της Σοφίας Αυγερινού
Στο εναρκτήριο διήγημα του νέου βιβλίου του Ηλία Μπιστολά, Η κορυφή του κόσμου (Τόπος 2025), ο αφηγητής κλείνει την ιστορία του με μια αποστροφή προς έναν κύκλο αποδεκτών που ξεπερνά τα όρια των χαρακτήρων του συγκεκριμένου αφηγήματος: «Εσείς που εμμένετε και αναζητείτε ένα νόημα πίσω από όλα αυτά». Αλήθεια είναι ότι, ακόμη και σε μια συλλογή διηγημάτων, (πρέπει να) υπάρχει ένας καθοδηγητικός μίτος, ένα υπόγειο δίκτυο συγκρότησης νοήματος, έστω και αν το νόημα αυτό έχει αρνητικό πρόσημο ή χαρακτηρίζεται από βαθιά, δομική ελλειπτικότητα. Ακολουθούν, λοιπόν, μερικές σκέψεις για το υλικό που συνδέει τις ιστορίες του Μπιστολά και τις μεταμορφώνει από μεμονωμένα «ανήκουστα συμβάντα» (για να θυμηθώ τον περίφημο ορισμό του Γκαίτε) σε ψηφίδες μιας ευρύτερης εικόνας, έχοντας, ωστόσο, πάντα κατά νου ότι ιδέες σαν και αυτή συγκαταλέγονται σ’ εκείνες που βοηθούν περισσότερο τους αναγνώστες και τους φιλολόγους, παρά τους συγγραφείς.
Η πρώτη ανάγνωση του βιβλίου δημιουργεί ήδη την εντύπωση ότι κάτω από τις λιτές, σχεδόν ελλειπτικές αφηγήσεις, κρύβεται μια συγκολλητική αρχή. Με τη δεύτερη ανάγνωση η εντύπωση αυτή ενισχύεται: το κοινό υπόβαθρο είναι η εικόνα της διάλυσης, ο κατακερματισμός, το κομμάτιασμα, η θραύση. Οι ιστορίες αυτές είναι ιστορίες για πλάσματα και πράγματα σπασμένα, ερειπωμένα, ρημαγμένα, που αδυνατούν να ενώσουν τα κομμάτια τους, γιατί δεν θέλουν ή δεν μπορούν. Μάλιστα, το κομμάτιασμα είναι άρρηκτα δεμένο με την ιδέα της θυσίας και της – διόλου βέβαιης – εξιλέωσης.
Στη Μεσογαία, σπασμένο είναι, κυριολεκτικά, το κεφάλι του Πινέζα, ενός νέου που, αφότου ένα κλομπ του διέλυσε το κρανίο, κινείται και μιλάει με δυσκολία. Κι αυτό συνέβη γιατί ο Πινέζας συμμετείχε σε μια διαδήλωση διαμαρτυρίας. Το τραύμα του είναι το τίμημα της αντίστασης, το τίμημα του να έχει κανείς φωνή, το τραύμα είναι μια θυσία: Όποιος επιμένει να αναζητεί νοήματα και να μην θεωρεί τα πάντα μηδέν, υφίσταται τη ρήξη, τον πόνο. Σπασμένη είναι, συνεπώς, και η γλώσσα του, σε βαθμό που μόνο όποιος τον γνωρίζει καλά τον καταλαβαίνει. Τα μισόλογα και οι πληγωμένες συλλαβές του Πινέζα δεν είναι παρά η γλωσσική αποτύπωση του τραύματος, καθώς μια «σπασμένη» πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να υπηρετείται αυθεντικά από ακέραιες λέξεις. Άλλωστε, στον μικρόκοσμο της Μεσογαίας οι προσπάθειες συγκόλλησης και σωτηρίας αποτυγχάνουν: τα θαυματουργά μαντζούνια κάποιας αμφιλεγόμενης γιατρού θεραπεύουν, υποτίθεται, τα διαλυμένα σώματα, την ασθένεια: «ατέλειωτες εκτάσεις θανάτου, καρπίζει πάγκρεας σβολιασμένο, συκώτι μελανιασμένο, πνευμόνια τρύπια, ατέλειωτες αυτοάνοσες εκτάσεις θανάτου, τις καλλιεργεί και τις επιστατεί». Πλην όμως, θεραπεία δεν επέρχεται καμία.
Εντελώς διαφορετικό το ύφος στον Θεό πίθηκο, αλλά το σκηνικό του κατακερματισμού επιβιώνει τόσο στην εικόνα της ερειπωμένης αρχαίας πόλης που βρίσκουν οι εξερευνητές, όσο και στη διάλυση της ομάδας τους από τις κακουχίες και τις ασθένειες. Όσο χιουμοριστική και αν είναι η αφήγηση και όσα ερωτήματα και αν γεννά για το ποιος είναι τελικά αυτός ο αφηγητής που δεν βρίσκει τον εαυτό του μέσα στην ιστορία του και τον προσθέτει τεχνηέντως, συμπληρώνοντας τα απομνημονεύματα των άλλων, έχουμε και πάλι να κάνουμε με μια λεπτομερή απαρίθμηση τρόπων διάλυσης/θανάτου: φίδια, πυρετοί, ανακοπές, έλκη και δυσεντερία, κάθε λογής συμφορές οδηγούν τα μέλη της αποστολής στον άλλο κόσμο, αφήνοντας έναν τελευταίο επιζώντα.
Στην Αόρατη επικράτεια θα έλεγε κανείς ότι ο αναγνώστης παίρνει μια καλή ανάσα: Ο ήρωας του διηγήματος σώζεται από πνιγμό από μια ανώνυμη γυναίκα-σωτήρα και στη συνέχεια αναλαμβάνει να κηρύξει στους ανθρώπους, και ιδίως στους βαρυπενθούντες, ότι υπάρχει ελπίδα μετά θάνατον. Βέβαια αυτή η ελπίδα είναι αρκούντως ασαφής: «Άλλωστε μόνο τη μαρτυρία της μνήμης ως ιδιότητας έχω, γνωρίζω δηλαδή πως θυμάμαι, αλλά όχι ακριβώς τι. Διατηρώ μια γενική εντύπωση για τον κόσμο που γνώρισα μετά θάνατον, αλλά όποτε πάω να τον αναπλάσω στο μυαλό μου, ο κόσμος αυτός αδυνατεί να συγκροτηθεί [έμφαση της γράφουσας, στο σημείο αυτό και σε όλα τα επόμενα]. Γεμίζω λοιπόν αυτό το κενό με ρόδια γεμάτα ρουμπίνια, με κρήνες, με φως και μια συνείδηση εκτεταμένη, πλήρως ικανή να αναγνωρίσει τη μοναδικότητά της μέσα σε όλο αυτό το απέραντο μεγαλείο». Κρατάω αυτή την εικόνα της φωτεινής ολότητας, γιατί αποτελεί μια μικρή νησίδα που συνδέει την ιστορία αυτή με την τελευταία. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι το διήγημα τελειώνει με τη βίαιη διάλυση μιας πορείας, «ένα ποτάμι ανθρώπων που γνώριζαν τον σκοπό τους με έναν τρόπο εγγενή, ενστικτώδη και συμπορεύονταν σε έναν αδιάσπαστο όγκο, που πρέπει να θύμιζε τον τρόπο με τον οποίο κύλησε η ύπαρξη μέσα στο αρχικό σκοτάδι… Από τις πολλές χιλιάδες ζήτημα να είχα μιλήσει με ένα πολύ μικρό θραύσμα…». Και ύστερα «σειρήνες διέρρηξαν την ησυχία της κουζίνας».
Η σημασία της διάλυσης του σώματος (του ανθρώπινου και του κοινωνικού) παίρνει γκροτέσκες διαστάσεις και αντιστρέφεται στην απίστευτη ιστορία του Κουμπάρου. Ο τελετουργικός σπαραγμός του σώματος μετατρέπεται εδώ στο φαρσικό κομμάτιασμα μιας γουρουνοπούλας που πρόκειται να φαγωθεί στο τραπέζι ενός γάμου. Τα κομμάτια εμφανίζονται απρόσμενα σκορπισμένα εδώ κι εκεί και στο τέλος εξαφανίζονται μέσα στα σώματα των συνδαιτημόνων, μέχρι που δεν μένει τίποτα. Ωστόσο η τελετουργία δεν οδηγεί σε καμία ανανέωση, σε κανέναν εξιλασμό, εκτός από το αμήχανο, έντονο, αλλά όχι λυτρωτικό ξέσπασμα του γέλιου: «ο γαμπρός με το Γιώργη κρατούσαν τις κοιλιές τους για να μην εκραγούν από τις βίαιες εκρήξεις του χαχανητού τους».
Παραδόξως, ακόμη και Η προοπτική του βαθέος χρόνου, που αναφέρεται σε μια μελλοντική οικολογική κρίση, θεματοποιώντας την επιλογή συγκεκριμένων τοποθεσιών για την ταφή πυρηνικών αποβλήτων, κρύβει μέσα του την ιδέα της τελετουργίας. Ο ανώνυμος ήρωας αποφασίζει να επιλέξει έναν τόπο κοντά στο πατρικό του χωριό, θέλοντας να «σημαδέψει το μέρος. Για να προειδοποιήσει. Με φιγούρες αποτροπαϊκές από άφθαρτα υλικά. Με ναούς αφιερωμένους στο πυρηνικό πνεύμα, οι οποίοι θα φιλοξενούσαν σκηνώματα πυρηνικών οσίων, δηλητηριασμένων από ραδιενέργεια». Και όμως, πολλά χρόνια πριν από την καταστροφή του φυσικού τοπίου, στο αφηγηματικό παρόν, αυτό που θα διαλυθεί δεν είναι ένα μέλλον υποθηκευμένο από τα μολυσμένα απόβλητα, αλλά μια παιδική ηλικία που θα λάβει απότομα τέλος, θυσία κι αυτή στον βωμό άλλων θεών, διαιωνίζοντας το τραύμα.
Στην επόμενη ιστορία, Οι θεαματικές κινήσεις του Κατς, έχουμε μια νέα μορφή πληγής και διάλυσης. Οι δύο πρωταγωνιστικές φιγούρες, ο αφηγητής και ο παλαίμαχος παλαιστής είναι νεφροπαθείς και η κοινή ασθένεια είναι αρχικά αυτό που τους ενώνει. Ο Κατς είναι ένα «εντελώς κατεστραμμένο κορμί» από τα αναβολικά, αλλά κυρίως ένα «θυσιαστήριο σφάγιο»: καθώς προσπαθεί επώδυνα και στη διάρκεια πολλών ετών να ανέλθει στον χώρο της επαγγελματικής πάλης στην Αμερική, ο σημαντικότερος ρόλος που επιτυγχάνει είναι ο προσχεδιασμένος ρόλος του θύματος, αφού στο πλαίσιο των στημένων παιχνιδιών, ο ίδιος χάνει, για να παρέμβει υπέρ του και να δοξαστεί ο συναγωνιστής του. Αλλά και ο αφηγητής, ένας συγγραφέας, δεν είναι άμοιρος του κοινού πεπρωμένου του πόνου, καθώς η νεφροπάθεια, αλλά και η παθητικότητά του έχουν αρχίσει να του διαλύουν τη ζωή. Όμως ένας τυχαίος θάνατος, αυτός ενός νεαρού μοτοσικλετιστή, γίνεται αφορμή να επιστρέψει στη ζωή σιγά σιγά. Η κατακερματισμένη του, ανερμάτιστη ύπαρξη μοιάζει να αποκτά νέο κέντρο βάρους, όταν το σώμα του δέχεται ως μόσχευμα ένα κομμάτι από ένα άλλο, νεκρό πλέον, σώμα – μια αλλιώτικη «θυσία» που τονίζει τον παραλογισμό της ύπαρξης (ένα ακέραιο, νεανικό κορμί είναι μοιραίο να πεθάνει για να ζήσουν σώματα διαλυμένα), αλλά και τη θεμελιώδη αντίφαση του θανάτου που δίνει ζωή.
Η διαλεκτική του κομματιασμένου σώματος, διατρέχοντας όλο το βιβλίο, επιστρέφει ακόμη πιο εναργής στο Τσακώνικο πορνό. Εδώ όμως έχουμε και μια ρητή αναφορά στην κομματιασμένη ψυχή, που σαν ερείπιο αφήνει πίσω της η παιδική κακοποίηση. To ανείπωτο παρελθόν είναι «μια εστία οδύνης κάπου ανάμεσα στο αυτί και στο μάτι. Η βολή είχε έρθει από μέσα της. Ο εκτελεστής κατοικούσε στα βαθιά της. Και είχε για την Άννα χίλια σχέδια θανάτου […] Είχε έναν εκτελεστή μέσα της, κατοικούσε στα έγκατά της […] Ο εχθρός ήταν η ψυχή της». Αλλά και το μοτίβο του κατακερματισμού επανέρχεται: «Ένιωσε τα άκρα της να επιμηκύνονται και να αποσπώνται από τις αρθρώσεις τους για να συναρμολογηθούν ξανά, με κάθε άκρο να τοποθετείται σε διαφορετική θέση από την κανονική του πάνω στον κορμό της». Το κομματιασμένο σώμα, η σπασμένη ψυχή δεν έχουν λόγο. Ο βιασμός του σώματος προϋποθέτει στην περίπτωση της Άννας μια ήδη βιασμένη ψυχή: Η πράξη «έγινε ξανά και ξανά, χωρίς να προλάβει η Άννα να επεξεργαστεί μια άρνηση. Ασκούσε πάνω της μια εξουσία του αυτονόητου, μια τυραννική κυριαρχία στη διάθεση του σώματός της, σαν να το δικαιούνταν, και η Άννα ήταν υποχρεωμένη να του το δώσει». Κι όταν για μια φορά μιλάει και εκφράζει τι νιώθει, ακολουθεί «μια θολούρα. Αποσπάσματα από ένα φθαρμένο φιλμ, στιγμιότυπα μιας εμπειρίας απόκρυφης, παροξυσμικής, πρωτόλειας, πόδια που τρέχουν, ένα χέρι που ακουμπά έναν τοίχο… Οι σκέψεις της της έκαναν επίθεση. Καθεμία στρεφόταν εναντίον της, καθώς αυτή η βία την εκδικούνταν για κάτι ανομολόγητο και κρυφό. Πρώτα κρινόταν. Μετά καταδικαζόταν». Παρόλα αυτά, στο πρόσωπο του βιαστή Α.Α. που συνοψίζει όλους τους θύτες, οι γυναίκες παίρνουν την εκδίκησή τους σε μια ύστατη τελετουργική θυσία. Ο Α.Α. είναι κι αυτός ένα ακόμη σφάγιο, ένα ακόμη κομματιασμένο σώμα. Δεν ξέρουμε βέβαια πώς από έναν ακόμη θάνατο θα γεννηθεί η ζωή, πώς από ένα ακόμη κομμάτι, θα προκύψει το ποθούμενο Όλον.
Και αυτήν την υπόνοια, ότι δηλαδή ίσως υπάρχει ένα Όλον, έρχεται να φωτίσει το τελευταίο διήγημα της συλλογής, Κάτω από το σέλας, το μοναδικό που δεν μιλάει πια για τον κατακερματισμό και τον χωρισμό. Ο θάνατος δεν είναι απών, αλλά δεν είναι και παρών, καθώς τα δυο αδέλφια δεν βρίσκουν ποτέ το σώμα του πατέρα τους, το οποίο έτσι κατά κάποιον τρόπο μεταστοιχειώνεται σ’ ένα επίπεδο ιδεατής αφθαρσίας. Το αδιάσπαστο Όλον του πάγου της Αρκτικής στέκει εδώ μετωνυμικά για το Όλον του σύμπαντος κόσμου, για μια ακέραιη, αλώβητη ψυχή που μπορεί κανείς να την προσεγγίσει μονάχα μέσα στο απαύγασμα του πάγου, στους ιριδισμούς του σέλαος, μέσα από τα παράσιτα μιας ραδιοφωνικής συχνότητας στην κορυφή του κόσμου: «κάτι μεγαλύτερο που περικλείεται στα λευκά πέρατα της υφηλίου, μια αμετάβλητη αταραξία, το όνειρο ενός κοιμώμενου θεού. … Οι άνθρωποι παρατηρούμε με μεγεθυντικό φακό λίγα μόνο χιλιοστά του κόσμου και, γεμίζοντας το μάτι μας με αυτή τη μερίδα, πιστεύουμε πως βλέπουμε το όλον. Όταν όμως κάποιος κατεβάσει τον φακό, συγκλονίζεται από το μέγεθος που έχει μπροστά του». Και τελικά όσα είναι, ίσως την ίδια στιγμή να μην είναι. Όπως εκείνο το αχώριστο, αιώνιο Είναι που οραματίστηκε ο Παρμενίδης.
Παρόλα αυτά, ο καθοδηγητικός μίτος που προσπάθησα να ακολουθήσω τελεί υπό αίρεση, την αίρεση του αβέβαιου και ανολοκλήρωτου, του «λειψού» και απατηλού νοήματος. Γιατί «οι άνθρωποι πέφτουν και νομίζουν πως πετούν» και σ’ όλο το βιβλίο βλέπουμε με σαφήνεια μια επαναλαμβανόμενη θυσία, ένα σφάγιο που αλλάζει όνομα και μορφή, αλλά όχι και τον εξιλαστήριο ρόλο του. Είναι όμως έτσι; Σώζει κάτι η θυσία, σώζει η μνήμη του πόνου, δικαιώνονται τα σπασμένα πλάσματα; Μήπως έχουν δίκιο αυτοί που λένε: «Εσείς που εμμένετε και αναζητείτε ένα νόημα πίσω από όλα αυτά. Εσείς που μας αντιμετωπίζετε με την έπαρση των μυημένων στην αλήθεια, την οποία οι υπόλοιποι υποτίθεται πως στερούμαστε. Έχετε καταλάβει λάθος. Το πένθος δεν πληγώνει. Το πένθος επουλώνει. Μάθετε, λοιπόν, πως δεν είστε εσείς οι σωστοί. Εμείς οι πολλοί είμαστε. Εμείς που ξεχνάμε και προχωράμε».
Χωρίς να προσφέρει μια έτοιμη απάντηση, σκιαγραφώντας και τονίζοντας μάλλον τις βασικές δομικές γραμμές των ιστοριών του, μαρτυρώντας ότι κάτω από την επιφάνεια της οικονομίας της αφήγησης σοβούν οι αντιθέσεις, οι σβησμένες φωνές και αράδες, τα βαθιά συναισθήματα που παραλύει η καθημερινότητα, ο Μπιστολάς δημιουργεί μια υπαινικτική και ανησυχητική ατμόσφαιρα, προσκαλώντας τον αναγνώστη να καταδυθεί και, σε μια αντιστροφή των χωροχρονικών συντεταγμένων, κάτω από αυτή την παγωμένη επιφάνεια να βρει στο μέλλον το παρελθόν και στα έγκατα της γης την κορυφή του κόσμου.
(*)Εκδοχή του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων τού Ηλία Μπιστολά Η κορυφή του κόσμου στο βιβλιοπωλείο-καφέ Zátopek )
Ηλίας Μπιστολάς, Η κορυφή του κόσμου, Τόπος
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














