ασωτία ως εκδοχή του παραδείσου» δεν παρουσιάζεται μόνο ως αναγκαία δοκιμασία αλλά σχεδόν ως εμπειρία πληρότητας, ως ένα πεδίο έντασης όπου η ζωή βιώνεται στο άκρο της όπου υπάρχουν οι δοκιμασίες οι ήττες τα ερωτήματα. Είναι αυτό ένας άλλος παράδεισος;
Στην τέταρτη ενότητα η ποιητική φωνή αναπτύσσει σε επτά ποιήματα την εμφατική δήλωση του τίτλου «Θέλω να βρω το κυπαρίσσι μου». Πρόκειται για τη δημόσια έκφραση της επιθυμίας, μια προσωπική απαίτηση και ταυτόχρονα το στόχο-σημείο αναφοράς του άσωτου. H επαναλαμβανόμενη φράση «Θέλω να βρω το κυπαρίσσι μου» ως πρώτος στίχος και των επτά ποιημάτων υπερβαίνει το επίπεδο της απλής επιθυμίας και μετασχηματίζεται σε απαίτηση υπαρξιακού προσανατολισμού. Το κυπαρίσσι δεν είναι μόνο φυσικό αντικείμενο ή σύμβολο πένθους· είναι το σταθερό εκείνο σημείο που το υποκείμενο χρειάζεται για να μετρήσει τη σκιά, να αντέξει την αστοχία, να αναμετρηθεί με τον νόστο και να αντισταθεί στη διάλυση. Στο VII τελευταίο ποίημα απαντά η πιο βίαιη και αμφίθυμη μορφή αυτού του σχήματος: «Θέλω να βρω το κυπαρίσσι μου, / για να το κόψω». Εδώ η επιθυμία κορυφώνεται ακριβώς επειδή παύει να είναι συμφιλιωτική. Η σχέση του υποκειμένου με το κυπαρίσσι είναι σχέση βαθιάς αμφιθυμίας. Το κυπαρίσσι είναι σημείο αναφοράς και έλλειψης σημείο στήριξης και φορέας βάρους.
Η τελευταία ενότητα έχει σπαραγματικό και εμπρόθετα αποφθεγματικό χαρακτήρα. Τα ποιήματα είναι εξαιρετικά σύντομα πολλά μονόστιχα και κινούνται σε δυο άκρα: τη σύλληψη της στιγμής με εικαστικό χαρακτήρα που επιτονίζει την απλότητα και αμεσότητα ως στοιχείο της εμπειρίας: «Προχωράς και κόβεις φρούτα», «Ένα άλογο τρέχει ανάμεσα στα κυπαρίσσια». Στο άλλο άκρο έρχεται η εκκίνηση από την εικόνα και την πράξη της ποιητικής φωνής στη μεταφορική τους διάσταση: «Ενδιάμεσα σύντομοι στοχασμοί αποτελούν το συνδετικό κρίκο και ταυτόχρονα το αναγνωστικό νήμα αντιθέσεις καταφάσκουν στη ζωή: «Βυθίζεσαι στο πένθος σαν κάποιος άλλος» (το 15ο) και αμέσως μετά «Ανθίζει το κλαρί/ να μισοκρύψει τη σχισμή που ανοίγει η λαχτάρα». Σε αυτό τον ζωογόνο αίσθημα της λαχτάρας εμπεριέχεται η ζωική ορμή. Επισημαίνεται εντούτοις ένα ιδιαίτερο οξύμωρο, το άρρητο της λαχτάρας ως τυφλό σημείο στην ίδια τη λειτουργία της ποίησης και της γλώσσας και ταυτόχρονα η μεταιχμιακότητά της ανάμεσα στην παρουσία και την έλλειψη: «Η λαχτάρα δεν έχει γλώσσα./Αφήνει ίχνη και τα σβήνει./Μουντζούρα που ανάβει κάρβουνα ζωής./». Έτσι η συλλογή τελειώνει μένοντας μετέωρη συμπυκνώνοντας ό,τι από την αρχή έθεσε: την κίνηση ανάμεσα στην ήττα και την ορμή, στον νόστο και την εξορία, στη σιωπή και στην ανάγκη της άρθρωσης.
Κλείνω με ορισμένα τεχνικά αλλά καίρια στοιχεία. Αυτό που ξεχωρίζει ιδιαίτερα είναι η εικονοποιία της συλλογής. Κυπαρίσσια, βράχια, αετοί, άλογα, ρίζες, θάλασσα, καρποί, μέλι, στάχτες, βέλη, πλώρες, χαλάσματα: ο φυσικός και υλικός κόσμος λειτουργεί εδώ όχι ως φόντο αλλά ως δραστική μεταφορική μηχανή. Η ποίηση του Κερασίδη, επειδή επενδύει στην πυκνή μεταφορά και στην αλλεπάλληλη συμβολική φόρτιση παράγοντας ισχυρή εσωτερική μυθολογία. Η μορφή υπηρετεί σταθερά τη συμβολική οικονομία: συχνά εκτεταμένοι ελεύθεροι στίχοι, άλλοτε απομονωμένοι, άλλοτε σε νοηματικές ομάδες, οι επαναλήψεις και οι παρατακτικές συσσωρεύσεις εικόνων και η περιορισμένη αφηγηματικότητα παράγουν έναν λόγο στοχαστικό. Αυτή η δομή συχνά διακόπτεται από απροσδόκητες φράσεις το καθημερινού λόγου σαν μικρές γλωσσικές επιστροφές στην αναφορικότητα.
Έτσι, η Ασωτία κινείται σε μια ρωγμή των βεβαιοτήτων σε μια διαφυγή από το συγκεκριμένο, το αναφορικό ενώ το μετεωρικό υποκείμενο παραμένει μεταξύ ήττας και παραδείσου.
Παναγιώτης Κερασίδης, Ασωτία, Καστανιώτης
![]()






















