Βιβλία που αγάπησα: Το Μαύρο Βιβλίο του Ορχάν Παμούκ (από τον Πάνο Ιωαννίδη)

0
64
Spread the love

 

από τον Πάνο Ιωαννίδη*

Ο Γκαλίπ, πετυχημένος μεσοαστός δικηγόρος, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Νισάντας της Κωνσταντινούπολης (τηρουμένων των αναλογιών το δικό τους Κολωνάκι), γυρνώντας ένα γκρίζο χειμωνιάτικο απόγευμα από τη δουλειά, θα διαπιστώσει ότι η πολυαγαπημένη του σύζυγος Ρουγιά τον έχει εγκαταλείψει. Του έχει αφήσει ένα σημείωμα δεκαεννέα λέξεων, για να του ανακοινώσει την απόφαση της και τον προτρέπει να τα βολέψει με τους συγγενείς. Νωρίτερα μέσα στη μέρα, ο Γκαλίπ έχει πάει στο δικηγορικό γραφείο του το οποίο κληρονόμησε από τον πατέρα της Ρουγιά, και αδελφό του πατέρα του, τον θείο Μελίχ. Η Ρουγιά είναι η κόρη του θείου του Γκαλίπ από τον δεύτερο γάμο του, ενώ έχει έναν ετεροθαλή αδελφό από τον πρώτο γάμο του πατέρα της Μελίχ, τον διάσημο αρθρογράφο Τζελάλ, ο οποίος βομβαρδίζει καθημερινώς τους συμπατριώτες του, με κείμενα υψηλής ποιότητας και άκρατου ενδιαφέροντος που δημοσιεύονται στη Μιλλιέτ. Ο Τζελάλ είναι μια μυστηριώδης και ιδιαίτερα γοητευτική προσωπικότητα, απόμακρος και κοινωνικός, κυνικός και πληγωμένος, που διατηρεί μερικά σπίτια μέσα στο αχανές και γοητευτικό κορμό της Ιστανμπούλ, των οποίων οι διευθύνσεις δεν είναι γνωστές παρά μόνο στις ερωμένες του.

Οφείλουμε επίσης να σημειώσουμε ότι στα οθωμανικά τουρκικά Γκαλίπ σημαίνει νικητής, Ρουγιά όνειρο και Τζελάλ οργή. Ακόμη το τελευταίο πρωινό που ο Γκαλίπ αντικρίζει την πολυαγαπημένη του γυναίκα να κοιμάται μακάρια, ανοίγει στο λεωφορείο την εφημερίδα για να διαβάσει το καινούριο άρθρο του Τζελάλ και διαπιστώνει ότι αυτό που έχει τον τίτλο Όταν στερέψουν τα νερά του Βοσπόρου, αλλά έχει δημοσιευθεί στο παρελθόν. Αυτό τον κάνει να αναρωτηθεί αν ο Τζελάλ είναι άρρωστος ή του έχει συμβεί κάτι αναπάντεχο.

Ο Γκαλίπ θα τα βολέψει όντως με τους δικούς τους· το βράδυ που θα πάει να δει τους γονείς του και τους θείους τους που μένουν κοντά τους, θα τους πει ότι η Ρουγιά αρρώστησε ξαφνικά και δεν κατάφερε να παραβρεθεί. Η ευρύτερη οικογένεια μένει πλέον σε μια πολυκατοικία λιγότερο λαμπερή απ’ όσο εκείνη στην οποία μεγάλωσαν ο Γκαλίπ και η Ρουγιά. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και ο συγγραφέας συνταιριάζει την παρακμή της οικογένειας των ηρώων με την πορεία της χώρας του τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αργότερα μέσα στην κρύα και σκοτεινή νύχτα, έχει αρχίσει να χιονίζει πυκνά και ο νικητής Γκαλίπ, αφού επιστρέψει στο σπίτι του, θα επισκεφτεί τον κήπο της μνήμης του και θα αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να ζει χωρίς το όνειρο Ρουγιά.

Και θα πάρει την απόφαση να την αναζητήσει μέσα σε αυτή τη μαγική πόλη. Πριν ξεκινήσει θα ψάξει μάταια τον ορισμένο Τζελάλ, τον οποίο είχε παρατήσει σε τρυφερή ηλικία ο πατέρας του ο θείος Μελίχ, μαζί με την μητέρα του η οποία αργότερα πέθανε, για να αφιερωθεί στα ταξίδια και στις επιχειρηματικές προσπάθειες του. Ο Τζελάλ είναι ο μόνος από την ευρύτερη οικογένεια, που κατάφερε και αγόρασε ένα διαμέρισμα στην ξακουστή πολυκατοικία που έμεναν κάποτε και επέστρεψε να μείνει σε αυτό.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου εξαντλείται στην αναζήτηση της Ρουγιά. Της αφήγησης παρεμβάλλονται, τα εξαιρετικά άρθρα του Τζελάλ τα οποία αναδημοσιεύονται σύμφωνα με τον μύθο αυτούσια, και που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έχουν ως κύριο θέμα την ρευστότητα της τουρκικής ταυτότητας, με χαρακτηριστικότερο ίσως Τα παιδιά του μάστορα Μπεντιί και το Όλοι εμείς εκείνον περιμένουμε. Και που όλα έχουν δημοσιευτεί ξανά στο παρελθόν, όπως διαπιστώνει με έκπληξη ο Γκαλίπ.

Που ψάχνει όμως ένας Νικητής το Όνειρο; Ή που μπορεί το Όνειρο να έχει βρει καταφύγιο; Ποιες είναι οι επιπτώσεις μιας καταστροφής σε προσωπικό επίπεδο, όπως είναι μια υποτιθέμενη αλλαγή των νερών του Βοσπόρου;

Το πρώτο πεδίο αναζήτησης είναι η συλλογική μνήμη της Αριστεράς και της προσπάθειας για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Ο Γκαλίπ θα επισκεφτεί έναν φίλο του από τα φοιτητικά χρόνια τον Σαϊμ, κάτοχο ενός μεγάλου αρχείου αριστερών εντύπων των τελευταίων δεκαπέντε ετών και συμμετέχοντα σε πάρα πολλές ακτιβιστικές δράσεις, σε μια χρονική περίοδο που η Τουρκία είχε συνταραχθεί από φοιτητικές ταραχές που ζητούσαν μια άλλη ζωή, αλλά χώρισαν τη χώρα στα δύο. Με το πρόσχημα ότι ζητάει το πραγματικό όνομα ενός πελάτη του, ο οποίος για να προστατευτεί από το κυνήγι της αστυνομίας είχε πολλά συνθηματικά παρανόμια, ο Γκαλίπ γυρεύει τον πρώτο άντρα της Ρουγιά, ένα γνωστό στέλεχος της κινηματικής Αριστεράς διότι εικάζει ότι η Ρουγιά μπορεί να έχει βρει καταφύγιο σε αυτόν. Παρά την ολονύκτια αναζήτηση στο δαιδαλώδες αρχείο του Σαϊμ, δεν θα βρουν τίποτα.

Ο δεύτερος σταθμός της πυρετικής αναζήτησης του Γκαλίπ είναι η εφημερίδα όπου εργάζεται ο Τζελάλ. Η εφημερίδα, αυτή η κοιτίδα παραγωγής πολιτισμού, μέσω της αναπαραγωγής και μετάδοσης ειδήσεων που συνδέουν τον άνθρωπο με τον κόσμο, με την Ιστορία να γράφεται συχνά από την πλευρά του Νικητή, θα είναι το επόμενο αδιέξοδο του. Αν τον ψάχνετε ρίξτε μια πλευρά στα άρθρα του, θα του πει ένας συνάδελφος του Τζελάλ και ο Γκαλίπ θα συνεχίσει προς το επόμενο βήμα του.

Έτσι, αφού διαβάσει και το επόμενο άρθρο του, θα πάει μέχρι το σπίτι του πρώην συζύγου της Ρουγιά, το οποίο βρίσκεται στην άκρη της πόλης. Εκείνος θα τον δεχτεί με αγάπη και κατανόηση, και θα του πει ότι η ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου, αλλοτριώθηκε από τον κινηματογράφο και την προσπάθεια του να βελτιώνει συνεχώς την εικόνα του, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να απωλεί τη μνήμη του. Ο Γκαλίπ θα έρθει αντιμέτωπος με έναν κόσμο που δεν του είναι καθόλου οικείος, τον κόσμο της φτώχιας και της λαϊκής κουλτούρας που συχνά εγκολπώνει τον ανορθολογισμό για να επιβιώσει.

Θα φύγει με άδεια τα χέρια και από εκεί και θα αναζητήσει το όνειρο στο σώμα μιας άλλης γυναίκας, μιας πόρνης που εργάζεται σε ένα μέρος όπου όλα τα κορίτσια παριστάνουν διάσημες σταρ του λαϊκού τουρκικού κινηματογράφου. Είχαμε συναντηθεί και πολύ παλιά, θα του πει η γυναίκα λίγο πριν γίνουν ένα και θα αγαπηθούν λέγοντας διάσημες ατάκες γνωστών τους ταινιών. Ποια η διαφορά ανάμεσα στον Μωάμεθ και στον Κεμάλ; θα τον ρωτήσει η σωσίας της Τουργκιάν Σοράι,  μόλις ο Γκαλίπ πάρει τον δρόμο του.

Το προτελευταίο επίπεδο της αναζήτησης του ονείρου θα το συναντήσει σε μια παρέα τουριστών από τη Δύση, που ψάχνουν τον Τζελάλ Μπεή  για να τους μιλήσει για την σύγχρονη Τουρκία. Με την προτροπή ενός κοινού τους φίλου, του Ισκεντέρ ο Γκαλίπ θα υποδυθεί για πρώτη φορά στη ζωή του τον Τζελάλ και θα αρχίσει να μιλάει στους ξένους για την τουρκική ταυτότητα. Θα τους πει ιστορίες από την πατρίδα του και εκείνοι με τη σειρά τους θα του αφηγηθούν, μέσα σε μια κατάσταση ώσμωσης Ανατολής Δύσης, τις δικές τους για να καταλήξουν να γίνουν φίλοι.

Πρέπει να γίνω ο εαυτός μου, λέγεται το άρθρο του Τζελάλ που διαβάζει ο Γκαλίπ λίγο πριν πάει σε αυτή την συνάθροιση. Και αφού η παρέα διαλυθεί, μέσα στην παγωμένη χιονισμένη νύχτα, με μια γυναίκα, την Μπελκίς που ισχυρίζεται ότι ήταν συμμαθητές, αλλά εκείνος δεν τη θυμάται, θα πάνε στον ύστατο χώρο αναζήτησης του Ονείρου, της Ανθρωπιάς και ίσως της Ουτοπίας, σε ένα τζαμί. Και εκεί θα μάθουν από τον ξάγρυπνο ιμάμη, ότι βαθιά στα έγκατα του τζαμιού έχει χαθεί ένα παιδί και νύχτες σαν αυτήν αλυχτά η σπαρακτική φωνή του που ψάχνει σωτηρία.

Η Μπελκίς θα τον πάρει σπίτι της και θα τον περιθάλψει. Και αφού φύγει, αρνούμενος να παραδοθεί στον απεγνωσμένο έρωτα της, θα βγει στον δρόμο και θα αρχίσει να διαβάζει τα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα βλέπει γράμματα πάνω σε μύτες και στόματα, και έννοιες μέσα στα μάτια. Kαι θα καταλάβει ότι το όνειρο βρίσκεται μέσα του και όχι γύρω του. Και θα πάρει τέτοιο θάρρος από τη νέα ανακάλυψη του εαυτού του, που θα καταφέρει να κλέψει τα κλειδιά του διαμερίσματος του Τζελάλ από τον θυρωρό και θα μπει μέσα στο ξακουστό άβατον.

Για να ξεκινήσει το δεύτερο μέρος αυτού του αριστουργήματος με το επίμονο χτύπημα ενός τηλεφώνου στο διαμέρισμα του Τζελάλ.

Θα σηκώσει το τηλέφωνο και θα αποκριθεί στον άγνωστο στην άλλη γραμμή σαν να είναι ο Τζελάλ. Θα συζητήσει μαζί του σαν να γνωρίζονται πολύ καλά, και μόλις κλείσει θα νιώσει τεράστια οικειότητα με το διαμέρισμα. Το οποίο διαμέρισμα είναι όπως ήταν, ή για την ακρίβεια ο Τζελάλ το διαρρύθμισε με τέτοιο τρόπο, που να φέρνει στο μέτρο του εφικτό το διαμέρισμα της παιδικής του ηλικίας, όπου ζούσε εκεί με τον πατέρα του Μελίχ και τη μητέρα του, πριν ο πρώτος τους παρατήσει.

Ο Γκαλίπ θα αρχίσει να ψάχνει μέσα στο διαμέρισμα για κειμήλια, τεκμήρια, αρχεία, φωτογραφίες, άρθρα, κομμένες λεζάντες από εφημερίδες, σημειώσεις, επιστολές, ερωτικά γράμματα, ευχετήριες κάρτες και οτιδήποτε συνδέεται με την κοινή  ζωή που είχε με τη Ρουγιά και τον Τζελάλ, φορώντας μάλιστα τα ρούχα του τελευταίου. Αυτά σε πρώτο επίπεδο. Σε δεύτερο και ίσως σημαντικότερο επίπεδο, θα αρχίσει να ερευνά τον χώρο, ο οποίος σταδιακά καθώς η αφήγηση προχωρά γίνεται δεύτερο σπίτι του. Θα αρχίσει να ζητά οτιδήποτε θα τον βοηθήσει για να γράφει ο ίδιος τα άρθρα του Τζελάλ, δίνοντας βαρύτητα στην αρχέγονη υπαρξιακή φιλοσοφία των Σούφι σε λαϊκούς θρύλους, σε μύθους περί αποτυχημένων δημοκρατικών πραξικοπημάτων και σε οποιοδήποτε πνευματικό στοιχείο μπορεί να τροφοδοτήσει την συγγραφή. Άλλωστε, όπως είχε πληροφορηθεί κατά την επίσκεψη του στην εφημερίδα, τα εφεδρικά άρθρα που είχε αφήσει ο ξάδελφος του, πρόκειται να σωθούν σύντομα.

Και αφού τα μελετήσει όλα αυτά εμβριθώς, θα καθίσει στο γραφείο του Τζελάλ, και πιστεύοντας ότι έχει γίνει πραγματικά ο εαυτός του, θα πληκτρολογήσει στη γραφομηχανή το πρώτο του κείμενο. Ενδιάμεσα ο ίδιος άνθρωπος θα συνεχίσει να τον καλεί επίμονα και ασταμάτητα, πιστεύοντας ότι μιλάει με τον Τζελάλ Μπεή ζητώντας του ένα και μόνο πράγμα: να του δώσει τη διεύθυνση του και να συναντηθούνε. Ο άγνωστος άνθρωπος που μάλλον δεν έχει όνομα, εκφράζει την πίκρα, τη γλύκα, την ανθρωπιά, την ανοησία, την οργή, την αφέλεια και το μεγαλείο της λαϊκής συνείδησης. Θέλει να συναντήσει τον Τζελάλ, όπως ο πιστός ψάχνει να μιλήσει με τον προφήτη του, με όλα αυτά να συμβαίνουν παραμονές της στρατιωτικής δικτατορίας του Κενάν Εβρέν. Και ο Γκαλίπ που θα έχει γίνει κάποιος άλλος, αλλά θα έχει βρει τελικά τον εαυτό του, θα αρχίσει να στέλνει τα κείμενα στην εφημερίδα στο όνομα του Τζελάλ και τα κείμενα θα δημοσιεύονται με επιτυχία.

Το μυθιστόρημα βρίθει εξαιρετικών πληροφοριών για την τουρκική ταυτότητα, την σχέση της με την Ανατολή και τη Δύση, την παράδοση που χάνεται σαν σκόνη στο πέρασμα του χρόνου. Μας μιλάει για την ιστορία τριών ανθρώπων που είναι μέρος της τουρκικής κοινωνίας, και των αδιεξόδων που αντιμετωπίζουν στην προσπάθεια τους να ολοκληρωθούν ως υπάρξεις. Μας παρουσιάζει την ιστορία μιας χώρας με τρόπο αυθεντικό και όχι τον σύνηθες στερεοτυπικό με τον οποίο παρουσιάζονται τα έθνη, ως φορείς δηλαδή μιας μεγάλης και αναμφισβήτητης αλήθειας.

Και στο τέλος μας κλείνει με έναν πανούργο τρόπο το μάτι, λέγοντας μας ότι για να γίνεις συγγραφέας πρέπει να μάθεις να περπατάς στα χνάρια του άλλου, να έχεις τόσο βαθιά ενσυναίσθηση που να φέρεσαι σαν να είναι αυτός ο ίδιος ο εαυτός σου. Να έχεις μεν ταλέντο, πλην όμως οι καταστροφές που έχεις υποστεί και οι απώλειες που έχεις βιώσει να έχουν αφομοιωθεί από το είναι σου και να σε κάνουν να συνδεθείς άμεσα με τους άλλους. Ίσως γιατί τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από την ίδια τη ζωή, εκτός ίσως από το γράψιμο, τη μόνη παρηγοριά.

 

*Ο Πάνος Ιωαννίδης είναι συγγραφέας και δημιουργός του ιδιωτικού ντετέκτιβ Πέτρου Ριβέρη. Ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας https://www.elsal.gr/el/theclub/synenoxoi/1475-panos-ioannidis.html

 

Ορχάν Παμούκ,Το Μαύρο Βιβλίο,μτφρ. Στέλλα Βρεττού,Πατάκης

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Συνεταιρισμός θυρωρών» του Αντώνη Τσόκου (γράφει ο Γιώργος Χ. Ζαχαρόπουλος)
Επόμενο άρθροΗ Σίρλεϊ Τζάκσον και η υπεράσπιση του ανοίκειου (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ