γράφει η Λένα Αλμπάνη (*)
Ο Γιάννης Πάσχος είναι ένας άνθρωπος με σπάνια διαδρομή. Διάσημος ιχθυολόγος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, υπηρέτησε με συνέπεια και κύρος την επιστήμη. Και όμως, είχε το θάρρος να στραφεί ολοκληρωτικά σε αυτό που βαθύτερα αγαπούσε: τη λογοτεχνία. Δεν εγκατέλειψε την επιστήμη, μετέφερε στη γραφή του την πειθαρχία, την παρατηρητικότητα και τη βαθιά γνώση του ανθρώπου.
Με τον Γιάννη Πάσχο μας ενώνουν κοινές διαδρομές. Γνωριστήκαμε το 2015, στο πρόγραμμα της αγαπημένης μας φίλης, Καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Μαίρης Γκούβα όπου εκπαιδευτήκαμε μαζί στην εξειδίκευση της ψυχολογίας των ασθενών. Αυτή η εμπειρία δεν ήταν απλώς μια εκπαιδευτική διαδικασία, ήταν ένα κοινό βίωμα κατανόησης της ανθρώπινης ευαλωτότητας.
Και αυτό φαίνεται καθαρά στο έργο του. Ο Γιάννης γνωρίζει ψυχολογία — όχι θεωρητικά, αλλά βιωματικά. Στη γραφή του αποτυπώνει με ακρίβεια και ευαισθησία τις ρωγμές, τις επιθυμίες, τις εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων του. Διαβάζοντάς τον, έχεις την αίσθηση ότι στέκεται δίπλα στον άνθρωπο με προσοχή και σεβασμό.
Σύνοψη
Το βιβλίο «Ουρές» του Γιάννη Πάσχου συνιστά μια λογοτεχνική κατάδυση στα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, εκεί όπου η μυθολογία συναντά την επιστήμη και η μυθοπλασία διεκδικεί τη δική της αλήθεια.
Πρόκειται για ένα έργο πολυεπίπεδο, στο οποίο τα υδρόβια όντα λειτουργούν όχι απλώς ως αφηγηματικά πρόσωπα, αλλά ως συμβολικές μορφές της ανθρώπινης συνθήκης.
Το βιβλίο δεν ακολουθεί μια γραμμική, ενιαία πλοκή. Αποτελείται από ιστορίες που διαδραματίζονται σε ένα υδάτινο – και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο – σύμπαν, όπου τα ψάρια δεν είναι απλώς πλάσματα του βυθού, αλλά αποκτούν σκέψη, συναίσθημα και επιθυμία.
Στον βυθό αυτού του κόσμου, τα «ψάρια» του Πάσχου κινούνται ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, αναζητώντας αναγνώριση, έρωτα, ταυτότητα. Άλλοτε πλησιάζουν την επιφάνεια, ρισκάροντας την αποκάλυψη, άλλοτε επιστρέφουν στα βαθιά, εκεί όπου η σιωπή λειτουργεί ως άμυνα.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο οπισθόφυλλο:
«Υδρόβια όντα, με ουρές ή χωρίς ουρές, ψάρια του παραμυθιού, του έρωτα, ψάρια με συνήθειες ανθρώπινες, ψάρια της αμφιβολίας και της αμφιθυμίας».
Οι ήρωες του βιβλίου βιώνουν απρόσμενες συναντήσεις στον βυθό των ωκεανών αλλά και «στα ρηχά της θλίψης». Η θάλασσα λειτουργεί ως σκηνικό αλλά και ως ψυχικός χώρος. Εκεί όπου η επιθυμία γεννιέται, ματαιώνεται, επανέρχεται.
Σε ένα από τα αφηγηματικά επεισόδια, ένα πλάσμα που κουβαλά βαριά την ουρά του επιχειρεί να αποκοπεί από αυτήν, πιστεύοντας πως έτσι θα ελευθερωθεί. Σύντομα όμως αντιλαμβάνεται ότι η ουρά είναι μνήμη ,είναι το ίχνος όσων το συγκρότησαν. Η απόπειρα αποκοπής μετατρέπεται σε κρίση ταυτότητας.
Η «ουρά» ως ψυχικό υπόλειμμα
Στην ψυχαναλυτική ανάγνωση, η ουρά μπορεί να ιδωθεί ως το υπόλειμμα της επιθυμίας. Κάτι που δεν ολοκληρώθηκε, που δεν βρήκε συμβολική επεξεργασία. Στις ιστορίες του Πάσχου, τα ψάρια συχνά παραμένουν μετέωρα ανάμεσα σε δύο κόσμους ούτε πλήρως ζωικά, ούτε πλήρως ανθρώπινα. Αυτή η μεταιχμιακή τους κατάσταση θυμίζει το υποκείμενο που ταλαντεύεται ανάμεσα στην επιθυμία και στη ματαίωση.
Σε μια χαρακτηριστική αφήγηση, ένα υδρόβιο ον εγκαταλείπει τα βαθιά νερά για να πλησιάσει την επιφάνεια, αναζητώντας ένα βλέμμα που θα το αναγνωρίσει. Όμως η επιφάνεια είναι ταυτόχρονα τόπος αποκάλυψης και απειλής. Το βλέμμα του Άλλου — που θα μπορούσε να το νομιμοποιήσει — μετατρέπεται σε καθρέφτη αμφιβολίας. Το πλάσμα επιστρέφει στο βυθό, κουβαλώντας την ουρά του ως ίχνος μιας αποτυχημένης εξόδου.
Εδώ η θάλασσα λειτουργεί ως μεταφορά του ασυνειδήτου: ρευστή, σκοτεινή, αλλά και γεμάτη ενέργεια. Οι ήρωες κινούνται σε ένα περιβάλλον όπου το όριο ανάμεσα στην επιθυμία και στον φόβο είναι ασαφές.
Αμφιθυμία και επανάληψη
Τα ψάρια του βιβλίου χαρακτηρίζονται από μια διαρκή αμφιθυμία. Επιθυμούν την άνοδο προς την επιφάνεια,το φως, την αναγνώριση, την έξοδο από τον βυθό — και ταυτόχρονα το ίδιο αυτό φως τα τρομάζει. Η επιθυμία τους είναι διττή: έλξη και απώθηση συνυπάρχουν. Θέλουν να απαλλαγούν από την ουρά τους, από αυτό το «περίσσευμα» που τα διαφοροποιεί και τα βαραίνει, όμως η ουρά είναι και το ίχνος της καταγωγής τους, το σημάδι της μνήμης τους. Αν την αποκόψουν, κινδυνεύουν να χάσουν όχι απλώς ένα μέλος, αλλά την ίδια τους τη συνοχή.
Σε μία από τις ιστορίες, ένα πλάσμα επιχειρεί επανειλημμένα να διασχίσει ένα υποθαλάσσιο ρεύμα που το απωθεί. Η προσπάθεια επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά: πλησιάζει, αντιστέκεται, παρασύρεται, επιστρέφει και ξαναδοκιμάζει. Η επανάληψη εδώ δεν είναι απλώς αφηγηματικό μοτίβο, είναι ψυχικός μηχανισμός.
Το ρεύμα γίνεται μεταφορά ενός τραυματικού ή απωθημένου σημείου. Η επιθυμία δεν παύει, ακόμη κι όταν γνωρίζει εκ των προτέρων την αποτυχία της. Επιμένει. Και μέσα σε αυτή την επιμονή αποκαλύπτεται κάτι ουσιώδες: ότι η ταυτότητα δεν συγκροτείται μόνο από τις επιτυχείς διελεύσεις, αλλά και από τις επαναλαμβανόμενες αποτυχίες.
Τα ψάρια του Πάσχου λοιπόν ,δεν παλεύουν απλώς με το νερό. Παλεύουν με το ίδιο τους το εσωτερικό ρεύμα εκεί όπου η επιθυμία και ο φόβος συνυπάρχουν, αξεδιάλυτα.
Το διονυσιακό στοιχείο
Παρά τη σκοτεινότητα, το βιβλίο δεν βυθίζεται στη μελαγχολία. Υπάρχει ένα διονυσιακό στοιχείο, μια υπερχείλιση ζωής. Τα πλάσματα ερωτεύονται με πάθος, σαρκάζουν τις ίδιες τους τις αδυναμίες, γελούν με τρόπο σχεδόν απελευθερωτικό. Το χιούμορ δεν είναι επιφανειακό. Είναι άμυνα και ταυτόχρονα δημιουργική πράξη. Εκεί όπου η απώλεια θα μπορούσε να παγώσει τον χρόνο, η ειρωνεία τον επανεκκινεί.
Σε μια από τις πιο ποιητικές σκηνές, μια ομάδα ψαριών συγκεντρώνεται γύρω από ένα φωτεινό αντικείμενο που κατεβαίνει από την επιφάνεια. Το φως αυτό γίνεται αφορμή για γιορτή, για συλλογική μέθη. Η μέθη που προκαλεί δεν διαγράφει την απώλεια, δεν ακυρώνει το τραύμα. Το μετασχηματίζει. Το ενσωματώνει σε μια εμπειρία που δεν είναι πια μόνο σκοτεινή. Εδώ ακριβώς συναντιούνται η σάτιρα και η τρυφερότητα. Η σάτιρα απογυμνώνει τον φόβο, η τρυφερότητα επιτρέπει τη συνύπαρξη.
Το διονυσιακό στοιχείο στο βιβλίο δεν είναι απλώς γιορτινό. Είναι υπαρξιακό. Υπενθυμίζει ότι ακόμη και στον πιο βαθύ βυθό, η ζωή δεν σταματά να παράγει ρυθμό και επιθυμία .Και ίσως αυτό είναι το πιο ανακουφιστικό στοιχείο του έργου: ότι η έκσταση δεν έρχεται για να διαγράψει το σκοτάδι, αλλά για να αποδείξει ότι μπορεί να υπάρξει μέσα του.
Ο βυθός ως καθρέφτης του ανθρώπου
Τελικά, τα υδρόβια όντα του Πάσχου δεν είναι «άλλα». Είναι μεταμορφώσεις του ίδιου του ανθρώπου ,μορφές που ενσαρκώνουν ό,τι δεν χωρά εύκολα στη γλώσσα της λογικής και της κοινωνικής κανονικότητας. Είναι οι ουρές μας ,οι επιθυμίες που προεξέχουν, οι μνήμες που μας ακολουθούν, οι αμφιβολίες που δεν παύουν να κινούνται μέσα μας ,ακόμη κι όταν προσπαθούμε να σταθούμε ακίνητοι.
Το βιβλίο μάς καλεί να αποδεχθούμε ότι ο βυθός δεν είναι αντίθετος της επιφάνειας. Είναι η προϋπόθεσή της. Όπως και στην ψυχική ζωή, το φως γίνεται ορατό μόνο επειδή υπάρχει σκοτάδι.
Γιατί Αξίζει
Το βιβλίο «Ουρές» αξίζει να διαβαστεί,γιατί μέσα από έναν φαινομενικά φανταστικό κόσμο, μιλά με απλό αλλά ουσιαστικό τρόπο για την ανθρώπινη ζωή. Ο βυθός του βιβλίου δεν είναι μόνο τόπος θαλάσσιων πλασμάτων είναι το βάθος του εαυτού μας. Εκεί όπου υπάρχουν επιθυμίες που δεν ολοκληρώθηκαν, μνήμες που μας ακολουθούν, φόβοι και όνειρα που συνυπάρχουν. Οι «ουρές» γίνονται σύμβολο όλων αυτών των εκκρεμοτήτων που μας διαμορφώνουν.
Μάς βοηθά να καταλάβουμε ότι το φως και το σκοτάδι δεν είναι αντίπαλοι. Όπως δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας χωρίς να αποδεχθούμε και τις πιο αβέβαιες ή ευάλωτες πλευρές μας. Με γλώσσα ποιητική αλλά κατανοητή, με χιούμορ και ευαισθησία, ο Πάσχος δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις…μας προσκαλεί να σκεφτούμε. Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό: η ανάγνωση δεν τελειώνει όταν κλείνουμε το βιβλίο. Συνεχίζεται μέσα μας, ως μια ήρεμη αλλά επίμονη εσωτερική συνομιλία.
Κλείνοντας, θα έλεγα ότι οι «Ουρές» είναι μια λογοτεχνική πρόσκληση σε κατάδυση. Όχι για να χαθούμε, αλλά για να αναγνωρίσουμε μέσα στο νερό τα ίχνη της δικής μας ύπαρξης. Να συμφιλιωθούμε με τις ουρές μας και ίσως, μέσα από αυτές, να αφηγηθούμε εκ νέου την ιστορία μας..
(*) Η Λένα Αλμπάνη, είναι αντιπρύτανις Πανεπιστημίου Πατρών






















