Άμνετ όπως Άμλετ: Η Ιρλανδή συγγραφέας του best seller «Άμνετ» Maggie O’Farrell μιλάει για τη σχέση της με τον Shakespeare, για το τραύμα και για τη μεταφορά του βιβλίου της στη μεγάλη οθόνη
από την Αλεξάνδρα Χαΐνη
Ως φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας υπήρξα μεγάλη φαν του Shakespeare. Κατάφερνα να αποστηθίζω ολόκληρα σονέτα, διαλόγους από θεατρικά έργα, διάσημες ατάκες και ούτω καθεξής. Έχω επισκεφθεί το χωριό του, έχω συμμετάσχει σε πανεπιστημιακά σουαρέ σχολιάζοντας avant-garde αποδώσεις της «Τρικυμίας» και του «Πολύ κακό για το τίποτα» και φυσικά έχω δει -και συνεχίζω να βλέπω- τις παραστάσεις που μου αναλογούν. Από εκείνες που θυμάμαι πάντως πιο έντονα από όλες κι ας με ταξιδεύει πολύ πίσω, στα μαθητικά μου χρόνια στη δεκαετία του ’80, είναι ο «Κοριολανός» στο Ηρώδειο με τον Ian McKellen. Με είχε πάει ο θείος μου και κάποια στιγμή κάλεσαν το κοινό να «παίξει» ως όχλος στη σκηνή. Κατεβήκαμε κι εμείς και ακόμη ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι τη στιγμή που άγγιξα κατά λάθος το «ματωμένο» μπράτσο του McKellen. Ο πιο ακραίος βέβαια φόρος τιμής που υπέβαλλα στον μεγάλο δημιουργό, ήταν όταν πριν από καμιά δεκαριά χρόνια έραψα σαράντα στολές για τα πιτσιρίκια στο νηπιαγωγείο του γιου μου, που ανέβασαν το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», στο κλείσιμο της χρονιάς.
Ο Shakespeare λοιπόν έχει επανέλθει στην επικαιρότητα, έστω και εμμέσως, με την ταινία «Άμνετ» της βραβευμένης με Όσκαρ σκηνοθεσίας Chloé Zhao («Η Χώρα των Νομάδων», 2020), η οποία βασίζεται στο ομώνυμο ιστορικό μυθιστόρημα της Ιρλανδής συγγραφέως Maggie O’ Farrell («Άμνετ», εκδόσεις Ψυχογιός). Η ταινία έχει λάβει ήδη πολλές διακρίσεις, όπως το Βραβείο Κοινού από το Φεστιβάλ του Τορόντο και δύο Χρυσές Σφαίρες Καλύτερης Δραματικής Ταινίας και Γυναικείας Ερμηνείας σε Δράμα, ενώ έχει προταθεί για 8 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Ηθοποιού (εκπληκτική η Jessie Buckley, για μένα όλη η ταινία είναι η γυναίκα αυτή), Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου.
Το στόρι
Για όσους/ες δεν το γνωρίζουν, το βιβλίο ασχολείται με την οικογενειακή τραγωδία του Shakespeare και της συζύγου του Agnes· βρισκόμαστε στην Αγγλία του 1580, o Γουίλιαμ γνωρίζει την Άνιες, αποκτούν τρία παιδιά και όσο εκείνος καταξιώνεται στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου, εκείνη πασχίζει να τα βγάλει πέρα μόνη της σε ένα δύσκολο περιβάλλον. Μέχρι που ο εντεκάχρονος γιος τους, Άμνετ, θα προσβληθεί από πανώλη και θα πεθάνει. Η εμπειρία αυτή θα γεννήσει στην πορεία τον «Άμλετ». «Παρόλο που ο Άμλετ αποτελεί κάποια στιγμή κομμάτι της υπόθεσης, ευτυχώς δεν πρόκειται για μια “ιστορία για τον Άμλετ”» γράφει στο blog του ο Duane, ο οποίος συστήνεται ως «Shakespeare geek», κάτι σαν σπασίκλας δηλαδή, με απόλυτη αφοσίωση στον Shakespeare και ένα ιδιαίτερο ύφος στις αναλύσεις του (δείτε το The Original Shakespeare Blog, έχει ενδιαφέρον). «Αντιθέτως,» συνεχίζει, «είναι αυτό που φαίνεται – μια μυθοπλαστική βιογραφία της Anne Hathaway, της γυναίκας του δασκάλου λατινικών με τον οποίο αποκτά τρία παιδιά, ένα εκ των οποίων πεθαίνει.» (Σημειώνεται ότι η O’ Farrell χρησιμοποιεί το όνομα Agnes αφενός γιατί εκείνη την εποχή, όπως και σήμερα, τα ονόματα και τα υποκοριστικά εναλλάσσονταν και αφετέρου για να αποφευχθεί τυχόν σύγχυση με τη γνωστή Αμερικανίδα ηθοποιό.)
Ναι, το βιβλίο, δεν είναι η ιστορία της γυναίκας του Shakespeare, αλλά εκείνη της Agnes – και το εντυπωσιακό είναι πως δεν γίνονται ευθείες αναφορές στον William Shakespeare, ο οποίος μάλιστα κατονομάζεται ελάχιστες φορές στις σελίδες του. «Θα μπορούσες στην πραγματικότητα να διαβάσεις το βιβλίο χωρίς καν να συνειδητοποιήσεις ότι πρόκειται για την οικογένεια του Shakespeare», ισχυρίζεται ο Duane. Πράγματι, θα μπορούσες, με τη μόνη διαφορά ότι η Maggie O’Farrell το έχει καταστήσει σαφές εξαρχής και με κάθε τρόπο, θα πω εγώ.
*
Η συγγραφέας λίγο αφότου βγήκε η ταινία στους κινηματογράφους, μίλησε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Literary Hub, ρίχνοντας φως σε όσα την οδήγησαν στη συγγραφή του «Άμνετ» αλλά και στη συνεργασία της με τη Zhao για τη διασκευή του βιβλίου της για τον κινηματογράφο.
O «γρίφος» Άμλετ-Άμνετ;
Ο προβληματισμός της Maggie O’ Farrell για τα δυο ομόηχα ονόματα Άμνετ-Άμλετ και τη μεταξύ τους σύνδεση, ξεκίνησε όταν ήταν ακόμη 16 ετών μαθήτρια. Ωστόσο, αποφάσισε να ασχοληθεί με το ζήτημα τρεις δεκαετίες αργότερα, αφού είχε εκδώσει ήδη εννέα βιβλία και είχε κάνει αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες να γράψει μια ιστορία με επίκεντρο τον Άμνετ. Η αγωνία της, λέει, σταμάτησε όταν ολοκλήρωσε την αυτοβιογραφία της «I Am, I Am, I Am» (2017), όπου μιλάει για τη διαχείριση των δικών της τραυμάτων. Το «Άμνετ» κυκλοφόρησε εν τέλει το 2020 σημειώνοντας τεράστια επιτυχία: κέρδισε το Women’s Prize for Fiction του 2020 και ανέβηκε γρήγορα στην κορυφή της λίστας των ευπώλητων. Ακολούθησε η θεατρική προσαρμογή του για τη σκηνή του Royal Shakespeare Company και στη συνέχεια η ταινία της Chloé Zhao, για της οποίας το σενάριο δούλεψε τελικά και ίδια, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της.
«Ο Άμλετ, ως θεατρικό έργο, είναι ένα πραγματικό παζλ, αρκετά μυστηριώδες. Ακολουθεί τα μοτίβα μιας τραγωδίας εκδίκησης, αλλά ο Άμλετ δεν είναι ο κλασικός ήρωας μιας τραγωδίας εκδίκησης, επειδή καλείται να πάρει εκδίκηση από ένα φάντασμα. Όμως, τελικά δεν μπορεί να το κάνει. Αμφιταλαντεύεται και αλλάζει γνώμη, και τελικά πεθαίνει», λέει η O’ Farrell εξηγώντας την εμμονή της να λύσει το γρίφο Άμλετ-Άμνετ. «Σε κάθε τραγωδία εκδίκησης, ο ήρωας περνάει ένα τεράστιο τραύμα και βάσανα, αλλά πάντα επιβιώνει. Φαντάζομαι ότι πρέπει να ήταν αρκετά σοκαριστικό για το κοινό του 17ου αιώνα να βιώσει αυτή την ανατροπή του μοτίβου· ακόμη και σήμερα, που πολλοί από εμάς γνωρίζουμε τον Άμλετ πριν τον προσεγγίσουμε ως μαθητές, αναγνώστες ή κοινό, η ιστορία του παραμένει αρκετά περίπλοκη.» Εξού και 500 χρόνια αργότερα, ο Shakespeare εξακολουθεί να είναι ανοιχτός σε νέες ερμηνείες και συζητήσεις.
William, ο άνθρωπος
Παρόλη όμως τη διακαή επιθυμία της να λύσει το γρίφο, η O’ Farrell ένιωθε μια αμφιθυμία απέναντι στον διάσημο συγγραφέα. «Όποτε καθόμουν να γράψω, μια πλευρά μου σκεφτόταν ότι δεν υπήρχε χειρότερη ιδέα από το να γράψεις ένα μυθιστόρημα για τον William Shakespeare. Το όνομά του είχε τόσο αποσπαστεί από τον ίδιο τον άνθρωπο, φτάνοντας στο σημείο να χρησιμοποιείται πλέον ως επιθετικός προσδιορισμός για ιστορικά θέματα, για ενδύματα, για θεατρικά έργα, οπότε αφαιρώντας το από το μυθιστόρημα ήταν εν τέλει πολύ απελευθερωτικό. Σταμάτησα να νιώθω τόσο αμήχανα γι’ αυτό που έκανα και μπόρεσα να γράψω ζητώντας από τους αναγνώστες να τον αντιμετωπίσουν ως άνθρωπο πρώτα και όχι ως θεατρικό συγγραφέα.»
Όμως, ούτε τότε ξεκίνησε να γράφει. «Είχα μια προκατάληψη σε σχέση με τον γιο μου. Δεν ήθελα να ξεκινήσω το βιβλίο πριν περάσει την ηλικία των 11 ετών. Όχι επειδή υπήρχε κίνδυνος να πεθάνει από πανώλη, αν και ποτέ δεν ξέρεις. Στο ενδιάμεσο έγραψα την αυτοβιογραφία μου, το “I Am, I Am, I Am”, όπου περιγράφω τις φορές που έφτασα και η ίδια κοντά στο θάνατο. Προσπάθησα να κάνω κάτι καινούργιο σαν ένα τεστ για να μάθω κάτι. Η συγγραφή μη μυθοπλαστικού έργου ήταν ένα μεγάλο σχολείο για μένα, αλλά πάλευα επίσης και με την ιδέα των στενών επαφών με τον θάνατο· τι κάνει και πώς αλλάζει τον τρόπο που κινείσαι στη ζωή όταν έχεις επίγνωση του θανάτου. Δεν το ήξερα τότε, αλλά στην πραγματικότητα προλείαινα το έδαφος για τον Άμνετ.»
Agnes, η αφανής
Όσο για την Αν-Άνιες, διαπίστωσε στην πορεία ότι μπορούσε να βρει ελάχιστα ιστορικά στοιχεία για την προσωπικότητά της και όσα έβρισκε ήταν μάλλον υποτιμητικά. Και αυτό τη θύμωσε και την πείσμωσε: «Ομολογώ ότι αρχικά ήθελα το μυθιστόρημα να αφορά τους πατέρες και τους γιους. Καθώς όμως έκανα την έρευνά μου, άλλαξα κατεύθυνση επειδή αναστατώθηκα πολύ με τον τρόπο που η ιστορία αντιμετώπιζε την Άνιες. Ένα και μοναδικό είναι το αφήγημα που έχουμε διδαχθεί για τη σύζυγο του Shakespeare: ότι ήταν αυτή η αδαής και αναλφάβητη χωρική που τον παγίδευσε σε γάμο μένοντας προφανώς έγκυος από μόνη της· ότι πήγε στο Λονδίνο για να ξεφύγει από εκείνην και ότι δεν την αγαπούσε. Δεν μπόρεσα να βρω κυριολεκτικά καμία απόδειξη για όλα αυτά», λέει χαρακτηριστικά.
Παρόλα αυτά, δεν το έβαλε κάτω. Το βιβλίο θα αφορούσε μεν το αγόρι, τον Άμνετ, που το βρήκε χαμένο κάπου στις υποσημειώσεις των μελετητών του συγγραφέα, αλλά στην πορεία ένιωσε ότι ήταν τη φήμη της μάνας του που όφειλε να αποκαταστήσει.
«Για να βρω την Άνιες, μπήκα στα θεατρικά έργα», συνεχίζει και εξηγεί: «Ο Shakespeare φοράει άπειρες μάσκες ως θεατρικός συγγραφέας και ως ηθοποιός, αλλά πάντα αισθανόμουν ότι ο Άμλετ είναι το έργο στο οποίο γίνεται πιο ορατός από οπουδήποτε αλλού. Σκέφτηκα οπότε ότι πρέπει να βρίσκεται κι εκείνη κάπου μέσα σε αυτό.»
Η απώλεια
Η ιστορία παραμένει θλιβερή, όσες κι αν είναι οι σκηνές οικογενειακής ευτυχίας, ή οι υπέροχες περιγραφές της συνύπαρξης της Άνιες με το φυσικό περιβάλλον. Ο θάνατος καραδοκεί, όσο κι αν ο αναγνώστης ελπίζει ματαίως σε κάποια ανατροπή. «Οι βιογραφίες του Shakespeare υποβαθμίζουν τον θάνατο του Άμνετ και λένε πράγματα όπως το ότι είναι αδύνατο να γνωρίζουμε αν ο Shakespeare θρηνούσε πραγματικά ή όχι. Ενώ η παιδική θνησιμότητα ήταν υψηλή εκείνη την εποχή, θεωρώ εξωφρενικό να υπονοούμε ότι ο Shakespeare δεν θρηνούσε όταν πέθαινε ο γιος του. Πώς θα μπορούσε αλλιώς; Αυτή ήταν η κατάσταση που βίωναν τότε όλες οι οικογένειες. Οι ίδιοι οι γονείς του Shakespeare έπρεπε να ζήσουν με την απώλεια των δύο μικρών κοριτσιών τους. Και αυτό επίσης, ένιωσα ότι ήταν ένα ζήτημα που όφειλα κατά κάποιο τρόπο να αποκαταστήσω», καταλήγει η O’Farrell.
Η ταινία
Όπως είπα και παραπάνω, η O’ Farrell αρχικά δεν είχε σκοπό να συμβάλει στο σενάριο της Zhao για τον κινηματογραφικό Άμνετ. Την πρώτη φορά που της μίλησε μέσω zoom ήταν αποφασισμένη: «Θα της έλεγα ευχαριστώ πολύ, αλλά δεν θα το κάνω. Μέσα σε 40 λεπτά, άλλαξα εντελώς γνώμη, πράγμα που δεν μου συμβαίνει ποτέ. Δεν ξέρω τι ακριβώς περίμενα από μια βραβευμένη με Όσκαρ σκηνοθέτιδα· μάλλον μια έπαυλη με πισίνα και μπάτλερ. Όταν εμφανίστηκε με βρεγμένα μαλλιά και ένα κολεγιακό μπροστά από κάτι σαν υπόστεγο με πολλά σκυλιά τριγύρω, κατάλαβα ότι δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχα στο μυαλό μου. Είναι ένας παθιασμένος άνθρωπος με απόλυτα σαφή εικόνα για αυτό που αισθάνεται και σκέφτεται, πράγμα εξαιρετικό. Ακούει τον συνομιλητή της και έχει απίστευτη μνήμη… Τελικά συμφώνησα να γράψω μαζί της…»
Πριν ξεκινήσουν να γράφουν συναντηθήκαν κάπως τυχαία στο σπίτι του Shakespeare, όπου η O’Farrell θα μιλούσε σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά, στο δωμάτιο στο οποίο γεννήθηκε εκείνος. «Μια ευτυχής συγκυρία» η οποία οδήγησε στην πρώτη βερσιόν του σεναρίου, όπου η O’ Farrell, με τις υποδείξεις της Zhao, μετάτρεψε τις 350 σελίδες του βιβλίου σε 90, σε μια δεύτερη με τις σημειώσεις και αλλαγές της Zhao και ούτω καθεξής. «Στο τέλος, δεν ξέραμε ποια βερσιόν είχε γράψει η μια και ποια η άλλη.»
Δείτε περισσότερα για:
























