γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Ο Κόλιν Μπάρετ (Colin Barrett, γεν. 1982) είναι Ιρλανδός συγγραφέας ο οποίος την τελευταία δεκαετία έχει κερδίσει σωρεία βραβείων για την συλλογή διηγημάτων, του 2014, ‘Νεαρά Τομάρια’ (Young Skins), στα οποία περιλαμβάνονται το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του Γκάρντιαν (Guardian’s First Book Award), το Βραβείο Ρούνεϊ για την Ιρλανδική Λογοτεχνία (Rooney Prize for Irish Literature) και το Διεθνές Βραβείο Διηγήματος Φρανκ Ο’ Κόνορ (Frank O’Connor International Short Story Award). Πολλοί μελετητές έγραψαν θετικά σχόλια γι’ αυτό το βιβλίο, αποκαλώντας το τολμηρό, προκλητικό και στυλιστικά περιπετειώδες. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δελεάζουν τους αναγνώστες σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων, όπως το χιούμορ, η βία και γενικά όλες οι συμπεριφορές των πρωταγωνιστών των ιστοριών. Οι χαρακτήρες, νέοι κυρίως, πίνουν πολύ, ανταλλάσσουν σύντομες ατάκες μεταξύ τους, κάνουν κακές επιλογές και προσποιούνται ποικιλοτρόπως. Η συμπεριφορά τους φαίνεται μυστηριώδης ακόμα και στους ίδιους, μερικές φορές. Γρυλίζουν μονολεκτικά ο ένας στον άλλον και προβαίνουν πολλάκις σε ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές. Σε πολλές ιστορίες του βιβλίου, ο κύριος χαρακτήρας είναι κάποιος άλλος, ξένος, που εισέρχεται στην υπόθεση εντελώς τυχαία.
Στο ‘Δόλωμα’, παρακολουθούμε τον Ματίν και τον ξάδελφό του και τις συζητήσεις τους με τις Τζένι και Σάρα, τις βόλτες τους στα μπιλιάρδα της περιοχής όπου είναι συγκεντρωμένα όλα τα νεαρά τομάρια, όπως ονομάζονται από τον συγγραφέα, φράση που έδωσε και τον τίτλο στη συλλογή ετούτη. Άνεργοι όλοι, χωρίς κάποια ελπιδοφόρα προοπτική μπροστά τους, περιστρέφουν τα όποια ενδιαφέροντά τους στο ακατάστατο και άσκοπο σεργιάνι, το αλκοόλ, το σεξ και το μπιλιάρδο και αδιαφορούν για όσα πρόκειται να διαδραματισθούν την επόμενη ώρα, αν και πολλά υπαινίσσονται εμμέσως. Αν θυμηθούμε την Φλάνερι Ο’ Κόνορ, τα τελειώματα των διηγημάτων πρέπει να είναι εκπληκτικά, αλλά αναπόφευκτα, κάτι το οποίο ακολουθεί και ο Μπάρετ εδώ πιστά. Φυσικά, τα γεγονότα εκπλήσσουν ίσως και τον αναγνώστη, όπως και σε ένα βαθμό τους ίδιους τους χαρακτήρες. Στο πρώτο διήγημα, ‘Ο μικρός των Κλάνσι’, η εθνική είδηση για την εξαφάνιση ενός μικρού παιδιού χρησιμεύει ως σκηνικό για μια απόκοσμη κωμική παντομίμα, την αντιπαράθεση μεταξύ ενός παρανοϊκού και ενός αγοριού από τις εργατικές κατοικίες. Η ιστορία φαίνεται να υποδηλώνει ταυτόχρονα ότι η δημιουργία μύθων είναι μια συνεχής και εν πολλοίς ακαταμάχητη διαδικασία για τους Ιρλανδούς. Το διήγημα ‘Ν’ αντέχεις το τομάρι σου’, είναι η βάναυσα θλιβερή ιστορία του Μπατ, ο οποίος, μετά από μια σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, απλώς δεν μπορεί να δρομολογήσει τη ζωή του πάνω σε φυσιολογικές ράγες. Τον βλέπουμε να τρέχει με τη μοτοσυκλέτα του σε ερημικούς επαρχιακούς δρόμους, να πίνει για να απαλύνει τους επίμονους πονοκεφάλους του και να επιθυμεί μια πολύ νεότερη γυναίκα συνάδελφο που όμως ποτέ δεν θα αποκτήσει, αν και γενικώς δεν είναι πεπεισμένος για την συγκεκριμένη επιλογή. Το πώς ακριβώς προέκυψε ο τραυματισμός του και τι σημαίνουν οι συνθήκες αυτού του γεγονότος γι’ αυτόν, και για όλους μας, αποκαλύπτονται αργά στην κορύφωση της ιστορίας. Στην πραγματικότητα, η ζωή του Μπατ διαλύθηκε επειδή έτυχε να βρεθεί σε λάθος μέρος ακριβώς τη λάθος στιγμή. Ήταν ένας συνδυασμός αδικίας και κακής τύχης, αλλά αυτό που τού καθόρισε τη συνέχεια, ήταν η αντίδρασή του μετά από εκείνες τις στιγμές.
Ένα προαίσθημα καταστροφής βασανίζει τους πολλαπλώς αβοήθητους χαρακτήρες στις ιστορίες του βιβλίου, μια διάχυτη αίσθηση τρόμου και κάτι δυσοίωνου, με την ύπαρξη του κινδύνου πανταχού παρούσα, υπενθυμίζοντας την επισφαλή φύση των υπάρξεων και την υποψία ότι οι ζωές τους μπορούν να αλλάξουν αιφνιδίως και σε μια ανύποπτη στιγμή. Το διήγημα ‘Ήρεμα με τα Άλογα’, είναι το πλέον εκτεταμένο της συλλογής του Κόλιν Μπάρετ, αφού καταλαμβάνει την μισή περίπου έκτασή της. Εδώ γίνεται αναφορά σε μια ομάδα εμπόρων ναρκωτικών οι οποίοι είναι πιθανό να ασκήσουν βία ανά πάσα στιγμή. Η ανάγνωσή του, παρασύρει τον αναγνώστη, όταν ένας εξ’ αυτών αποφασίζει να δώσει λύση μια για πάντα σε ένα οικογενειακό πρόβλημα που τον απασχολεί επίμονα. Αλλά ενώ η κύρια ιστορία οδεύει αργά και σταθερά προς την καταστροφή κι’ ένα μελαγχολικό τέλος, μια άλλη ιστορία προκύπτει ενδιαμέσως.
Ο Κόλιν Μπάρετ εξασφαλίζει με ικανή βεβαιότητα τον συνδυασμό της ελευθερίας των χαρακτήρων και της οικειότητας με το περιβάλλον της φανταστικής ιρλανδικής κομητείας τους όπου περιφέρονται, σχεδόν σε όλα τα διηγήματα της συλλογής. Ανακαλεί τις ζωές των νεαρών χαρακτήρων στους οποίους ανήκουν πορτιέρηδες, υπάλληλοι βενζινάδικων και μικροεγκληματίες, με μεγάλη δεξιοτεχνία, περιγράφοντας την ευαισθησία αλλά και τη σκληρότητά τους. Κάποιοι, είναι θύματα που προσπαθούν να κρυφτούν από τον κόσμο με το ποτό και τις νυχτερινές βόλτες με την μοτοσικλέτα τους, ενώ άλλοι, προσπαθούν να υποτάξουν τον κόσμο στη θέλησή τους. Ωστόσο, την ίδια στιγμή ο κόσμος που δημιουργεί ο Μπάρετ είναι αδίστακτος και περιφρονεί τέτοιες προσπάθειες. Η φύση είναι σκληρή στις ιστορίες ετούτες και μερικές φορές παράλογη στην προσπάθειά του συγγραφέα να σκιαγραφήσει μερικές γωνιές της κομητείας Μάγιο της Ιρλανδίας, που είναι και η γενέτειρά του.
Η είσοδος του Μπάρετ στην ιρλανδική και βρεττανική λογοτεχνική σκηνή, συνοδεύτηκε με διθυραμβικές κριτικές στους Σάντεϊ Τάιμς και στον Γκάρντιαν, ως μια άλλη συναρπαστική και καινοτόμο νέα φωνή στη σύγχρονη μυθοπλασία. Σε κάθε ιστορία, μια τοπική φωνή σκιαγραφεί την σκληρότητα της ιρλανδικής κοινωνίας. Αξέχαστοι χαρακτήρες, των οποίων οι ψυχολογικές πολυπλοκότητες και οι ανείπωτες επιθυμίες αποδίδονται μέσα από τη σιωπή, το χιούμορ και τη βία, όπως δύο αποξενωμένοι φίλοι που κρύβονται σε μια σκοτεινή παμπ, απρόθυμοι να παραστούν στην κηδεία της γυναίκας που αγαπούσαν και οι δύο, ή ακόμα εκείνος ο πορτιέρης που δεν μπορεί να φανταστεί έναν κόσμο πέρα από τα τείχη του νυχτερινού κέντρου της μικρής πόλης γύρω από την οποία περιστρέφεται ολόκληρη η ζωή του. Τοποθετημένες ως επί το πλείστον στην φανταστική πόλη Γκλάνμπι της κομητείας Μάγιο, οι ιστορίες του Κόλιν Μπάρετ εξερευνούν με επιδεξιότητα τις άστατες ζωές και τους έρωτες νέων ανδρών και γυναικών στη σύγχρονη Ιρλανδία. Να πούμε κλείνοντας το συνοπτικό ετούτο σημείωμα, ότι οι περισσότερες ιστορίες και λεπτομέρειές τους είναι σε ένα βαθμό κάπως απόμακρες από την σημερινή ελληνική πραγματικότητα, και ελκύονται περισσότερο από εκείνους που έχουν γνωρίσει την νοοτροπία των κατοίκων και ειδικά των συγκεκριμένων ηλικιών.
(Colin Barrett, Νεαρά τομάρια (Young Skins). Μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη. Εκδόσεις Στερέωμα. Απρίλιος 2025. Αθήνα)






















