του Γιάννη Ν.Μπασκόζου
Το βιβλίο του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου Τα χρώματα του κύβου (Πατακης) αποτελεί μια προσπάθεια να εισχωρήσει ο γνωστός κριτικός λογοτεχνίας σε κάποιες ρωγμές στο σώμα της ελληνική λογοτεχνίας και να φωτίσει από τη δικιά του οπτική τις μεταβάσεις από τη μια περίοδο στην άλλη. Διαβάζω συχνά γκρίνιες για την κριτική λογοτεχνίας στη χώρα μας. Οι πραγματικοί κριτικοί λογοτεχνίας είναι σήμερα πολύ λίγοι. Ο κριτικός λογοτεχνίας είναι ένας γραφιάς που παρακολουθεί συστηματικά την εξέλιξη της λογοτεχνίας, όταν γράφει για ένα βιβλίο γνωρίζει και τα προηγούμενα του/της συγγραφέως, μπορεί να τα εντάξει σε μεγαλύτερες περιόδους ή ρεύματα, να συγκρίνει με ανάλογες διεθνείς τάσεις ενώ γνωρίζει πολύ καλά την παλιότερη γραμματεία της χώρας του. Σήμερα πολλοί υπογράφουν ως κριτικοί λογοτεχνίας γράφοντας απλώς τη γνώμη τους για ένα βιβλίο.
Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου ανήκει σε αυτούς τους ελάχιστους κριτικούς λογοτεχνίας που διακονούν ακόμα το επάγγελμα. Γιατί είναι επάγγελμα, χρειάζεται επιμονή και κόπος να παραμείνεις σε ένα τέτοιο επάγγελμα στο οποίο κανείς δεν σου υπόσχεται μακροημέρευση. Ο κριτικός οφείλει σε κάποια διαστήματα να συμπυκνώνει και να παρουσιάζει τις απόψεις / θέσεις του για την πορεία της λογοτεχνίας, να παρουσιάζει τα έργα που γι αυτόν σηματοδοτούν κάτι ξεχωριστό ακόμα και να διαμορφώνει ένα δικό του κανόνα.
Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου μετά την έκδοση του πολυσέλιδου Η κίνηση του εκκρεμούς, άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία 1974-2017(Πόλις) όπου παρουσίαζε την εξέλιξη της μεταπολιτευτικής πεζογραφικής δημιουργίας έδωσε πρόσφατα μια σχετικά σύντομη σκιαγράφηση της ελληνικής λογοτεχνίας από το 1866-2023 υπό τον τίτλο Τα χρώματα του κύβου(Πατάκης). Ο συγγραφέας έχει επιλέξει λογοτέχνες που εκπροσωπούν ο καθένας μια ιδιαίτερη περίπτωση (Μαρτινέγκου, Τσιτσελίκης κ.) ή που ανοίγουν νέα πεδία (Αξιώτη, Φραγκιάς) ή που τέλος αναζητείται επαναδιαπραγμάτευση της προσφοράς τους (Παπαδιαμιάντης, Ρένος Αποστολίδης). Σε κάθε περίπτωση υπάρχουν κεντρόφυγες δυνάμεις που χαράσσουν κάτι διαφορετικό ανεξάρτητα αν αυτό πραγματώνεται στις επόμενες περιόδους ή μετασχηματίζεται σε κάτι άλλο. Στόχος του συγγραφέα είναι να επισημάνει τις ιδιαίτερες περιπτώσεις που αποτελούν τομές ή ακόμα και «μαύρες τρύπες» της λογοτεχνίας. Ίσως γι αυτό το λόγο το βιβλίο του να μην δίνει πάντα την εικόνα της συνέχειας αλλά αρκετές φορές να σημειώνει ασυνέχειες και άβολα περάσματα. Και όμως μέσα σε αυτές τις ασυνέχειες κρύβεται η φιλοσοφία του εγχειρήματος, η προσπάθεια του να αναδείξει «προδρόμους αφηγηματικών τεχνικών και θεματικούς προγόνους».
Η αρχή γίνεται με τον Ροΐδη, τον οποίον επανεκτιμά όχι για την αντικληρικαστικό του χαρακτήρα όσο για τον ευφυή συγκερασμό λογοτεχνικής φαντασίας και ειρωνείας, το φλερτ με τον μοντερνισμό και την αδυναμία της πρόσληψης του σήμερα αν δεν υπάρξουν συστηματικά βοηθητικά εργαλεία. Στη συνέχεια θα εξετάσει τον Παπαδιαμάντη αναρωτώμενος αν μπορούμε να τον διαβάσουμε σήμερα χωρίς το βάρος των ερμηνειών που ο προηγούμενος αιώνας φόρτωσε με «θρησκευτικά μαλάματα». Ο ίδιος δηλώνει πως μια επανεκτίμηση του παπαδιαμαντικού έργου μπορεί να γίνει μακριά από το ιδεολογικό του υπέρβαρο με τη ματιά στραμμένη προς το ηθικό, το δραματικό και το υπαρξιακό περιεχόμενο της πεζογραφίας του.
Για την Μαρτινέγκου θα καταγράψει την σπαραγμένη ατομική φωνή και τη δύναμη να ξεχωρίσει μόνη σχεδόν αυτή ανάμεσα στα οχυρά της εποχής της. Στη συνέχεια και παραδόξως ο ΒΧ θα ασχοληθεί με τον Νικόλαο Σιγαλό (1890), ένα πρωτόλειο αστικό μυθιστόρημα του Γρ.Ξενόπουλου, που ακόμα και ο συγγραφέας είχε αποκηρύξει. Θα το παρουσιάσει αναλυτικά μέσα από τις πολλές αδυναμίες του για να σταθεί σε έναν μόνον ήρωα, τον Νικόλαο Σιγαλό, που είναι πρόδρομος ενός ρεαλιστικού ήρωα και μιας νέας ανερχόμενης ρεαλιστικής πεζογραφίας.
Ο συγγραφέας θα αφιερώσει δύο κεφάλαια για την επανεκτίμηση του πεζογράφου Κώστα Κρυστάλλη και του πεζογράφου Ιωάννη Κονδυλάκη που θα τους απομακρύνει από τη βασική κατηγορία της ηθογραφίας αναδεικνύοντας ένα ευρύτερο ρεαλιστικό τους πεδίο και ειδικά για τον δεύτερο θα υπογραμμίσει την σάτιρα, την κωμωδία και την ειρωνεία ως ένα χαρακτηριστικό μιας ιδιότυπης συγγραφής. Ο ΒΧ θα κάνει ένα μικρό ιντερμέδιο για τον άγνωστο μέχρι πριν λίγο Κωνσταντίνο Τσιτσελίκη και τον μεικτό ρομαντικο/ρεαλιστικό/ηθογραφικό του ιδίωμα .
Για τον Μυριβήλη θα ασχοληθεί ξεχωριστά, επισημαίνοντας κάποια δυνατά αντιπολεμικά διηγήματα μέσα στη Ζωή εν τάφω αλλά και τις πολλές προβληματικές του σελίδες. Αντίθετα για τα διηγήματά του στα χρωματιστά βιβλία θα τονίσει τον ρεαλιστικό και αλλού αινιγματικό ή λυρικό λόγο του.
Σχετικά με το αστυνομικό μυθιστόρημα ο ΒΧ θα αφιερώσει ένα εκτενές κείμενο για τα προεόρτια της ανάδυσης του σε βασική συνιστώσα της νεοελληνικής λογοτεχνίας παρουσιάζοντας αναλυτικά το Έγκλημα στο Ψυχικό του Π.Νιρβάνα, το ανώνυμο Ο Σέρλοκ Χολμς σώζων τον κ.Βενιζέλον αλλά ακόμα και του προδρόμους Αλέξανδρο Ρίζο-Ραγκαβή με το Ο συμβολαιογράφος (1850) και τον Ιωάννη Κονδυλάκη με το Οι άθλιοι των Αθηνών (1894).
Σε ένα εκτενές κεφάλαιο για τη γενιά του ΄30 και τον μοντερνισμό ο ΒΧ θα εκτιμήσει ότι ενώ οι ποιητές προσχώρησαν και ενσωμάτωσαν πολλά στοιχεία του στο έργο τους, οι αθηναίοι πεζογράφοι σε μεγάλο βαθμό προσπέρασαν και ορισμένως αρνήθηκαν τον μοντερνισμό ενώ οι Θεσσαλονικείς τον ενστερνίστηκαν μεν αλλά χωρίς ένταση. Η ελληνικότητα και το παρελθόν κέρδισαν την πλειονότητα των πεζογράφων του ΄30 πλην μικρών εξαιρέσεων όπως της Μέλπως Αξιώτη ή του Γιάννη Σκαρίμπα. Εδώ θα κάνει μια μικρή παρένθεση για τον Γουλιέλμο Άμποτ και το μυθιστόρημα του που βρίθει ιδεών, Γη και νερό.
Στον Μ.Καραγάτση ο συγγραφέας θα αφιερώσει τρία μεγάλα κεφάλαια. Στον πρώτο θα ασχοληθεί με τους υπερήρωες της τριλογίας Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο και θα προσπαθήσει να διερευνήσει τους βασικούς χαρακτήρες, κυρίως τον Λιάπκιν. Θα παρουσιάσει τις κριτικές απόψεις που χρεώνουν στον Καραγάτση έναν ρεαλισμό στα όρια του νατουραλισμού. Ο ΒΧ θα τον βαφτίσει «εξηρμένο ρεαλισμό» και θα εξηγήσει πως ο συγγραφέας μετατρέπει τον Λιάπκιν ένα θέαμα αφήνοντας κατά μέρος την όποια χαρακτηριολογική επεξεργασία, είναι τελικά όχι ένας ήρωας αλλά ένας ρόλος. Μελετώντας τα φανταστικά πεζογραφήματα του Καραγάτση, το Χαμένο νησί και το Άμρι Α Μούγκου διαπιστώνει τις αντιφατικές και αντιθετικές δυνάμεις που κυριαρχούν στο υλικό τους για να καταλήξει ότι η ταυτότητα του συγγραφέα δεν είναι αυτή που φαίνεται με πρώτη ματιά γι αυτό και έχει μια ξεχωριστή θέση στη γενιά του.
Από τη γενιά του ΄30 θα ξεχωρίσει την Μέλπω Αξιώτη για τους πολλαπλούς μοντερνισμούς του έργου της: τον υπερρεαλισμό, την αυτοαναφορικότητα, τη συνειρμική εκφορά λόγου, τον εσωτερικό μονόλογο με τη ροή συνείδησης παρόλο που εκκίνησε από έναν πολυμορφικό ρεαλισμό.
Περνώντας στην μεταπολεμική πεζογραφία θα σταθεί στον άνισο, αντικομφορμιστή, λιβελλογράφο και αναρχικό Ρένο Αποστολίδη. Σε αυτή την περιήγηση θα σταθεί επίσης στον Αντρέα Φραγκιά για το αλληγορικό και συμβολικό του έργο. Θα δει πίσω από το ιστορικό πλαίσιο των μυθιστορημάτων του Φραγκιά τις ιστορίες των χαρακτήρων του να ανάγονται σε καθολικές περιπτώσεις. Ο Φραγκιάς δημιουργεί τυπολογικά περιγράμματα στο εσωτερικό των οποίων διαγράφεται η ανθρώπινη συνείδηση υπό καθεστώς πίεσης, καταστολής, μαζικής στέρησης και υφαρπαγής. Προχωρώντας και σε άλλους μοντέρνους θα σταθεί στο έργο του Νίκου Μπακόλα, του συγγραφέα του οποίου η μεταμυθοπλασία είναι μια καθαρώς μεταμοντέρνα εκδοχή, που παίζει προκλητικά με τον παροντικό και παρελθοντικό χρόνο της πλοκής της και δεν παύει να παραπέμπει στον κατασκευαστικό της χαρακτήρα.
Συνεχίζοντας να ανασκαλεύει στα λογοτεχνικά ερμάρια του μεταμοντέρνου θα αναφερθεί στον Νίκο Καχτίτση και την δεξιοτεχνία του να ανακαλύψει το μεταμοντέρνο πριν από τον μεταμοντερνισμό με την ικανότητά του να αποδομεί, να εξαρθρώνει και στο τέλος να καταστρατηγεί τα λογοτεχνικά είδη.
Στους μοντέρνους θα κατατάξει τον Στρατή Τσίρκα καθώς στο έργο του επικρατεί η υποκειμενικότητα έναντι των αδιατάραχτων γραμμών της επαγωγικής λογικής, της εγγυημένης συνέχειάς και της αντικειμενικής θέασης. Στους μοντέρνους θα βρει τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Μάριο Χάκκα, τον καθένα με την ιδιαιτερότητά του αλλά και τη θέληση να σπάνε τα καθιερωμένα μοτίβα της αφήγησης μιας ιστορίας.
Προς το τέλος θα ασχοληθεί με τη σχέση ιστορίας και μυθοπλασίας και ειδικότερα με το πως η εποχή της μικρασιατικής καταστροφής επέδρασε στο υλικό των πεζογράφων στη μεταπολιτευτική εποχή. Από το πως αντιλαμβάνεται ο Βαλτινός το παρελθόν ως μία διαρκώς ρευστή και συνάμα εκκρεμής ύλη έως το γεμάτο ιστορικό υπόβαθρο στα έργα της Ρέας Γαλανάκη, το μαγικό ρεαλισμό του Πάνου Καρνέζη, το «σκληρό» Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου, την Καρολίνα Μέρμηγκα, τον Κώστα Ακριβο, τον Ευάγγελο Μαυρουδή, τον Δημήτρη Νόλλα αλλά και τους μυθιστοριογράφους του graphic Novel, Soloup και Θανάση Πέτρου. Ξεχωριστές σελίδες θα αφιερώσει στον πληθωρικό Αλέξη Πανσέληνο και το ευφάνταστο διηγηματογράφο Γιώργο Σκαρμπαδώνη.
Το βιβλίο θα κλείσει κάπως γρήγορα με τις αναφορές σε Νίκο Μάντη, Νίκο Παναγιωτόπουλο και Χρήστο Οικονόμου, μη δίνοντας πιο συνοπτικά στοιχεία για τη νεότερη (όχι πια και τόσο νέα) της ελληνικής λογοτεχνίας. Η μελέτη του ΒΧ θα δώσει χώρο σε αρκετούς πειραματικούς λογοτέχνες ενώ θα παρουσιάσει και άλλους που αρνήθηκαν τον πειραματισμό αλλά το έργο τους συνιστά τομή στην εξέλιξη της πεζογραφίας. Πολλές φορές τα κενά στην ιστορική εξέλιξη γίνονται κατανοητά από τις ειδικές περιπτώσεις καλλιτεχνών που έμειναν μόνοι τους.
Έρχεται και επανέρχεται συχνά η επίκριση ότι οι κριτικοί λογοτεχνίας δεν ασκούν ισχυρή αρνητική κριτική, δεν κατακρημνίζουν αξίες, δεν παρουσιάζουν άσπρα – μαύρα. Ο Β.Χατζηβασιλείου είναι ο κριτικός της ανάλυσης και όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο θα βρει τις διαφοροποιήσεις του, τις επισημάνσεις του για αρνητικές πτυχές και αποτυχημένα πειράματα. Αυτό που τον απασχολεί κυρίως είναι να δει την πορεία της λογοτεχνικής μας ιστορίας, τις διακυμάνσεις, τις απότομες στροφές, τις κορυφώσεις και τις μέσα αλλαγές που δεν φαίνονται πάντα. Στις θεωρήσεις του θα χρησιμοποιήσει πολλά και διαφορετικά εργαλεία από τους κλασικούς Warren- Wellek έως τον Βourdieu και τον Derrida, θα αναφερθεί συχνά πυκνά σε έλληνες κριτικούς και θεωρητικούς λογοτεχνίας, από τους παλιότερους έως τους σύγχρονους, χωρίς να δεσμεύεται από κάποια συγκεκριμένη θεωρία ή προκατάληψη, η σκέψη του διαθέτει ευλυγισία και ευθυβολία. Το κείμενό του μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός ανίχνευσης πτυχών και βατήρα περαιτέρω ερευνών για την ελληνική λογοτεχνία.
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τα χρώματα του κύβου, Πατάκης
![]()






















