της Όλγας Σελλά
Πόσο εύκολο είναι να γίνει θέατρο ένα δοκιμιακό, στην ουσία, κείμενο; Μια αυθόρμητη απάντηση θα μπορούσε να ήταν: δεν είναι. Όμως, οι σκηνικές λύσεις και προτάσεις, μαζί με τη φαντασία και την συγκροτημένη προσέγγιση αυτού/ής που σκηνοθετεί μπορούν να κάνουν πολλά. Έτσι, στο πλαίσιο του κύκλου «Η Σκηνή των Βιβλίων» που κατέλαβε μεγάλος μέρος του θεατρικού προγράμματος στην Πειραιώς 260 φέτος, είδαμε πολλά και διαφορετικά βιβλία να «αφήνουν» τις σελίδες των βιβλίων και να μεταπηδούν στη θεατρική σκηνή.
Και ανάμεσα στα πολλά λογοτεχνικά κείμενα που είδαμε να «ανεβαίνουν» στη σκηνή, είδαμε κι εκείνο του Ντιντιέ Εριμπόν «Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού» (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Νήσος» σε μετάφραση Γιάννη Στεφάνου). Ένα δοκίμιο με πολλές αυτοβιογραφικές, ψυχαναλυτικές και ιδεολογικές αναζητήσεις. Ένα σύνθετο βιβλίο, δηλαδή.
Αυτό ανέλαβε να σκηνοθετήσει η Σοφία Αντωνίου στο Φεστιβάλ Αθηνών, στο πλαίσιο του κύκλου «Η Σκηνή των βιβλίων» και του Grape (Greek Agora of Performance), διευκρινίζοντας εξαρχής ότι η παράσταση είναι «βασισμένη στο βιβλίο του Ντιντιέ Εριμπόν». Ένα βιβλίο που μέσα από το άγγιγμα της σχέσης του συγγραφέα με τη μητέρα του, μετά το θάνατό της, ανιχνεύει τον τρόπο που οι σύγχρονες κοινωνίες αντιμετωπίζουν την τρίτη ηλικία. Οι προσωπικές ενοχές μπλέκονται με το έλλειμμα της προνοιακής πολιτικής των σύγχρονων δυτικών, κυρίως, κοινωνιών. Η αλλαγή τρόπου ζωής των ενηλίκων –«η πραγματικότητα των σύγχρονων οικογενειακών δομών», όπως λέει ο Εριμπόν- δεν «χωράει» τη φροντίδα των υπερήλικων γονιών. Οι Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων (ΜΦΗ) είναι μονόδρομος, οι διαρκείς ενοχές το ίδιο.
Στο Χώρο Ε της Πειραιώς 260 έχει στηθεί ένα μεγάλο τραπέζι τηλεοπτικού στούντιο όπου κάθεται ο Ντιντιέ Εριμπόν (Άρης Μπαλής), μια άλλη συγγραφέας που προσκλήθηκε για να συζητήσει και να διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο (Ιωάννα Μαυρέα) και η παρουσιάστρια της εκπομπής (Εύα Φρακτοπούλου). Στο πίσω μέρος του Χώρου Ε, που πάλι άνοιξε σε όλο το βάθος του, υπήρχαν διάφορες γωνιές με λευκούς όγκους, καρέκλες και κάποια ηλικιωμένα πρόσωπα που περπατούσαν άσκοπα. Το χρώμα του πάγου, αυτό το σκληρό off white, κυριαρχούσε σ’ αυτή την εικόνα. Σαν στιγμές παγωμένες στο χρόνο.
Μέσα από την τηλεοπτική εκπομπή με την οποία ξεκινάει η παράσταση, που είναι προσθήκη της δραματουργίας και κράτησε κάπως παραπάνω, αρχίζει να συστήνεται ο συγγραφέας. Λέει για την ταξική του ταυτότητα, για τη μετατόπισή του σε άλλη κοινωνική κατηγορία, για την ομοφοβία που αντιμετώπισε στη μικρή πόλη όπου μεγάλωσε, για την ντροπή που νιώθει για την ταξική του καταγωγή. Λέει ότι το γήρας απουσιάζει από την πολιτική και τη θεωρία. «Σα να διαφεύγει αυτό το επίπεδο των εννοιών. Παραγκωνίζεται κοινωνικά». Σαν αιτίες αναφέρει την «οικονομική μη χρησιμότητα των ηλικιωμένων». Ο Εριμπόν κάνει αυτό που παλαιότερα ήταν σύνθημα: ξεκινάει από το προσωπικό για να φτάσει στο κοινωνικό, που είναι πολιτικό. Ή πηγαινοέρχεται: από το προσωπικό στο κοινωνικό, και από το κοινωνικοπολιτικό στο προσωπικό.
Και όλη αυτή την ώρα –της «εκπομπής»- η ομάδα των ηλικιωμένων (όλοι συνταξιούχοι ηθοποιοί του ΣΕΗ) συνεχίζουν να περπατούν άσκοπα και κάποια στιγμή αρχίζουν να τραγουδούν ένα παιδικό τραγουδάκι: «Αλάτι ψηλό, αλάτι χοντρό, έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω» (εξαιρετική ιδέα η επιλογή αυτού, συγκεκριμένα, του τραγουδιού). Η κίνηση της ομάδας των ηλικιωμένων ηθοποιών ήταν από τα πιο σημαντικά, ουσιαστικά, καίρια και συγκινητικά στοιχεία της παράστασης. Σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, με χορικό αυτό το παιδικό τραγούδι. Η σκηνή που κάνουν εκείνες τις καρέκλες Π για να βαδίσουν ήταν τόσο εύγλωττη, παρότι απολύτως σιωπηλή.
Και από αυτό το σημείο και μετά αρχίζει μια διαφορετική σκηνική χορογραφία. Και είναι τότε, που η Ιωάννα Μαυρέα γλιστράει από την τηλεοπτική εκπομπή και μπαίνει στο χορό των ηλικιωμένων τροφίμων της ΜΦΗ. Γίνεται η μητέρα του Εριμπόν. Προσωποποιεί τις μνήμες του, τους διαλόγους τους, τους καβγάδες τους, τις διαρκείς ενοχές του, τις υποσχέσεις που τήρησε. Και ταυτοχρόνως ο Ντιντιέ Εριμπόν σχολιάζει και κοινωνιολογικά και πολιτικά την κάθε στιγμή. Μιλάει για τη «φθίνουσα ζωή». Λέει ότι «ζωή είναι και η ζωή χωρίς υγεία». Ότι, «Οι ηλικιωμένοι δεν συγκροτούν ‘εμείς’».
Και μετά έρχεται ο θάνατος και το πένθος. Που είναι απολύτως προσωπικό. Είναι «η ενοχή αυτού που μένει πίσω». Είναι η σταθερή, η καθημερινή τηλεφωνική συνδιάλεξη που δεν συνηθίζεις ότι δεν υπάρχει πια. Είναι «η απώλεια των ιστορικών της παιδικής μας ηλικίας».
Και ο ίδιος προσπαθεί να «διαβάσει» τη διαδρομή της ζωής της μητέρας του. Να ερμηνεύσει πώς από γυναίκα της εργατικής τάξης έγινε ρατσίστρια και αντιπαθούσε τους μετανάστες, μιλώντας ταυτόχρονα και για τη μεταστροφή των μικροαστικών τάξεων σε πιο συντηρητικές απόψεις. Χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο, ακούγοντας μέρος του στη διάρκεια της παράστασης, πιστεύω ότι υπάρχουν αρκετά σημεία στα οποία ο Εριμπόν ερμηνεύει τη ζωή, τη στάση και τις επιλογές των γονιών του (και της κοινωνικής τους τάξης) με εργαλείο τη δική του, σημερινή, σκέψη και συγκρότηση. Με βάση τον τρόπο που ο ίδιος έχει συγκροτήσει τη σκέψη του και τις απόψεις για τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος και οι κοινωνίες τον 21ο αιώνα, έπειτα από μια διαφορετική δική του διαδρομή. Ο τίτλος του βιβλίου έχει σαφές πολιτικό πρόσημο. Ο ίδιος άλλωστε επισημαίνει σε άλλο σημείο ότι «η ηλικιακή φθορά εξαρτάται πάντα από την κοινωνική τάξη». Δεν συμφωνώ ότι τα γηρατειά έχουν τάξεις. Αυτό κυρίως αφορά τη δυνατότητα φροντίδας που μπορεί να προσφερθεί, όχι τη διαδικασία της φθοράς. Σκέφτομαι ότι υπήρχε μια «αυθαιρεσία» σε κάποια από τα συμπεράσματά του, παρότι την επόμενη στιγμή κάνει την αυτοκριτική του και επιχειρεί να βάλει κι άλλες παραμέτρους στους συλλογισμούς του. Όμως είναι ένα βιβλίο, που έχει τρυφερότητα, αυτοέκθεση, ειλικρίνεια, γνώση, ερωτήματα. Δηλαδή στοχασμό.
Όλο αυτό το σύνθετο περιεχόμενο η Σοφία Αντωνίου –στη δεύτερη παράστασή της που παρακολουθώ και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα- το διαχειρίστηκε με φαντασία, σεβασμό, τρυφερότητα, άφησε τις λέξεις να ακουστούν και έδειξε ότι μπορεί να κινήσει –δεν είναι εύκολο- μια μεγάλη ομάδα ηθοποιών, με τρόπο που να είναι και η κίνηση μέρος της αφήγησης. Με τρόπο που να προσθέτει στην παράσταση, όχι να την «γεμίζει» απλώς. Με μικρές πινελιές που έλεγαν πολλά, όπως εκείνα τα πολύχρωμα μπαλάκια που απλώθηκαν στο άσπρο πάτωμα της ΜΦΗ: τις αποσπασματικές μνήμες που χρωματίζουν, στιγμιαία, το χρώμα του πάγου που κυριαρχεί.
Η αρχή και το τέλος της παράστασης ήταν σαφώς δραματουργικές προσθήκες. Ήταν οπωσδήποτε πιο γειωμένες, με σύγχρονο ύφος και πλαίσιο, διδακτικές σε κάποια σημεία. Όμως δεν έδωσαν αυτές τον τόνο, (παρότι ήταν καίρια σημεία της παράστασης -η αρχή και το τέλος της), αλλά όλο το υπόλοιπο που συνέβη επί σκηνής. Που είχε συναίσθημα, είχε ποίηση, είχε θεατρικότητα, είχε φαντασία, είχε αρμονία, είχε συγκίνηση, είχε σκέψη. Τα σκηνικά, τα φώτα, η κίνηση, η μουσική μετείχαν ισότιμα στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.
Και ορθώς στην υπόκλιση προηγήθηκε η ομάδα των συνταξιούχων ηθοποιών του ΣΕΗ, αυτοί που ξαναπάτησαν το σανίδι (Μάγδα Λέκκα, Αντώνης Κωνσταντόπουλος, Νικολέτα Κοκκίνου, Κλεοπάτρα Ροντήρη, Περικλής Αλμπάνης, Ανδριανή Τουντοπούλου, Μάκης Αρβανιτάκης). Αυτοί ασφαλώς ήταν οι πρωταγωνιστές. Μαζί με την Ιωάννα Μαυρέα, που διαχειρίστηκε και την εκρηκτική της προσωπικότητα και ενέταξε στη σωστή δοσολογία το χιούμορ, τον Άρη Μπαλή και την Εύα Φρακτοπούλου.
Σήμερα, 24 Ιουλίου, η τελευταία παράσταση, στην Πειραιώς 260.

Η ταυτότητα της παράστασης
Σκηνοθεσία Σοφία Αντωνίου, Δραματουργία Εύα Φρακτοπούλου, Σκηνικά – Κοστούμια Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη, Μουσική σύνθεση Ecati, Ηχητικός Σχεδιασμός Παράστασης Φώτης Παπαθεοδώρου, Φωτισμοί Τάσος Παλαιορούτας, Βοηθός σκηνοθέτριας Μαριλένα Μόσχου, Βοηθός σκηνογράφου Τίμοθυ Λασκαράτος, Ασκούμενη βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου Δάφνη Παπαθυμιοπούλου, Video Mapping / Video Projection Φάνης Καραγιώργος, Ελισάβετ Κυνηγοπούλου, Φωτογραφίες Ανδρέας Κανελλόπουλος , Επιμέλεια κίνησης Εύη Οικονόμου, Κατασκευή σκηνικού Στέφανος Λόλος , Κατασκευή κοστουμιού/ραπτικά Αβζίδου Ειρήνη, Μετάφραση κείμενου για υπέρτιτλους Αγγελική Κοκόνη, Συντονίστρια Φεστιβάλ Αλεξάνδρα Φύκα, Λογιστική υποστήριξη Αναστάσης Αποστόλου
Ηθοποιοί Άρης Μπαλής, Ιωάννα Μαυρέα, Εύα Φρακτοπούλου, Μάγδα Λέκκα, Αντώνης Κωνσταντόπουλος, Νικολέτα Κοκκίνου, Κλεοπάτρα Ροντήρη, Περικλής Αλμπάνης, Ανδριανή Τουντοπούλου, Μάκης Αρβανιτάκης
Οργάνωση & εκτέλεση παραγωγής Masterskaya / Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη
το βιβλίο:
![]()























