των
Βαγγέλη Γέττου, Εμπειρογνώμονα Θεμάτων Πολιτισμού & Τεχνών · Center for Social Innovation – CSI
Μιχάλη Καλαμαρά, συμβούλου εκδόσεων · Thinking, Ιδρυτή · eAnagnostis.gr
Οι γυναίκες διαβάζουν πιο πολύ, ένα πολύ υψηλό ποσοστό συμμετεχόντων (περίπου 96%) συμφωνεί ότι η ανάγνωση είναι σημαντική για την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη. Παρά την σχεδόν καθολική αυτή αποδοχή, η πραγματική συχνότητα ανάγνωσης παραμένει περιορισμένη, με αιτιολογία την έλλειψη χρόνου. Οι γυναίκες διαβάζουν κυρίως λογοτεχνία και βιβλία ψυχολογίας και αυτοβελτίωσης, οι άνδρες ιστορία και πολιτική. Το έντυπο κυριαρχεί ενώ η δίγλωσση ανάγνωση είναι φυσιολογική τάση στο νησί. Αυτά είναι μερικά από τα αποτελέσμστα της έρευνας που διεξήχθη στην Κύπρο με στόχο τη διερεύνηση στις «Αναγνωστικές συνήθειες και στάσεις στην Κύπρο: Έμφυλες, ηλικιακές και κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις σε ένα παγκύπριο δείγμα». Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το 2025 από το Center for Social Innovation – CSI (Κύπρος) και τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Λεμεσού, με δείγμα 1.190 ατόμων από όλες τις επαρχίες της Κύπρου.
1. Αποτελέσματα

1.1 Συχνότητα και όγκος ανάγνωσης κατά φύλο
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η ανάγνωση στην Κύπρο είναι έντονα έμφυλο φαινόμενο. «Πολύ συχνά» διαβάζει το 42% των γυναικών, έναντι 31% των ανδρών. Οι άνδρες παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά στις κατηγορίες «καμιά φορά» και «ποτέ», ενώ οι γυναίκες εμφανίζονται πιο συγκεντρωμένες στις κατηγορίες συστηματικής ανάγνωσης. Σε ό,τι αφορά τον αριθμό βιβλίων που διαβάστηκαν τους τελευταίους 12 μήνες, οι γυναίκες συμμετέχουν συχνότερα στις κατηγορίες 6–10, 11–20 και 20+ βιβλία, ενώ οι άνδρες υπερεκπροσωπούνται στην κατηγορία 1–2 βιβλία. Οι γυναίκες συγκροτούν, συνεπώς, μια σταθερή αναγνωστική βάση, ενώ οι άνδρες προσεγγίζουν την ανάγνωση πιο περιστασιακά. Τα ευρήματα αυτά εναρμονίζονται με τα ευρωπαϊκά δεδομένα και με τη διεθνή βιβλιογραφία για το έμφυλο χάσμα στην ανάγνωση (Abdul Jabbar & Warraich, 2022· Eurostat, 2024).
1.2 Κίνητρα ανάγνωσης
Οι λόγοι για τους οποίους οι συμμετέχοντες διαβάζουν διαφοροποιούνται έντονα ανά φύλο. Οι γυναίκες αναφέρουν συχνότερα τη χαλάρωση και ψυχαγωγία ως κύριο κίνητρο, ενώ οι άνδρες δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη μάθηση και τη γνώση. Η ανάγνωση φαίνεται, συνεπώς, να λειτουργεί κυρίως ως συναισθηματική και ανακουφιστική πρακτική για τις γυναίκες και ως εργαλειακή και γνωσιακή δραστηριότητα για τους άνδρες. Η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται με ευρήματα που καταγράφουν διαφοροποιημένες σχέσεις φύλου–κειμένου, τόσο ως προς το είδος όσο και ως προς τη λειτουργία της ανάγνωσης (Abdul Jabbar & Warraich, 2022).
1.3 Αναγνωστικά είδη και γλώσσες
Ως προς τα είδη βιβλίων, οι γυναίκες προτιμούν κυρίως λογοτεχνία και βιβλία ψυχολογίας/αυτοβελτίωσης, ενώ οι άνδρες στρέφονται περισσότερο προς ιστορία/πολιτική, λογοτεχνία και κόμικς/graphic novels. Η εικόνα αυτή παραλληλίζεται με διεθνείς τάσεις, όπου οι γυναίκες προτιμούν συχνότερα τη μυθοπλασία, ενώ οι άνδρες παρουσιάζουν μεγαλύτερη κλίση σε μη λογοτεχνικά είδη. Σε γλωσσικό επίπεδο, η πλειονότητα του δείγματος προτιμά να διαβάζει στα ελληνικά, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό διαβάζει στα αγγλικά. Μικρότερα ποσοστά αναφέρουν άλλες γλώσσες. Πρόκειται για μια δίγλωσση πολιτισμική ταυτότητα, στην οποία η ελληνική διατηρεί κεντρικό ρόλο, ενώ η αγγλική λειτουργεί ως κανάλι πρόσβασης σε διεθνή και εξειδικευμένη εκδοτική παραγωγή.
1.4 Μορφές βιβλίων και κανάλια πρόσβασης
Παρά την ανάπτυξη ψηφιακών μορφών, το έντυπο βιβλίο παραμένει κυρίαρχο. Το 82% των γυναικών και το 71% των ανδρών δηλώνουν ότι προτιμούν έντυπα βιβλία. Τα ebooks, τα audiobooks ή/και ο συνδυασμός τους χρησιμοποιούνται σε σχετικά χαμηλά ποσοστά (13%, 7% και 7% αντίστοιχα), ενώ ένας συνδυασμός μορφών (έντυπο και ψηφιακό) είναι ελαφρώς πιο συχνός στους άνδρες. Κύριο κανάλι προμήθειας βιβλίων αποτελούν τα βιβλιοπωλεία, με φίλους/οικογένεια και βιβλιοθήκες να ακολουθούν σε χαμηλότερα ποσοστά. Η συχνότητα επίσκεψης σε βιβλιοπωλεία («συχνά» ή «πολύ συχνά») παραμένει υψηλή, σε αντίθεση με τις βιβλιοθήκες, τις οποίες επισκέπτεται συστηματικά μόνο ένα μικρό τμήμα του δείγματος. Αυτό υποδηλώνει ότι στην Κύπρο το βιβλίο διατηρεί ισχυρή υλική και χωρική υπόσταση και ότι τα βιβλιοπωλεία λειτουργούν ως βασικοί χώροι πολιτισμικής εμπειρίας περισσότερο από τις δημόσιες βιβλιοθήκες.
1.5 Εμπόδια στην ανάγνωση

Το σημαντικότερο εμπόδιο για την ανάγνωση είναι η έλλειψη χρόνου, η οποία αναφέρεται από περίπου τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων και στα δύο φύλα. Η τιμή των βιβλίων αναφέρεται από σαφώς μικρότερο ποσοστό, ενώ η έλλειψη ενδιαφέροντος για το διάβασμα καταγράφεται σε ακόμη χαμηλότερες τιμές. Τα ευρήματα είναι συμβατά με έρευνες που δείχνουν ότι ο «χρόνος» αποτελεί τον πιο συχνό λόγο μη ανάγνωσης, περισσότερο από το κόστος ή την πρόσβαση, ιδιαίτερα σε κοινωνίες με υψηλά επίπεδα εργασιακής έντασης και ψηφιακής χρήσης (NEA, 2007). Στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες, ο κατακερματισμός της προσοχής και ο ανταγωνισμός από τα ψηφιακά μέσα μειώνουν τον διαθέσιμο χρόνο για ανάγνωση βιβλίων, ακόμη και όταν η ανάγνωση αντιμετωπίζεται θετικά.
4.6 Οικογένεια και παιδική ανάγνωση
Η έρευνα αναδεικνύει την οικογένεια ως καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της παιδικής φιλαναγνωσίας. Η συντριπτική πλειονότητα των γονέων δηλώνει ότι τα παιδιά τους διαβάζουν βιβλία εκτός σχολείου. Όταν τα παιδιά δεν είναι σε ηλικία ή δεν έχουν ακόμη τη δυνατότητα να διαβάσουν μόνα τους, οι γονείς αναφέρουν σε πολύ υψηλά ποσοστά ότι τους διαβάζουν συχνά. Όταν τα παιδιά ερωτώνται ποιος τα ενθαρρύνει περισσότερο στην ανάγνωση, αναφέρουν πρωτίστως τους γονείς/οικογένεια, ενώ το σχολείο, οι φίλοι/συνομήλικοι και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ακολουθούν. Τα ευρήματα αυτά συνάδουν με έρευνες που αναδεικνύουν την οικογένεια ως πρωτογενές κύτταρο διαμόρφωσης της αναγνωστικής κουλτούρας και του πολιτισμικού κεφαλαίου (Abdul Jabbar & Warraich, 2022· NEA, 2007).
1.7 Εκπαίδευση, οικονομική τάξη και ανάγνωση
Παρότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν πλήρη στατιστική ανάλυση όλων των εκπαιδευτικών και εισοδηματικών υπο-ομάδων, η συνδυαστική ανάγνωση των ευρημάτων με τη διεθνή βιβλιογραφία επιτρέπει ορισμένες εύλογες ερμηνευτικές υποθέσεις:
- Εκπαίδευση και συχνότητα ανάγνωσης: Η διεθνής έρευνα δείχνει ότι τα άτομα με ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση διαβάζουν συστηματικά περισσότερο, τόσο σε όγκο όσο και σε συχνότητα, σε σύγκριση με όσους έχουν χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Στο κυπριακό πλαίσιο, αυτό σημαίνει ότι τα υψηλότερα μορφωτικά στρώματα είναι πιθανότερο να ανήκουν στις κατηγορίες «πολύ συχνά» και «πολλά βιβλία τον χρόνο», αλλά και να έχουν ποιοτικά διαφοροποιημένο ρεπερτόριο (π.χ. δοκίμιο, επιστημονικά βιβλία, ξενόγλωσση βιβλιογραφία).
- Οικονομική τάξη και πρόσβαση στο βιβλίο: Το οικονομικό επίπεδο επηρεάζει τη δυνατότητα αγοράς βιβλίων, τη συχνότητα επίσκεψης σε βιβλιοπωλεία και τη συμμετοχή σε εκδηλώσεις (π.χ. φεστιβάλ βιβλίου). Αν και η «τιμή του βιβλίου» δεν εμφανίζεται ως το κορυφαίο εμπόδιο, είναι πιο πιθανό να λειτουργεί αποτρεπτικά για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία ενδεχομένως στηρίζονται περισσότερο σε δανεισμό από φίλους, οικογένεια ή σχολείο. Η χαμηλή χρήση βιβλιοθηκών υποδηλώνει ότι τα χαμηλότερα στρώματα δεν αντισταθμίζουν εύκολα την οικονομική δυσκολία μέσω δωρεάν πρόσβασης.
- Διασταύρωση εκπαίδευσης και οικονομικής τάξης: Η εκπαίδευση και το εισόδημα συμπλέκονται: τα άτομα με υψηλή εκπαίδευση έχουν αυξημένες πιθανότητες να ανήκουν σε μεσαία/ανώτερα στρώματα και, άρα, να διαθέτουν και οικονομικούς και πολιτισμικούς πόρους για ανάγνωση. Η ανάγνωση, έτσι, τείνει να συγκεντρώνεται σε ομάδες που βρίσκονται ήδη σε ευνοϊκότερη θέση, ενισχύοντας περαιτέρω τις μορφωτικές και κοινωνικές ανισότητες. Συνολικά, η ανάλυση δείχνει ότι η ανάγνωση στην Κύπρο δεν κατανέμεται ομοιόμορφα, αλλά διαμορφώνεται σε τριπλή τομή φύλου–εκπαίδευσης–οικονομικής τάξης, με τις πιο προνομιούχες ομάδες να εμφανίζονται ως οι πιο συστηματικοί αναγνώστες.

2. Σημεία προς συζήτηση
2.1 Ασυνέπεια ανάμεσα σε στάσεις και συμπεριφορά
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της έρευνας είναι ότι ένα πολύ υψηλό ποσοστό συμμετεχόντων (περίπου 96%) συμφωνεί ότι η ανάγνωση είναι σημαντική για την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη. Παρά την σχεδόν καθολική αυτή αποδοχή, η πραγματική συχνότητα ανάγνωσης παραμένει περιορισμένη, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η πιθανή μεροληψία συμμετοχής υπέρ των ήδη αναγνωστών. Η ασυνέπεια ανάμεσα στις δηλούμενες στάσεις και τη συμπεριφορά έχει καταγραφεί ως χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών, όπου η ανάγνωση εξυψώνεται ρητορικά, αλλά ο διαθέσιμος χρόνος και ο ψηφιακός ανταγωνισμός εμποδίζουν τη σταθερή πρακτική της (NEA, 2007· Sonke et al., 2025). Η κυπριακή περίπτωση φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτό το μοτίβο.
2.2 Το έμφυλο χάσμα ως σταθερό μοτίβο
Η διαπίστωση ότι οι γυναίκες στην Κύπρο διαβάζουν συχνότερα και περισσότερα βιβλία από τους άνδρες ευθυγραμμίζεται τόσο με τα ευρωπαϊκά δεδομένα όσο και με διεθνείς ανασκοπήσεις για τις έμφυλες διαφοροποιήσεις στη ανάγνωση (Abdul Jabbar & Warraich, 2022· Eurostat, 2024). Αυτό υποδεικνύει ότι οι πολιτικές προώθησης της φιλαναγνωσίας πρέπει να στοχεύσουν ειδικά τους άνδρες και τα αγόρια, με παρεμβάσεις που να λαμβάνουν υπόψη τα κίνητρά τους (π.χ. non-fiction, επιστημονικά και τεχνολογικά βιβλία, ιστορία, βιογραφίες). Παράλληλα, η συναισθηματική και ψυχαγωγική λειτουργία της ανάγνωσης για τις γυναίκες δείχνει την ανάγκη ενίσχυσης των λογοτεχνικών ειδών, των λεσχών ανάγνωσης και των κοινοτήτων που υποστηρίζουν μια βιωματική, ταυτοτική σχέση με το βιβλίο.
2.3 Ηλικία, εκπαίδευση, οικονομικό επίπεδο και τόπος διαμονής
Η διεθνής βιβλιογραφία και τα ευρωπαϊκά δεδομένα δείχνουν ότι η ανάγνωση είναι συχνότερη σε:
- Νεότερες ηλικιακές ομάδες, οι οποίες έχουν μεγαλύτερη έκθεση σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα και αναγνωστικές πρακτικές.
- Άτομα με ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση, τα οποία διαθέτουν περισσότερο γνωστικό υπόβαθρο, εξοικείωση με κείμενα και κίνητρο δια βίου μάθησης.
- Κατοίκους αστικών περιοχών και νοικοκυριά με υψηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, που έχουν καλύτερη πρόσβαση σε βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες και πολιτιστικές δραστηριότητες (Bourdieu, 1984· Eurostat, 2024). Η Κύπρος, με περιορισμένη ανάπτυξη δημόσιων βιβλιοθηκών και συγκέντρωση πολιτιστικών υποδομών στα αστικά κέντρα, αναμένεται να αναπαράγει αυτού του τύπου τις ανισότητες πρόσβασης: τα άτομα με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και σταθερότερο εισόδημα είναι πιθανότερο να διαβάζουν συχνά, να αγοράζουν βιβλία, να παρακολουθούν εκδηλώσεις, ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με χαμηλότερη εκπαίδευση και διαμονή σε απομακρυσμένες περιοχές, φαίνεται να έχουν λιγότερες ευκαιρίες επαφής με το βιβλίο. Η ανάλυση των ευρημάτων ενισχύει την υπόθεση ότι η ανάγνωση ασκείται συχνότερα από εκείνους που έχουν ήδη ισχυρό εκπαιδευτικό υπόβαθρο και σχετική οικονομική άνεση. Έτσι, η ανάγνωση δεν είναι μόνο μια πολιτιστική πρακτική, αλλά και ένας μηχανισμός αναπαραγωγής ανισοτήτων: διευρύνει το γνωστικό και πολιτισμικό προβάδισμα όσων βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση.
2.4 Ηλικιακή «ακαμψία» και ψηφιακός ανταγωνισμός
Διεθνείς μελέτες υποδεικνύουν ότι η ανάγνωση παρουσιάζει καμπύλη επίδρασης ηλικίας: οι νεότεροι ενήλικες διαβάζουν συχνότερα, ενώ μετά από μια ηλικία οι αναγνωστικές συνήθειες σταθεροποιούνται και η ανάγνωση τείνει να μειώνεται. Η λεγόμενη «ηλικιακή ακαμψία» συνδέεται με παράγοντες όπως η κόπωση, η υγεία και η προτίμηση για παθητικότερες μορφές ψυχαγωγίας. Ταυτόχρονα, η έντονη παρουσία των ψηφιακών μέσων δημιουργεί ισχυρό ανταγωνισμό για τον χρόνο προσοχής, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες. Ενώ οι ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν να λειτουργήσουν και ως δίαυλοι προώθησης του βιβλίου, η γενική τάση είναι η μείωση του χρόνου ανάγνωσης, όπως δείχνουν μεγάλης κλίμακας μελέτες σε ΗΠΑ και Ευρώπη (NEA, 2007· Sonke et al., 2025).
2.5 Περιορισμοί της μελέτης: μεροληψία επιλογής και αναπαραστατικότητα
Η υπερεκπροσώπηση γυναικών και πιθανών αναγνωστών στο δείγμα συνιστά μορφή μεροληψίας αυτοεπιλογής. Είναι πιθανό ότι άτομα που δεν διαβάζουν βιβλία να μην ανταποκρίθηκαν στην έρευνα, γεγονός που σημαίνει ότι τα πραγματικά ποσοστά ανάγνωσης στον κυπριακό πληθυσμό μπορεί να είναι χαμηλότερα. Αυτός ο περιορισμός δεν ακυρώνει τα ευρήματα, αλλά υποδεικνύει ότι αυτά πρέπει να ερμηνευθούν ως άνω εκτιμήσεις της αναγνωστικής συμμετοχής και να συνδυαστούν με ποιοτικές και συμπληρωματικές έρευνες.
3. Συμπεράσματα
Η παρούσα μελέτη αποτυπώνει με συστηματικό τρόπο ένα πολύπλοκο τοπίο αναγνωστικών πρακτικών στην Κύπρο. Από τη μία πλευρά, αναδεικνύεται μια κοινωνία που αναγνωρίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σημασία της ανάγνωσης και τη συνδέει με την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη. Από την άλλη, η πραγματική συμπεριφορά διαμορφώνεται από περιορισμούς χρόνου, άνισες ευκαιρίες πρόσβασης σε πολιτισμικά αγαθά και διαφορές φύλου, ηλικίας και κοινωνικοοικονομικής θέσης.
Το έμφυλο χάσμα αποτελεί κεντρικό συμπέρασμα: οι γυναίκες αναλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό τον ρόλο των «φορέων» της αναγνωστικής κουλτούρας, τόσο για τον εαυτό τους όσο και μέσα στην οικογένεια (ως μητέρες, φροντίστριες, αναγνώστριες για τα παιδιά). Οι άνδρες, αντίθετα, φαίνεται να έχουν μια πιο εργαλειακή, διακεκομμένη σχέση με το βιβλίο. Αυτό έχει συνέπειες τόσο για τη διαγενεακή μετάδοση του πολιτισμικού κεφαλαίου, όσο και για τις πρακτικές δια βίου μάθησης.
Η έρευνα επιβεβαιώνει επίσης τη σημασία της οικογένειας ως πρωτογενούς περιβάλλοντος καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας. Οι γονείς λειτουργούν ως πρότυπα, ως διαμεσολαβητές και ως «φίλτρα» πρόσβασης στο βιβλίο. Η αναγνωστική κουλτούρα δεν είναι, επομένως, μόνο θέμα σχολείου ή θεσμών, αλλά διαμορφώνεται στο οικιακό και συναισθηματικό περιβάλλον.
Παράλληλα, η κυριαρχία του έντυπου βιβλίου και η κεντρικότητα των βιβλιοπωλείων δείχνουν ότι η σχέση με το βιβλίο στην Κύπρο παραμένει βαθιά υλική, αισθητηριακή και χωρική. Το βιβλίο δεν είναι μόνο περιεχόμενο, αλλά και αντικείμενο, δώρο, στοιχείο διακόσμησης και κοινωνικού κύρους. Αυτό συνιστά ταυτόχρονα ευκαιρία (για δράσεις στον φυσικό χώρο) και πρόκληση (σε σχέση με την ενσωμάτωση ψηφιακών μορφών).
Σε επίπεδο κοινωνικών ανισοτήτων, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η ανάγνωση συνδέεται με δομικές παραμέτρους – εκπαίδευση, εισόδημα, τόπο κατοικίας. Η ανάγνωση λειτουργεί ως «μηχανισμός διάκρισης», με την έννοια ότι εκείνοι που ήδη έχουν περισσότερους πόρους (μορφωτικούς και οικονομικούς) είναι πιθανότερο να διαβάζουν περισσότερο και να ενισχύουν περαιτέρω το πολιτισμικό τους κεφάλαιο.
Τέλος, η μελέτη αναδεικνύει την ανάγνωση ως πεδίο πολιτισμικής πολιτικής: δεν πρόκειται μόνο για ατομική συνήθεια, αλλά για πρακτική που συνδέεται με την ποιότητα της δημοκρατίας, τη συμμετοχή στον δημόσιο λόγο, την κριτική σκέψη και τη συνοχή των κοινοτήτων. Η συστηματική παρακολούθηση των αναγνωστικών τάσεων, η διαρκής έρευνα και η σύνδεση ποσοτικών με ποιοτικές προσεγγίσεις μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση στοχευμένων παρεμβάσεων που ενισχύουν τη φιλαναγνωσία ως κοινό αγαθό.

Σχετικά με την Μεθοδολογία της Έρευνας
Η έρευνα υλοποιήθηκε από το Center for Social Innovation (CSI) και τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Λεμεσού ως πιλοτική δράση στο πλαίσιο της Έκθεσης του 2025. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μεταξύ 11 Σεπτεμβρίου και 13 Νοεμβρίου 2025, μέσω δομημένου ερωτηματολογίου σε ελληνική και αγγλική γλώσσα, με τυχαία και ανώνυμη δειγματοληψία στον γενικό πληθυσμό των κατοίκων της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς ηλικιακό περιορισμό. H συγκρότηση του δομημένου ερωτηματολογίου βασίστηκε στην κωδικοποίηση των ερευνών αναγνωστικής συμπεριφοράς στην Ευρώπη (Kovač et al., 2017, Fröhlich et al., 2022). Το τελικό δείγμα ανήλθε σε 1.190 άτομα από όλες τις επαρχίες της Κύπρου. Στο δείγμα παρατηρείται απόκλιση ως προς το φύλο, με τις γυναίκες να είναι υπερεκπροσωπημένες· αυτό ευθυγραμμίζεται με διεθνείς ενδείξεις ότι σε έρευνες για πολιτισμικές πρακτικές και ανάγνωση συμμετέχουν συχνότερα γυναίκες και άτομα που ήδη έχουν κάποια σχέση με το βιβλίο (Abdul Jabbar & Warraich, 2022· Eurostat, 2024). Παράλληλα, η βιβλιογραφία για τη μεροληψία συμμετοχής σε έρευνες (self-selection bias) δείχνει ότι οι συμμετέχοντες σε έρευνες σχετικές με μια πρακτική (π.χ. ανάγνωση, εθελοντισμός, πολιτισμός) είναι συχνά εκείνοι που ήδη την ασκούν, έστω και σε περιορισμένο βαθμό (NEA, 2007· Sánchez et al., 2014). Αυτό σημαίνει ότι οι εκτιμήσεις για τη συχνότητα ανάγνωσης στο δείγμα πιθανότατα είναι υψηλότερες από τις πραγματικές τιμές στον γενικό πληθυσμό, καθώς όσοι δεν διαβάζουν καθόλου είναι πιο πιθανό να μην συμμετάσχουν. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με περιγραφική στατιστική (ποσοστά, κατανομές ανά κατηγορία) και οπτική διερεύνηση διαφορών κατά φύλο. Στο παρόν άρθρο, οι συσχετίσεις με ηλικία, εκπαίδευση, οικονομικό επίπεδο και τόπο διαμονής παρουσιάζονται ως τεκμηριωμένες ερμηνευτικές υποθέσεις, με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία, καθώς τα πλήρη μικροδεδομένα των υπο-ομάδων δεν είναι εδώ διαθέσιμα στο σύνολό τους.
Βιβλιογραφικές αναφορές
- Abdul Jabbar, A., & Warraich, N. F. (2022). Gender differences in leisure reading habits: A systematic review of literature. Global Knowledge, Memory and Communication, 72(6–7), 572–592. https://doi.org/10.1108/GKMC-12-2020-0200
- Fröhlich, D., Bläsi, C., Einarsson, K., & Gonzáles, L. (2022). “ERICS. European Item Core Set for Reading Surveys”. Aldus Up. https://www.aldusnet.eu/wp-content/uploads/2022/09/Aldus-Up_Reading-Habits_ERICS_Description_2207.pdf
- Bourdieu, P. (1984). Distinction: A social critique of the judgement of taste. Harvard University Press. https://www.hup.harvard.edu/books/9780674212770
- Eurostat. (2024). Younger people and women in the EU read more books (EU-SILC 2022). https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20240809-2
- Kovač, M., Phillips, A., van der Weel, A., & Wischenbart, R. (2017). Book Statistics: What are they good for?. Logos, 28(4), 7-17. https://doi.org/10.1163/1878-4712-11112137
- National Endowment for the Arts. (2007). To read or not to read: A question of national consequence (Research Report #47). National Endowment for the Arts. https://www.arts.gov/sites/default/files/ToRead.pdf
- Sánchez, O. R., et al. (2014). Does self-selection affect samples’ representativeness in online surveys? Journal of Medical Internet Research, 16(7), e164. https://doi.org/10.2196/jmir.2759
- Sonke, J., Bone, J., Fancourt, D., et al. (2025). The decline in reading for pleasure over 20 years of the American Time Use Survey. iScience, 26, 113288. https://doi.org/10.1016/j.isci.2025.113288











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














