20+1 σημαντικά βιβλία για την ιστορία, αρχαία και σύγχρονη (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
485
Spread the love

 

του Σπύρου Κακουριώτη

Ο χρόνος γίνεται νέος για μια φορά ακόμη στον κύκλο της αέναης κίνησής του, αφήνοντας κάποτε πίσω πρόσωπα αγαπημένα, χαμένα για πάντα από δίπλα μας. Μόνη μας συντροφιά τώρα η μνήμη τους, η μνήμη που γίνεται κάποτε ιστορία. Ιστορία που φτάνει στις απαρχές, στο έσχατο παρελθόν, κι όμως εκβάλλει δυναμικά στο δικό μας παρόν.

 

Vincent Azoulay – Paulin Ismard, Αθήνα 403: Η ιστορία ως χορικό,μτφρ. Δ.Δημακόπουλος,  Πόλις

Στη δωδέκατη ημέρα του αττικού μήνα Βοηδρομιώνα, του έτους 403 π.Χ., σύμφωνα με τη δική μας χρονολόγηση, καταφεύγουν οι δύο γάλλοι ιστορικοί της ελληνικής αρχαιότητας, προκειμένου να θέσουν ερωτήματα που αφορούν (και) το παρόν: Πώς συγκροτείται μια κοινωνία; Σε ποιο βαθμό οι μηχανισμοί ενσωμάτωσης και αποκλεισμού στο εσωτερικό μιας ομάδας κατορθώνουν να την οικοδομήσουν πραγματικά; Αλλά και μέσα από ποιες διαδικασίες οδηγείται μια κοινωνία στον αλληλοσπαραγμό και την αποσύνθεση; Για να ανιχνεύσουν απαντήσεις, καταφεύγουν σε μια μοναδική στιγμή της αθηναϊκής ιστορίας, όταν η εμφύλια σύγκρουση μεταξύ δημοκρατικών και ολιγαρχικών, που ξέσπασε μετά την επιβολή του καθεστώτος των Τριάκοντα τυράννων και διήρκεσε οκτώ μήνες, έληξε με τη νίκη των πρώτων, αλλά και την κατοπινή συμφιλίωση των πολιτών, το φθινόπωρο του 403 π.Χ. Στο βιβλίο τους, που μετέφρασε ο Δημήτρης Δημακόπουλος, χρησιμοποιούν ως καθοδηγητικό νήμα και αφηγηματική στρατηγική τη θεμελιώδη για τη σκέψη των Αθηναίων μεταφορά του χορού, με τη βοήθεια της οποίας μπορεί να εξεταστεί κάθε μορφή συνόλου ή συλλογικότητας, οι συγγραφείς διερευνούν τον «χορό των χορών», που είναι η πόλη, αλλά και τους διακριτούς ρόλους που αναδεικνύονται από αυτή τη μεταφορά: του κορυφαίου, του χορηγού κ.ά. Έτσι, επιλέγουν μορφές που διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο, όπως ο Κριτίας και ο Θρασύβουλος, οι επικεφαλής των δύο παρατάξεων, γύρω από τους οποίους συσπειρώνονταν ετερόκλητες ομάδες πολιτών, που διευρύνονταν ή συρρικνώνονταν ανάλογα με τις περιστάσεις, αλλά και μορφές περισσότερο «κεντρώες», που συσπείρωναν γύρω τους οπαδούς και των δύο παρατάξεων, καθώς και μορφές που δεν εντάσσονταν σε καμία πολιτική μερίδα, όπως ο Σωκράτης. Όμως οι συγγραφείς στρέφουν το βλέμμα τους και σε πρόσωπα που δεν άσκησαν αξιοσημείωτη επιρροή στον περίγυρό τους, αλλά η ιστορία τους επιτρέπει την ανασύσταση των διαφόρων «χορών» εντός των οποίων κινούνταν: ένας φτωχός εργαζόμενος, μια πλούσια κληρονόμος, ένας πρώην δούλος, ένας γραφέας και διαχειριστής. Στο τέλος αυτής της διαδρομής θα βρεθεί ο ρήτορας Λυσίας, στον οποίο οι συγγραφείς επιφυλάσσουν ξεχωριστή θέση, καθώς τα έργα του αποτελούν την κυριότερη ιστορική πηγή για τον εμφύλιο πόλεμο, επιτρέποντάς τους να μελετήσουν τους μηχανισμούς σύνθεσης και ανασύνθεσης της αθηναϊκής κοινωνίας που ενεργοποίησε η εμφύλια ρήξη.

 

Ιωάννης Ξυδόπουλος, Αθήνα, 405-386 π.Χ., Gutenberg

Στην ίδια ακριβώς εποχή, ύστερα από την πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς, διευρύνοντας όμως το χρονικό άνυσμα, μεταφέρει τον αναγνώστη ο συγγραφέας, καθηγητής αρχαίας ιστορίας στο ΑΠΘ. Περιγράφει στις σελίδες του έργου του όψεις μιας μεταβαλλόμενης πραγματικότητας, όπως θέλει ο υπότιτλος, που ξεκινούν από τη μοιραία καταστροφή του αθηναϊκού στόλου στη μάχη του με τους Σπαρτιάτες στα Δαρδανέλλια, η οποία σήμανε και το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, την επιβολή του καθεστώτος των Τριάκοντα τυράννων και τη βία που πυροδότησε, μέχρι την αλλαγή εποχής που ακολούθησε την Ειρήνη του Βασιλέως, τη συνθήκη με τους Πέρσες, την τήρηση της οποίας ανέλαβαν οι Λακεδαιμόνιοι. Εξετάζοντας γραπτές πηγές της εποχής και επιγραφικά δεδομένα, ο συγγραφέας δείχνει ότι η νοοτροπία του αθηναϊκού δήμου μετά την ήττα δεν διέφερε σημαντικά από εκείνη που επέδειξε κατά την περίοδο της ακμής της Αθηναϊκής Ηγεμονίας. Επισημαίνει ότι η εμφύλια βία που συνόδευσε το καθεστώς των Τριάκοντα και την αντίδραση σε αυτό δημιούργησε στους πολίτες τον φόβο της οριστικής απώλειας της δημοκρατίας, οδηγώντας τους σε προβληματισμό για όσα έως τότε θεωρούσαν δεδομένα. Η σταδιακή ανάκαμψη της πόλης, χάρη και στην αμνηστία που παραχώρησαν οι Σπαρτιάτες, η δυσφορία των πρώην συμμάχων της Σπάρτης και η αποτυχία της να δημιουργήσει μια νέα «παγκόσμια τάξη», δημιούργησε χώρο για μια νέα συμμαχία με την Αθήνα και την Περσία, που θα οδηγήσει στην ήττα των Λακεδαιμονίων στην Κνίδο. Ο συγγραφέας, εξετάζοντας τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική πολιτική της Αθήνας, δείχνει πως οι Αθηναίοι, παρά την ήττα τους, ποτέ δεν εγκατέλειψαν τις ηγεμονικές τους βλέψεις για τον ελληνικό κόσμο, κάτι που επέτρεψε στο «αυτοκρατορικό όραμα» να επανεμφανιστεί και να εκδηλωθεί με μια  επιθετική εξωτερική πολιτική, την οποία υποστήριζαν και οι δύο αντίπαλες πολιτικές μερίδες, ενώ δεν παραλείπει να επισημάνει και τον ρόλο που έπαιξε το παραγνωρισμένο συναίσθημα του φόβου ως κίνητρο για τη συναίνεση σε μια τέτοια πολιτική.

 

Le Glay, Y. Le Bohec, J.-L. Voisin, Ρωμαϊκή Ιστορία, μτφρ. Σ. Μετεβελής- Χ.Γεμελιάρης, Εστία

Ένα καθιερωμένο πανεπιστημιακό εγχειρίδιο, που συνοδεύει εδώ και τριάντα χρόνια τους γάλλους φοιτητές στις σπουδές τους, έρχεται να εμπλουτίσει τη σχετικά πενιχρή ελληνόφωνη ρωμαϊκή ιστοριογραφία, χάρη στους Σωτήρη Μετεβελή και Χρήστο Γεμελιάρη, που ανέλαβαν το δύσκολο έργο της μετάφρασης ενός τόμου 700 σχεδόν σελίδων μεγάλου σχήματος και, φυσικά, της απόδοσης στα ελληνικά μιας ορολογίας για την οποία, συνήθως, δεν υπάρχει καθιερωμένη μετάφρασή. Οι συγγραφείς του τόμου αυτού προκρίνουν μια χρονολογική αντίληψη της ρωμαϊκής ιστορίας και, συνεπώς, επικεντρώνονται στην αφήγηση των γεγονότων, πολιτικών και στρατιωτικών πρωτίστως, χωρίς να αποκλείουν και άλλες πτυχές, όπως οι θεσμοί, τα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, οι ιδέες και ο πολιτισμός. Η αφήγησή τους ξεκινά –μοιραία με συνοπτικό τρόπο, κάτι που ανάγκασε τον επιστημονικό επιμελητή, Χρ. Μετεβελή, να συμπληρώσει, όπου έκρινε απαραίτητο, ενδεχόμενα αφηγηματικά κενά– από την Ιταλία πριν από τη Ρώμη και φτάνει μέχρι το τέλος του ρωμαϊκού κόσμου (τέλος για το οποίο οι συγγραφείς προσθέτουν ένα ερωτηματικό), την εποχή του Θεοδοσίου Α’ και των επιγόνων του, αλλά και τις «βαρβαρικές εισβολές» των αρχών του 5ου αιώνα. Ο τόμος συμπληρώνεται με ένα κεφάλαιο για τις πηγές της ρωμαϊκής ιστορίας, χρονολογικό πίνακα, ένα πολύ χρήσιμο γλωσσάριο και ευρετήριο, καθώς και επιλεγμένη γαλλική αλλά και ελληνική βιβλιογραφία, την οποία έρχεται να εμπλουτίσει το ανά χείρας εγχειρίδιο.

 

Γιώργος Μητρόπουλος, Ο Νέρωνας και η Ελλάδα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Για το ευρύ κοινό, ο Νέρων, αυτοκράτορας της Ρώμης το 54-68 μ.Χ., ο τελευταίος της δυναστείας των Ιουλιο-Κλαυδίων, περιβάλλεται από τον μύθο του «παράφρονα», του εμπρηστή της Ρώμης προκειμένου να εμπνευστεί στίχους, αλλά και του αιμομίκτη που πλάγιασε με τη μητέρα του και πολλά άλλα. Μύθοι που κατασκευάστηκαν σταδιακά από τους επικριτές του κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του, οι οποίοι διαδόθηκαν και διαιωνίστηκαν, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας και διαμορφώνοντας την κοινή αντίληψη για τον αυτοκράτορα που, μαζί με τον Αδριανό, υπήρξε ο κατεξοχήν «φιλέλλην» ρωμαίος ηγεμών. Ο συγγραφέας, ερευνητής της ελληνιστικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, επιχειρεί να κατανοήσει τον Νέρωνα στα πολιτικά και πολιτισμικά συγκείμενα της εποχής του και, ειδικότερα, να επανεξετάσει τη σύνδεσή του με την Ελλάδα, δηλαδή τη ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας, και το ταξίδι του εκεί. Κατά τη διάρκειά του, ο αυτοκράτορας συμμετείχε στους μεγάλους πανελλήνιους αγώνες ως κιθαρωδός, ηθοποιός, αρματηλάτης και κήρυκας – πρώτευσε μάλιστα και στις τέσσερις κατηγορίες, μολονότι έπεσε από το άρμα και παραλίγο να σκοτωθεί. Ταυτόχρονα, άρπαξε έργα τέχνης, αποπειράθηκε να διανοίξει τον Ισθμό της Κορίνθου και χάρισε την ελευθερία σε ολόκληρη την επαρχία. Όλα αυτά, σημειώνει ο συγγραφέας, συνιστούν ένα παιχνίδι ρόλων, κοινό στις αυτοκρατορικές πρακτικές, στο οποίο ο Νέρων επιδόθηκε με τρόπο συστηματικό, προσθέτοντας και άλλους, νέους ρόλους στο προσωπικό του αυτοκρατορικό ρεπερτόριο. Εξετάζοντάς τον μέσα σε αυτό το πλαίσιο, προχωρώντας σε λεπτομερή και εξαντλητική ανάλυση όλων των πηγών που αφορούν στις σχέσεις του αυτοκράτορα με τους Έλληνες και τον ελληνικό πολιτισμό, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Άγγελος Χανιώτης στον πρόλογό του, ο συγγραφέας επιχειρεί να εντάξει την ελληνική περιοδεία του σε ένα συνεκτικό πλαίσιο και να την ερμηνεύσει λογικά.

 

Giusto Traina, Θα μας σώσουν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι από τη βαρβαρότητα;, μτφρ. Αχ.Καλαμαράς, Εκδόσεις του 21ου

Ο συγγραφέας, ιστορικός της ρωμαϊκής αρχαιότητας ο ίδιος, δηλώνει εξαρχής ότι το εμβόλιμο ερωτηματικό προστέθηκε στην ελληνική έκδοση προκειμένου να υπογραμμιστεί η ειρωνεία του τίτλου, αφού, όπως αναρωτιέται, πώς να μας σώσει η αρχαιότητα, όταν στο όνομά της διαπράχθηκαν κατά καιρούς πράξεις απίστευτης βαρβαρότητας; Γίνεται έτσι φανερό στον αναγνώστη ότι στο σύντομο αυτό έργο, που μετέφρασε στα ελληνικά ο Αχιλλέας Καλαμάρας, παρουσιάζει μια επισκόπηση των χρήσεων και των καταχρήσεων της αρχαιότητας και των κλασικών γραμμάτων, από τον 20ό αιώνα μέχρι και τις μέρες μας. Γιατί, κατά καιρούς, η κληρονομιά του αρχαίου κόσμου χειραγωγήθηκε στο όνομα διαφόρων ιδεολογιών ή απλοποιήθηκε και διαστρεβλώθηκε για λογοτεχνικούς, εμπορικούς ή ακόμη και παιδαγωγικούς λόγους. Έτσι, ο συγγραφέας στα κεφάλαια του βιβλίου του αναφέρεται στη χρήση ποικίλων αναφορών στην ελληνική αρχαιότητα από τους Ναζί, παρουσιάζοντας και παραδείγματα άλλων εθνών που αναζήτησαν και αναζητούν νομιμοποίηση στο απώτερο, όχι αναγκαστικά ελληνορωμαϊκό, παρελθόν, ενώ εξετάζει ακόμη την αυτόκλητη αναγωγή σύγχρονων πολιτικών εγχειρημάτων στην αθηναϊκή δημοκρατία, τη σπαρτιατική αριστοκρατία ή τη μακεδονική μοναρχία. Από μια τέτοια μελέτη δεν θα μπορούσε να λείπει η διαμάχη για τη Μαύρη Αθηνά και τις θεωρούμενες αφρικανικές ρίζες του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και οι χρήσεις του μύθου της Αντιγόνης προκειμένου να δικαιολογηθούν σημερινές πράξεις αντίστασης, καθώς και η λειτουργία της Ιστορίας του Θουκυδίδη και άλλων κλασικών κειμένων στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου ή, αργότερα, του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Τέλος, διερευνώνται οι χρήσεις της ρωμαϊκής αρχαιότητας από τον φασισμό και την ιταλική αποικιοκρατία, καθώς και οι φυλετικές αιτίες της απέχθειάς τους προς τον αυτοκράτορα Καρακάλλα, που καταγόταν «από τρία έθνη» (είχε αφρικανική, γαλατική και συριακή καταγωγή) και οι Ναζί αποκαλούσαν «αποκρουστικό μπάσταρδο». Ένα ακροτελεύτιο κεφάλαιο αφιερώνεται  από τον συγγραφέα στη ραγδαία υποχώρηση των κλασικών σπουδών υπό το βάρος της αναδιάρθρωσης και του «εκσυγχρονισμού» του χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης, και τον «εμφύλιο» ανάμεσα στις διάφορες ειδικεύσεις (αρχαιολόγοι, ιστορικοί, φιλόλογοι) του πεδίου, όπου καταλήγει αφήνοντας μια παιγνιώδη χαραμάδα αισιοδοξίας: «με λίγη εξυπνάδα, και κυρίως ανεκτικότητα, θα μπορέσουμε να τα βολέψουμε για μια-δυο γενιές»…

 

Θανάσης Γάλλος, Η ιστορία της Τρομοκρατίας: Το έτος V της Γαλλικής Επανάστασης, Κέδρος

Στην πιο αμαυρωμένη περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης, αυτήν της Τρομοκρατίας, και στον πιο συκοφαντημένο από τους πρωταγωνιστές της, τον Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο, είναι αφιερωμένη η ογκώδης μελέτη του ιστορικού Θανάση Γάλλου, που εξετάζει, μέρα τη μέρα σχεδόν, τις εξελίξεις στο επαναστατημένο Παρίσι και την υπόλοιπη Γαλλία, στο κρίσιμο διάστημα μεταξύ 31 Μαΐου 1793 και 27 Ιουλίου 1794, τη μοιραία 9η Θερμιδώρ του έτους ΙΙ της Γαλλικής Δημοκρατίας. Αφού επισημάνει ότι η Τρομοκρατία έχει αδίκως ταυτιστεί μόνο με τον Ροβεσπιέρο και τους Ιακωβίνους, που για την ιστοριογραφία από το 1989 και μετά έχει ταυτιστεί με «αιμοσταγή δικτάτορα», αν όχι με τον πατέρα όλων των ολοκληρωτισμών, θέτει το ερώτημα κατά πόσον η Τρομοκρατία αποτέλεσε μια πληβειακή απόπειρα εμβάθυνσης της αστικής επανάστασης προς περισσότερο λαϊκή και ριζοσπαστική κατεύθυνση. Βασισμένος σε εκτεταμένη χρήση γαλλικών αρχειακών πηγών, κατά κύριο λόγο, ο συγγραφέας επισημαίνει τα μέτρα της Επανάστασης που οδηγούσαν προς μια διευθυνόμενη οικονομία (μονοπώλιο εξωτερικού εμπορίου, ανώτατο όριο τιμών κ.λπ.), παραθέτοντας ταυτόχρονα τη μαρξική επιφύλαξη πως, ακόμη και σε αυτό το ριζοσπαστικό στάδιο, τα χαρακτηριστικά της Επανάστασης παρέμειναν πάντοτε αστικά. Ήταν, λοιπόν, η Τρομοκρατία ένα στάδιο κατά το οποίο η αστική πρωτοπορία κινδύνευσε να χάσει τον έλεγχο; Για να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, ο ιστορικός αναφέρεται εκτενώς στην εξέλιξη της Γαλλικής Επανάστασης από την 14η Ιουλίου 1789 και την πτώση της Βαστίλης μέχρι την εκτέλεση του Λουδοβίκου και την εξέγερση των Ορεινών κατά των Γιρονδίνων, τον Ιούνιο του 1793 – μια περίοδο που, όπως παρατηρεί, σημαδεύεται από σειρά μικρότερου βεληνεκούς εκστρατειών «τρομοκράτησης» των εχθρών της Επανάστασης. Παρακολουθεί, στη συνέχεια, μέρα τη μέρα, την εκδίπλωση της Τρομοκρατίας και όλων των πτυχών της (οικονομικών, θρησκευτικών, στρατιωτικών κ.λπ.), αναδεικνύοντας το επαναστατικό της πρόγραμμα, για να καταλήξει στο πραξικόπημα εναντίον του Ροβεσπιέρου και την εξάπλωση της θερμιδωριανής αντίδρασης. Η Τρομοκρατία, καταλήγει ο συγγραφέας, επιχείρησε να υπερβεί το «αστικό στάδιο» της Επανάστασης και να προχωρήσει παραπέρα –τουλάχιστον αυτή ήταν η βούληση μια μικρής επαναστατικής ομάδας γύρω από τον Ροβεσπιέρο και τον Σαιν Ζυστ– αλλά απέτυχε, έχοντας όμως καταστήσει κάθε επιστροφή στο παρελθόν αδύνατη. Η ανά χείρας μελέτη έρχεται να εμπλουτίσει την ευάριθμη, δυστυχώς, ελληνόφωνη βιβλιογραφία, με ένα έργο που αποτελεί λαμπρό υπόδειγμα της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας που παράγεται (και) στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.

 

Βάσω Σειρηνίδου, Στα χρόνια της βίας, Θεμέλιο

Από τους πλέον ώριμους και γόνιμους καρπούς της έρευνας που πυροδότησε η  επέτειος των 200 χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης, η ανά χείρας μελέτη εξετάζει τις σχέσεις ανάμεσα σε έγκλημα, κοινωνία και συγκρότηση κράτους στην επαναστατημένη Ελλάδα (1822-1827), έτσι όπως αναδύεται μέσα από την έρευνα στα αρχεία δύο νεόκοπων επαναστατικών θεσμών, των μινιστερίων (υπουργείων) της Αστυνομίας και του Δικαίου. Η συγγραφέας, καθηγήτρια ιστορίας του νέου ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εντάσσει τη μελέτη της στο πλαίσιο της έρευνας για τους ιστορικούς όρους συγκρότησης του νεωτερικού κράτους τον 19ο αιώνα, εξειδικεύοντας με βάση τρεις διαφοροποιήσεις: Τη μετατόπιση του χρονικού ανύσματος στα χρόνια της Επανάστασης, τη μετατόπιση της εστίασης από τον κεντρικό πυρήνα της θεσμικής ιστορίας στο πεδίο εκείνο όπου οι νέοι θεσμοί επικοινωνούσαν με τους κατοίκους της επαναστατημένης Ελλάδας, ώστε η διαμόρφωση των αστυνομικών και ποινικών θεσμών να διαβαστεί και από τη σκοπιά των ανθρώπων που εμπλέκονταν στη διαδικασία αυτή, και, τέλος, τη μετατόπιση από την οπτική του νεωτερικού κράτους σε εκείνη του προεπαναστατικού παρελθόντος, αντιμετωπίζοντάς την ως μια ανοιχτή διαδικασία, χωρίς προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Στο βιβλίο εξετάζει το πώς καθημερινές οριακές κοινωνικές σχέσεις εκβάλλουν στην πολιτική, στο βαθμό που η διαχείρισή τους εμπλέκει τη συγκρότηση και λειτουργία νέων θεσμών, με τη βία να αποτελεί τον ιστό εκείνο που συνδέει τη μεγάλη με τις μικρές ιστορίες. Στο πρώτο μέρος δίνεται βάρος στη βία του αίματος, στις μικρές ιστορίες διαπροσωπικής βίας που συμβαίνουν στο πλαίσιο μιας ήδη εξόχως βίαιης συγκυρίας. Τοποθετημένη στο ευρύτερο πλαίσιο εμπειριών του προεπαναστατικού κόσμου, η βία εξετάζεται ως παράγωγο κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών, που εκβάλλει στην πολιτική, δηλαδή αντιμετωπίζεται ως έγκλημα. Στο δεύτερο και τρίτο μέρος παρακολουθούμε τις απαρχές της διαδικασίας μετάβασης από ένα σύστημα ιδιωτικής και εξωποινικής διευθέτησης της δίωξης και της τιμωρίας του εγκλήματος στην ποινική δίωξη μέσω των κρατικών θεσμών, δηλαδή τη διαμόρφωση, αφενός, μιας ποινικής προδικασίας, με την αστυνομία να αναλαμβάνει τον κύριο ρόλο, και, αφετέρου, τη μετάβαση από ένα σύστημα δικαιοσύνης που έχει στο επίκεντρό του τη λογική της διαιτησίας και του συμβιβασμού σε εκείνο που θέτει τη νομική κύρωση σε κεντρική θέση. Στο τέταρτο μέρος εξετάζεται η ανάδυση, στα χρόνια της Επανάστασης, της δημόσιας τάξης και ασφάλειας ως συνόλου λόγων και πρακτικών, μέσω των οποίων εμπεδώνεται η παρουσία της αστυνομίας στην καθημερινή ζωή και δρομολογείται η ποινικοποίηση κοινωνικών ομάδων και συμπεριφορών. Έτσι, μέσα από ενδελεχή έρευνα, η συγγραφέας αναδεικνύει και παραδίδει στον αναγνώστη έναν τόπο συνάντησης της καθημερινής ιστορίας της διαπροσωπικής βίας με την ιστορία της συγκρότησης κατασταλτικών και ποινικών θεσμών στην επαναστατημένη Ελλάδα.

 

Paolo Fonzi, Η ιταλική κατοχή της Ελλάδας (1941-1943), μτφρ. Αχ.Καλαμαράς,, Ασίνη

Μέσα στα χρόνια που διέρρευσαν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η μνήμη της ιταλικής κατοχής λειάνθηκε τόσο που σχεδόν εξαφανίστηκε, αφήνοντας στη θέση της τον γερμανικό στρατό, που έμεινε στη μνήμη ως ο κατεξοχήν «κακός» και απάνθρωπος. Ο μύθος του «καλού Ιταλού» («Italiani brava gente») δημιουργήθηκε χάρη στην ιταλική αλλαγή στρατοπέδου, στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης των πρώην αντιπάλων (και ηττημένων) στο μπλοκ των δυτικών νικητών. Στον παρόντα τόμο, ο συγγραφέας, καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης, καταδεικνύει με λεπτομερέστατο τρόπο, βασισμένος σε αρχειακό υλικό που για πρώτη φορά παραδίδεται στην έρευνα, το ακριβώς αντίθετο: η κατοχή που επέβαλαν οι ηττημένες στο πολεμικό πεδίο ιταλικές δυνάμεις ήταν ιδιαίτερα σκληρή, η βία που ασκούσαν εναντίον «ύποπτων χωριών» ήταν άκριτη και συνοδευόταν πάντα από εκτεταμένες λεηλασίες και κατασχέσεις, ενώ συχνά δρούσαν παρακινημένοι από φιλέκδικα αισθήματα, που πήγαζαν από την εμπειρία του αλβανικού μετώπου. Μέσα από μια πολυπρισματική αφήγηση, που μετέφερε στα ελληνικά ο Αχιλλέας Καλαμάρας, ο συγγραφέας ανασυνθέτει την τριετή ιταλική παρουσία στην Ελλάδα, ξεκινώντας από τον πόλεμο και τη συνθηκολόγηση, την εγκαθίδρυση του κατοχικού καθεστώτος και των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών κατοχής. Ακόμη, εξετάζει πτυχές της ιταλικής διακυβέρνησης, την επισιτιστική κρίση, τις εδαφικές βλέψεις της Ιταλίας και τη διαμελιστική της πολιτική μέσω του προσεταιρισμού μειονοτήτων, αλλά και τα ιταλικά αντίποινα και τις μάχες με τις αντιστασιακές δυνάμεις κ.λπ. Όπως σημειώνει στον πρόλογό του ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ, η ανά χείρας μελέτη αποτελεί  σταθμό στη σχετική βιβλιογραφία, αποδεικνύοντας ότι η δεκαετία του 1940 προσφέρει ακόμη στους ερευνητές πολλές ανεξερεύνητες πτυχές, που μπορούν να προσφέρουν συναρπαστικά νέα ερωτήματα.

 

Αννίτα Παναρέτου, Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι, Εστία

«Το φως τ’ αρπάζει όποιος μπορεί»: Επιλέγοντας αυτούς τους στίχους ως υπότιτλο, η συγγραφέας επιχειρεί να ανασυστήσει τον σύντομο βίο και, κυρίως, τον μαρτυρικό θάνατο του σαραντάχρονου αξιωματικού και ποιητή Μιχάλη Ακύλα, ο οποίος ανήκε στην ομάδα των οκτώ ομήρων που πρώτοι εκτελέστηκαν από τους γερμανούς κατακτητές στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, στις 5 Ιουνίου 1942. Μολονότι ο νεαρός αξιωματικός διατηρούσε φιλικές σχέσεις με επιφανείς εκπροσώπους του αστικού πνευματικού κόσμου της εποχής, κάποιοι από τους οποίους συνέχισαν να τον μνημονεύουν στα κείμενά τους πολλά χρόνια μετά την εκτέλεσή του, τα ίχνη που άφησε πίσω του ήταν ελάχιστα. Έτσι, η απόπειρα της συγγραφέως να χαρτογραφήσει τη διαδρομή που οδήγησε αυτόν και τους άλλους αξιωματικούς, από τη σύλληψή τους στο καΐκι με το οποίο ετοιμάζονταν να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή στη φυλακή και από εκεί στην εκτέλεση, ως αντίποινα για σαμποτάζ σε κάποιο γερμανικό αυτοκίνητο στο κέντρο της πόλης, στηρίζεται σε μια εξαιρετικά επίμοχθη έρευνα, βασισμένη σε μεταπολεμικές αφηγήσεις, επιστολές, δημοσιεύματα εφημερίδων, συνομιλίες με απογόνους των πρωταγωνιστών κ.ά. Συμπληρώνοντας την αφήγηση, ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ, εξ αγχιστείας συγγενής του εκτελεσμένου αξιωματικού, προσφέρει μια ματιά από την πλευρά των θυτών, αναφερόμενος εκτενώς στον επίλογό του στις συνομιλίες του, κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, με τον στρατηγό Αλεξάντερ Αντρέ, φρούραρχο Κρήτης ο οποίος, κατά την προσωρινή υπηρεσία του στην Αθήνα, έδωσε την εντολή για την εκτέλεση αυτών των πρώτων οκτώ ομήρων, μεταπολεμικά καταδικάστηκε γι’ αυτό και απελευθερώθηκε βασιλική χάριτι. Εκτός από την αφήγηση της ζωής και της θυσίας του Ακύλα, στον παρόντα τόμο συμπεριλαμβάνονται το διήγημά του Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα και τα Ποιήματα, που εκδόθηκαν το 1934 και το 1935, αντίστοιχα.

 

Σ. Ν. Δορδανάς – Μ. Χαραλαμπίδης (επιμ.), Η μακρά νύχτα της Κατοχής, Αλεξάνδρεια

Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος ήταν ο πρώτος στην ιστορία όπου τα θύματα μεταξύ των αμάχων ήταν περισσότερα από αυτά των στρατιωτικών δυνάμεων. Η Ελλάδα, σύμφωνα με υπολογισμούς, κατατάσσεται στην τέταρτη θέση των χωρών με τις μεγαλύτερες ανθρώπινες απώλειες σε σχέση με τον πληθυσμό τους, έχοντας χάσει το 1/14 του πληθυσμού της, με περίπου μισό εκατομμύριο νεκρούς. Παρόλα αυτά όμως, η μόνη επίσημη καταγραφή και ταξινόμηση των απωλειών παραμένει αυτή της ομάδας του Κωνσταντίνου Δοξιάδη στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων, που συντάχθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από το ελληνικό κράτος στις μεταπολεμικές διαπραγματεύσεις, και υπολογίζει συνολικά τις απώλειες σε 940.000 άτομα. Έκτοτε, το ελληνικό κράτος ουδέποτε προχώρησε σε μια «επίσημη διαδικασία καταμέτρησης» των ανθρώπινων απωλειών και των υλικών καταστροφών, παρά τα φληναφήματα περί γερμανικού χρέους που παραμένει ανοιχτό ζήτημα. Μόνο τις τελευταίες δεκαετίες, χάρη στην ιστοριογραφική έκρηξη που παρατηρήθηκε για τη δεκαετία του 1940, επιμέρους μελέτες ήρθαν να καλύψουν εν μέρει το ερευνητικό κενό που οφείλεται στην απουσία μιας συνθετικής δουλειάς για όλη την περίοδο 1940-1944 και για τις τρεις ζώνες κατοχής. Ο ανά χείρας συλλογικός τόμος, επιδιώκοντας να ανοίξει αυτή τη συζήτηση, εντός και εκτός ακαδημαϊκής κοινότητας, επιχειρεί μια πρώτη γεωγραφική και θεματική χαρτογράφηση του πεδίου και ταυτόχρονα οι συντελεστές του προτείνουν μεθόδους προσέγγισης του ζητήματος και ανάδειξης των σχετικών πηγών. Περιλαμβάνει δεκαέξι συνολικά συμβολές, που καλύπτουν επαρκώς αλλά όχι στο σύνολό του τον ελλαδικό χώρο. Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος εξετάζονται οι ανθρώπινες απώλειες σε όλο τους το φάσμα, στον νομό Αττικής, καθώς και οι Εβραίοι στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα που δολοφονήθηκαν στα στρατόπεδα θανάτου. Η δεύτερη ενότητα έχει κεντρικό άξονα τη λεηλασία της ελληνικής οικονομίας κατά την Κατοχή, τις απώλειες εξαιτίας του λιμού, την καταναγκαστική εργασία και τον αφανισμό του εμπορικού στόλου. Στη συνέχεια, εξετάζονται οι ανθρώπινες απώλειες στην ηπειρωτική (Μακεδονία, Ήπειρος, Πελοπόννησος) και στη νησιωτική (Λέσβος, Σάμος, Ικαρία, Κρήτη, Δωδεκάνησα) χώρα. Τέλος, μία ενότητα αφιερώνεται στις ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές στη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, καθώς και στις απώλειες του βουλγαρικού στρατού στην περιοχή. Φιλοδοξία των συντελεστών του, παλαιότερων και νέων ιστορικών, ο τόμος να αποτελέσει το έναυσμα για την ανάληψη μιας συστηματικής προσπάθειας η οποία, λόγω του όγκου και των απαιτήσεών της, χρειάζεται να συνεχιστεί στο πλαίσιο ενός μεγάλου ερευνητικού διεπιστημονικού προγράμματος.

 

Νάντια Βαλαβάνη, Θ.Ν. Ένα χρονικό για τα «παιδιά του Φλεβάρη», Τόπος

Την προσωπική της «κατάθεση» για τη σύλληψη και την κράτησή της στην Ασφάλεια, αποτέλεσμα του συντριπτικού χτυπήματος που κατάφερε η ιωαννιδική δικτατορία στο ΚΚΕ και στην ΚΝΕ, τον Φλεβάρη του 1974, λίγους μήνες μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, δίνει μέσα από τις σελίδες αυτού του πρώτου τόμου η νεαρή φοιτήτρια της ΑΣΟΕΕ, τότε, Νάντια Βαλαβάνη. Κορμό της αφήγησης αποτελεί η βιωματική συνέντευξη που έδωσε στη συγκρατούμενή της Αγγελική Σωτήρη, για τις ανάγκες του αρχείου του ΣΦΕΑ ’67-’74. Σε αυτήν αναφέρεται εκτενώς στη σύλληψή της, όπως και πολλών άλλων αγωνιστών, στις 13 Φεβρουαρίου 1974, και τον εγκλεισμό της στο κτίριο της οδού Μεσογείων 14-18, όπου είχε μεταφερθεί, από τη διαβόητη Μπουμπουλίνας, η Γενική Ασφάλεια. Οι βασανιστές και τα βασανιστήρια, οι σύντροφοι και συγκρατούμενοι, αλλά και η εμπειρία της φυλακής, αφού αργότερα οδηγήθηκε στον Κορυδαλλό, όπου θα συναντήσει κρατούμενες αγωνίστριες από παλιότερες γενιές, όλα παίρνουν τη θέση τους σε αυτό το αναστοχαστικό χρονικό. Ενθέτοντας στην αρχική αφήγηση κείμενα προερχόμενα από τον προσωπικό της φάκελο, που διασώθηκε από το κάψιμο του 1989, τη δικογραφία και άλλα αρχειακά τεκμήρια, η συγγραφέας συγκροτεί μια αφήγηση με πολλούς πρωταγωνιστές και πολλές πρωταγωνίστριες, που στις αγωνιστικές τους διαδρομές συνέκλιναν από διαφορετικές προελεύσεις, για να αναπτύξουν μια γενεακή αλληλεγγύη, που στηρίχτηκε στην κοινή εμπειρία της παρανομίας, του βασανισμού και του εγκλεισμού. Αλληλεγγύη που καθρεφτίζεται στο «μυστικό» σύνθημα που αντάλλασσαν μέσα στα κελιά της Ασφάλειας: Θ.Ν., «Θα νικήσουμε».

 

Τάσος Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Απόρρητα έγγραφα της ΚΥΠ για το Κυπριακό, Μεταίχμιο

Πενήντα χρόνια μετά το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το ελληνικό κράτος προχώρησε σε μια σπάνια, για τα ελληνικά δεδομένα, και αξιέπαινη κίνηση: έδωσε στη δημοσιότητα, και συνεπώς στην επιστημονική έρευνα, μια σειρά εγγράφων της ΚΥΠ, της υπηρεσίας πληροφοριών της εποχής, που αφορούν το δίμηνο Ιουλίου – Αυγούστου 1974. Πρόκειται για 58 Δελτία Πληροφοριών, όπου καταγράφονται η διπλωματική στάση της Τουρκίας απέναντι στην Κύπρο, οι συγκρούσεις στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας, η δράση των Τουρκοκυπρίων κ.ά. Τα έγραφα αυτά δεν μας μαθαίνουν κάτι το οποίο δεν γνωρίζουμε από άλλες πηγές –για παράδειγμα, το πραξικόπημα δεν αξιολογείται ως σημαντικό, ούτε ως δυνητικά επικίνδυνο γεγονός, αν και καταγράφονται στοιχεία για την αύξηση της στρατιωτικής προετοιμασίας των τουρκικών δυνάμεων– επιτρέπει όμως στον αναγνώστη, και πολύ περισσότερο στον ερευνητή, να διαμορφώσει πληρέστερη εικόνα για τη χουντική πολιτική και νοοτροπία απέναντι στο Κυπριακό. Ιδιαίτερα στην παρούσα ογκώδη έκδοση, ο λεπτομερής σχολιασμός των εγγράφων από τον ιστορικό Τάσο Σακελλαρόπουλο επιτρέπει την ευχερέστερη παρακολούθηση των παρατιθέμενων πληροφοριών μέσα από την αναπλαισίωσή τους από τον επιμελητή και την ένταξή τους στο ιστορικό συγκείμενο της τελευταίας περιπέτειας του ελληνικού αλυτρωτισμού. Ιδιαίτερα επιβοηθητική είναι η ανασκόπηση της ιστορίας του Κυπριακού που κάνει στην εισαγωγή του στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου δημοσιεύονται έγγραφα και διαβαθμισμένα σήματα από το προσωπικό αρχείο του αντιστράτηγου ε.α. Γεωργίου Τσουμή, ο οποίος υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος της ΚΥΠ στη Λευκωσία κατά την περίοδο 1973-1976.

 

Σπύρος Βλαχόπουλος, Το έθνος στο Σύνταγμα του 1975, Ίδρυμα της Βουλής

Πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν πέρυσι από την υιοθέτηση του Συντάγματος της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, του πλέον δημοκρατικού και μακροβιότερου όλων των ελληνικών συνταγματικών κειμένων. Παρότι το Σύνταγμα που εντέλει υιοθετήθηκε κάθε άλλο παρά «αντιδημοκρατικό» ήταν, όπως κατήγγελλε τότε η αντιπολίτευση, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επιστροφή στις σχετικές προπαρασκευαστικές κοινοβουλευτικές εργασίες και συζητήσεις, μέσα από τις οποίες αναδεικνύονται τόσο οι συνέχειες όσο και οι τομές σε σχέση με το μετεμφυλιακό παρελθόν, αλλά και ο θετικός ρόλος της αντιπολίτευσης, που απέτρεψε την υιοθέτηση αντιδημοκρατικών πρακτικών του παρελθόντος, όπως, π.χ., αυτή της διοικητικής εκτόπισης. Με αφορμή τη «στρογγυλή» επέτειο, ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Σπύρος Βλαχόπουλος εξετάζει στην παρούσα μελέτη του μια ιδιαίτερη πτυχή αυτών των προπαρασκευαστικών συζητήσεων: τη χρήση της έννοιας «έθνος» στο συνταγματικό κείμενο και την αντιπαράθεσή της προς την περισσότερο περιοριστική αλλά νομικώς συγκεκριμένη έννοια του «λαού», που προέκριναν οι αντιπρόσωποι των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Η βασική αντιπαράθεση, που έγινε με ανταλλαγή στιβαρά τεκμηριωμένων επιχειρημάτων ένθεν κακείθεν (η οποία μόνο μελαγχολικές σκέψεις γεννά, αν συγκριθεί με τις τρέχουσες κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις), αφορούσε το άρθρο 1§3, κατά πόσον όλες οι εξουσίες, που πηγάζουν από τον λαό, ασκούνται υπέρ αυτού, μόνον, ή και του έθνους, όπως τελικά καθιερώθηκε. Ακόμη, αντικείμενο διαφωνίας υπήρξε το αν η παιδεία πρέπει να έχει σκοπό την καλλιέργεια εθνικής συνείδησης ή όχι. Ο συγγραφέας αναδεικνύει το βάρος της διαστρέβλωσης της έννοιας του έθνους κατά τη χρήση του από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, ως τη βασική πηγή για τις αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης – που δικαίως ανησυχούσε επίσης για την ενδεχόμενη χρήση τέτοιων όρων για την αναπαραγωγή της διάκρισης των πολιτών σε εθνικόφρονες και μη. Παράλληλα, αναδεικνύει τη γόνιμη διάκριση του λαού ως συγχρονίας και του έθνους ως διαχρονίας στην οποία προχώρησε ο ουσιαστικός συγγραφέας του συνταγματικού κειμένου, Κωνσταντίνος Τσάτσος.

 

Κώστας Μποτόπουλος, Το εκκρεμές της Μεταπολίτευσης, Ελληνοεκδοτική

Μια αποτίμηση της ιστορίας της Μεταπολίτευσης μέσα από τον φακό της θεσμικής της εξέλιξης καταθέτει ο συγγραφέας του παρόντος τόμου, συνταγματολόγος με ποικίλους, κατά καιρούς, θεσμικούς ρόλους. Εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στη διαμόρφωση των μεταπολιτευτικών θεσμών, θεωρεί τη Μεταπολίτευση, καταρχάς, μετάβαση στη δημοκρατία, η οποία ολοκληρώνεται με την έγκριση του Συντάγματος του 1975 και τη δίκη των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου· ταυτόχρονα, όμως, την αντιμετωπίζει ως πολιτική περίοδο που ταυτίζεται με την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία και, με αυτήν την έννοια, συνεχίζεται ακόμη. Η έλλειψη διάκρισης εσωτερικών τομών σε αυτήν την περίοδο, όμως, δεν επιτρέπει την ανάδειξη των κεντρικών προκλήσεων που είχε κάθε φορά να αντιμετωπίσει η ελληνική κοινωνία, όπως η υπέρβαση του μετεμφυλιακού παρελθόντος, η διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, η προσαρμογή στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και, βέβαια, η χρεωκοπία του 2010 – το απώτατο όριο που έχει προταθεί από μελετητές ως «τέλος της μεταπολίτευσης». Πιστός στο σχήμα του εκκρεμούς, ο συγγραφέας κατανέμει την αφήγηση σε δύο μέρη, που αντιμετωπίζουν τη Μεταπολίτευση, αφενός, σαν «μια υπόσχεση που τηρήθηκε», η οποία αφορά, σε γενικές γραμμές, τα επιτεύγματα της περιόδου, και, αφετέρου, σαν «μια υπέρβαση που ματαιώθηκε», όπου καταγράφονται οι προκλήσεις στις οποίες η Μεταπολίτευση απέτυχε να απαντήσει και να ανταποκριθεί, όπως η υπέρβαση του λαϊκισμού, η μη αξιοποίηση των κρίσεων, η μεταρρυθμιστική δυστοκία και η πολιτιστική μετάπτωση, από τη δημιουργική έκρηξη της πρώτης δεκαπενταετίας στην υποχώρηση και, τελικά, στην ποιοτική υποβάθμιση του πρώτου τέταρτου του 21ου αιώνα. Ο τόμος συμπληρώνεται με ένα ιδιαίτερα χρήσιμο και εκτενές χρονολόγιο, καθώς και με μια βασική βιβλιογραφία για περαιτέρω εμβάθυνση.

 

Αχιλλέας Χεκίμογλου, Αιχμάλωτοι στις ράγες, Παπαδόπουλος

«Γιατί δεν έχουμε τον σιδηρόδρομο που θέλουμε;» αναρωτιέται ο συγγραφέας και, προκειμένου να δώσει μια απάντηση ανατρέχει στην ιστορία του ελληνικού σιδηροδρόμου από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τα Τέμπη, παρουσιάζοντας στον ανά χείρας τόμο το πρώτο μέρος της έρευνάς του, που εκτυλίσσεται από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 μέχρι εκείνη της 21ης Απριλίου 1967. Έχοντας να παλέψει με την απουσία αρχειακού υλικού από τους σημαντικότερους φορείς συγκοινωνιακής πολιτικής, όπως το Υπουργείο Μεταφορών, επιχειρεί να εντοπίσει επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπως η συσσώρευση ελλειμμάτων ή οι πολιτικές καταδίκης του σιδηροδρόμου στον ρόλο του «φτωχού συγγενή». Μέσα από την αφήγησή του αναδεικνύει τη στρατιωτικοποίηση του μέσου και τον ρόλο που έπαιξαν κατά καιρούς στη διοίκησή του ανώτατοι αξιωματικοί του στρατού, καθώς και τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο σιδηρόδρομος στην επιτυχή έκβαση της επιστράτευσης το 1940. Στη συνέχεια, αναφέρεται στις εκτεταμένες καταστροφές που υπέστη το δίκτυο τόσο από τα σαμποτάζ των Συμμάχων κατά την Κατοχή και των Γερμανών κατά την αποχώρησή τους όσο και από τις δολιοφθορές των ανταρτών κατά των Εμφύλιο. Ο ανταγωνισμός του κρατικού σιδηροδρόμου από τον στόλο των οχημάτων ιδιωτικών οδικών συγκοινωνιών αφέθηκε, για λόγους πολιτικού κόστους, να αποβεί εις βάρος του, ενώ η σχεδιαζόμενη σύνδεσή του με τη λιγνιτοπαραγωγή της χώρας εγκαταλείφθηκε. Μέσα από αυτή την αφήγηση, ο συγγραφέας επιχειρεί να καταδείξει το πώς και γιατί αυτός ο βιομηχανικός πρωτοπόρος βρέθηκε απαξιωμένος και έρμαιο των εκάστοτε δημοσιονομικών προσαρμογών – από τους επιθεωρητές του Σχεδίου Μάρσαλ μέχρι τους ελεγκτές της τρόικας…

 

Μικέλα Χαρτουλάρη, 61 πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια, Πόλις

Μια πανοραμική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει, μέσα από 61 ξεχωριστές φωτογραφίες της στιγμής (γι’ αυτό και πολαρόιντ) προσφέρει στον αναγνώστη ο ανά χείρας τόμος, ένα εντυπωσιακό εγχείρημα που εμπνεύστηκε, σχεδίασε εξαρχής και έφερε σε πέρας, με τη βοήθεια των συνομιλητών της, η έγκριτη δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη. Μέσα από εννέα θεματικές ενότητες, 60 Έλληνες και ένας φιλέλληνας (ο δημοσιογράφος Μπρους Κλαρκ), οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και ενεργοί πολίτες, λογοτέχνες, αλλά και διανοούμενοι με δημόσια παρουσία, σκιαγραφούν τη δική τους Ελλάδα, τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει, τις αλλαγές που αντέχει η κοινωνία της, την επόμενη μέρα της μέσα σε συνθήκες πολυκρίσης. Αυτή η «επόμενη μέρα» στην πολιτική και την κοινωνία απασχολεί και την πρώτη ενότητα, που ανοίγει με τη φωνή του Ηλία Νικολακόπουλου, που έφυγε από τη ζωή το 2022, όταν το βιβλίο αυτό ακόμα γραφόταν. Στη συνέχεια, οι συνομιλητές της συγγραφέως μιλούν για τη στάση του κράτους και των μηχανισμών του, αλλά και της κοινωνίας των πολιτών, απέναντι στον εθνοτικά, φυλετικά και θρησκευτικά «άλλο», ενώ η επόμενη ενότητα αφορά τη σχέση μας με το παρελθόν και τα στερεότυπα που διαμορφώνονται γύρω από αυτό, οδηγώντας στην εργαλειοποίηση πτυχών της ιστορίας. Οι πολιτικές και οι πολιτικοί στην Ελλάδα και στον κόσμο, η πόλη και ο δημόσιος χώρος με τις ανισότητες που αναιρούν τον χαρακτήρα του ως «κοινό» απασχολούν τους συνομιλητές στις δύο επόμενες ενότητες, ενώ στη συνέχεια ακολουθούν ακόμη τρεις, που καταπιάνονται με ζητήματα ταυτότητας και ετερότητας, κουλτούρας και πολιτισμού, εκπαίδευσης και κοινωνικού αποκλεισμού και, βέβαια, της λογοτεχνίας και των τρόπων με τους οποίους επεξεργάζεται πτυχές της ελληνικής πραγματικότητας. Το βιβλίο κλείνει με ένα κεφάλαιο για το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον της Μεταπολίτευσης, αναγνωρίζοντας την ιδεολογική, αξιακή και πολιτισμική μετατόπιση της ελληνικής κοινωνίας και αναζητώντας, μαζί με τους συνομιλητές της, τις αλλαγές στους όρους του παιχνιδιού που πυροδότησε η οικονομική κρίση και συνεχίζει να τροφοδοτεί η ψηφιακή μετάβαση προς μια διαφορετική, απ’ ό,τι το 1974, χώρα.

 

Σ. Θεοδωράκης – Α. Βουρβουλιάς, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, Μεταίχμιο

Πατώντας γερά στη δημοσιογραφική ιδιότητα των δύο συγγραφέων, οι έρευνες που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο βασίζονται σε ένα ερώτημα που μάλλον είχε γεννηθεί από την ενασχόληση του Σταύρου Θεοδωράκη με την (κομματική) πολιτική: «Γιατί οι άλλοι τα καταφέρνουν κι εμείς όχι;» Ανεξάρτητα του πώς κρίνει κανείς το αρχικό ερώτημα (ένας αυτοοικτιρμός που κρύβει πίσω του το αποικιακό δυτικό βλέμμα), οι δύο συγγραφείς επέλεξαν να ασχοληθούν με 14 κοινωνικά ζητήματα όπου η χώρα, σε σύγκριση με τους εταίρους της στην Ε.Ε., αποκλίνει – και σε ορισμένες περιπτώσεις σημαντικά. Αγνοώντας την ρήση που ο Μαρκ Τουέιν αποδίδει στον Ντισραέλι («υπάρχουν ψέματα, χοντρά ψέματα και οι στατιστικές»), η έρευνά τους ξεκινά από τα στατιστικά δεδομένα, επιχειρώντας να φωτίσει την πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς και να φιλοτεχνήσει, με αυτόν τον τρόπο, τη μεγάλη εικόνα. Τα ζητήματα που επέλεξαν να ερευνήσουν, ακόμη κι όταν δεν συγκαταλέγονται ανάμεσα στο σημαντικότερα που αντιμετωπίζει η χώρα, αποτελούν πάντοτε μια πρόκληση και, κυρίως, είναι ζητήματα που επηρεάζουν την καθημερινότητα των περισσοτέρων. Ποιος μένει ανεπηρέαστος από την υπερκατανάλωση αντιβιοτικών; Ποιον δεν ανησυχεί η αποτυχία της διαχείρισης των απορριμμάτων; Ποια δεν οργίζεται από την αύξηση των γυναικοκτονιών; Γιατί το δημογραφικό επιδρά σε κάθε άλλη πτυχή της πολιτικής και οικονομικής ζωής; Στο ίδιο μοτίβο, η έρευνα των δύο συγγραφέων απλώνεται σε πεδία όπως η Δικαιοσύνη και οι καθυστερήσεις στην απονομή της, οι αγροτικές επιδοτήσεις, η υστέρηση στην καινοτομία, το ρεκόρ της χώρας στις γεννήσεις με καισαρική, η παιδική παχυσαρκία, οι διαγωνισμοί PISA και οι επιδόσεις των ελλήνων μαθητών, η στεγαστική κρίση, η αύξηση των τροχαίων ατυχημάτων, η φοροδιαφυγή και ο περιορισμός της, καθώς και ο ψηφιακός μετασχηματισμός και οι αντιστάσεις σε αυτόν. Παρά την εκτεταμένη χρήση πινάκων και αριθμών –πώς αλλιώς;– το τελικό αποτέλεσμα είναι προσιτό σε κάθε αναγνώστη που επιθυμεί να αποκρυπτογραφήσει την καθημερινότητά του και να κατανοήσει «τις αιτίες που [τον] αφήνουνε μισό»…

 

Βασίλης Πισιμίσης, Νύχτες με πατσουλί, Μωβ

Ο Πειραιάς και η Τρούμπα υπήρξε η αφετηρία της μακρόχρονης ενασχόλησης του συγγραφέα με την εθνογραφία του αγοραίου έρωτα, αλλά και του «υποκόσμου» που συνωστιζόταν γύρω από αυτόν, στο περιθώριο της «καθωσπρέπει» αστικής κοινωνίας, ενασχόληση η οποία απέδωσε ήδη δύο τόμους (Βούρλα – Τρούμπα και Τρούμπα, Βούρλα, Λιμάνι, και τα δύο από τις εκδόσεις Μωβ). Με το τρίτο βιβλίο του, ο μελετητής ή, όπως προτιμά να αυτοχαρακτηρίζεται, συλλέκτης, επεκτείνει την έρευνά του στην αστική λαογραφία της Αθήνας, εξετάζοντας πτυχές της πορνείας στη  πρωτεύουσα κατά τον 20ό αιώνα. Επισκέπτεται γειτονιές της πόλης που είχαν κατά καιρούς συνδέσει το όνομά τους με τα «κόκκινα φανάρια», πλατεία Κουμουνδούρου, Μεταξουργείο, οδός Φυλής, λεωφόρος Συγγρού, εντοπίζει συγκεκριμένες ηρωίδες αυτής της περιπέτειας, από τη θρυλική Γαβριέλλα μέχρι το ταπεινότερο «Κατινάκι των συνεργείων» και ανασύρει από το αρχείο του πολλές συνομιλίες και συνεντεύξεις με τις πρωταγωνίστριες αυτής της έρευνας, αλλά και ιστορίες από το αστυνομικό δελτίο. Κάποτε, η ορολογία που χρησιμοποιεί ξενίζει (π.χ., ο χαρακτηρισμός «τραβεστί» θεωρείται πλέον παρωχημένος και ευτελιστικός), όμως ο ίδιος αρνείται να χρησιμοποιήσει όρους που θεωρεί εξωραϊστικούς, όπως η «σεξεργασία», πιστεύοντας πως, σε αντίθεση με τις εργαζόμενες στην πορνεία, οι εργάτριες προστατεύονται από στοιχειώδη δικαιώματα, ενώ οι εργαζόμενες στο πεζοδρόμιο ή, χειρότερα, τα θύματα trafficking όχι…

 

Σωτήρης Ρούσσος, Η Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στη Γάζα, Έρμα

Γραμμένη σε μια στιγμή που οι ισραηλινές βόμβες ισοπέδωναν ακόμα τη Γάζα και ο κουρνιαχτός της καταστροφής δεν είχε ακόμη κατακάτσει, η σύντομη αυτή μελέτη επιχειρεί περισσότερο μια πολυεπίπεδη ανάλυση του νέου τοπίου που φαίνεται να διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή και του ρόλου που διαδραματίζουν οι περιφερειακές δυνάμεις που συμμετέχουν σε αυτό. Ο συγγραφέας και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων επιχειρεί να σκιαγραφήσει ένα ανανεωμένο ερμηνευτικό πλαίσιο, που να ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα των σύγχρονων εξελίξεων, διακρίνοντας τις δυνάμεις στην περιοχή σε κράτη ηγεμονικά (Ισραήλ, Ιράν, Σαουδική Αραβία, Τουρκία), αποτυχημένα (Συρία και Υεμένη) και κράτη-αναχώματα (Αίγυπτος και Ιορδανία), ενώ παράλληλα επισημαίνει την αυτονομία και τη δυναμική των ένοπλων μη κρατικών δρώντων. Εξετάζει τις επιδιώξεις και τις αντιφάσεις των παικτών που διεκδικούν την ηγεμονία σε αυτόν τον περιφερειακό ανταγωνισμό, ενώ υπογραμμίζει τον ρόλο εξωτερικών δρώντων, όπως είναι οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα. Σε αυτό το υπό διαμόρφωση τοπίο, το Παλαιστινιακό επανέρχεται στο επίκεντρο, ως παράγοντας αποσταθεροποίησης, αλλά και ως μοχλός ανακατανομής της περιφερειακής ισχύος. Καταγράφοντας μόνο πρώτες σκέψεις σχετικά με την επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν, που εκδηλώθηκε όταν η μελέτη είχε ολοκληρωθεί, ο συγγραφέας προσφέρει στον αναγνώστη ένα πολύτιμο εργαλείο προκειμένου να προσανατολιστεί μέσα στο ομιχλώδες και σκοτεινό τοπίο που διαμορφώνεται στη γειτονιά μας…

 

Francesca Albanese, Όταν ο κόσμος κοιμάται, μτφρ. Π.Τσιαμούρας, Τόπος

Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε, ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα κατεχόμενα από το Ισραήλ παλαιστινιακά εδάφη, αποτελεί μια μορφή με τεράστιο ηθικό κύρος – η στάση της απέναντι στη γενοκτονία που πραγματοποίησε η ακροδεξιά κυβέρνηση Νετανιάχου την ανέδειξε σε άγρυπνη συνείδηση της εποχής μας. Κι όμως, αυτή η γυναίκα, για τη θαρραλέα στάση της βρέθηκε στο στόχαστρο των ΗΠΑ και σήμερα δεν μπορεί να ανοίξει ούτε τραπεζικό λογαριασμό… Η σύνταξη και παρουσίαση στον ΟΗΕ της έκθεσής της «Ανατομία μιας γενοκτονίας» της κόστισε τον αποκλεισμό από τη δημόσια παρουσία σε χώρες όπως η Γερμανία και, βέβαια, τις συνήθεις κατηγορίες περί αντισημιτισμού. Στον ανά χείρας τόμο, που μετέφρασε ο Παναγιώτης Τσιαμούρας, συγκεντρώνει ιστορίες, λέξεις και πληγές της Παλαιστίνης, έτσι όπως τις γνώρισε και τις άκουσε όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και τώρα, κατά τη διάρκεια των πολλών ταξιδιών της στην κατεχόμενα Δυτική Όχθη και στη Γάζα. Ιστορίες που περιγράφουν τη ζωή, την ελπίδα, την αντίσταση και τον πόνο δέκα ανδρών και γυναικών που συνάντησε και συγκροτούν ένα ζωντανό αρχείο στο οποίο αποτυπώνεται με ζωηρά χρώματα η ιστορία, το παρόν και το μέλλον της Παλαιστίνης. Που μέσα από τα ερωτήματα που θέτουν εξετάζουν σε προσωπικό, στην πραγματικότητα σε μοριακό επίπεδο ζητήματα όπως οι συνέπειες της κατοχής και η παιδική ηλικία, η ζωή στην Ιερουσαλήμ, αλλά και ο αντισημιτισμός και τα γνωρίσματά του, το απαρτχάιντ και η γενοκτονία, η δημιουργία μιας καθημερινότητας που στόχο έχει την καταστροφή του παλαιστινιακού λαού, η προσφυγιά και η μνήμη και, πάνω απ’ όλα, η ελπίδα…

 

T.G. Fraser, Σε ποιον ανήκει αυτή η γη;,μτφρ. Στ.Καβαλλιεράκης, Μεταίχμιο

Το φαινομενικά ουδέτερο ερώτημα του τίτλου αφορά τη γη «από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα», όπως θέλει το πρόσφατο φιλοπαλαιστινιακό σύνθημα. Επιχειρώντας να το απαντήσει, ο συγγραφέας, ομότιμος καθηγητής ιστορίας της βρετανικής πολιτικής στον αραβικό κόσμο, ανατρέχει, μέσα από τις σελίδες του τόμου που μετέφρασε ο Στέφανος Καβαλλιεράκης, στην ιστορία της Μέσης Ανατολής από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα. Επισκοπεί, μέσα σε μόλις 400 σελίδες έναν αιώνα ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης, καθώς και τις διεθνείς της διαστάσεις, από τις παραμονές του Μεγάλου Πολέμου μέχρι και τον πόλεμο του Ισραήλ εναντίον της Χαμάς (όπως επιλέγει να τον ονομάσει). Υιοθετώντας μια αφήγηση που εστιάζει στη διπλωματική, πολιτική και στρατιωτική ιστορία της περιοχής, οδηγείται σε μια, σε μεγάλο βαθμό, «αποστειρωμένη» εξιστόρηση, χωρίς σάρκα και αίμα, από τα οποία, όπως γνωρίζουμε, είναι γεμάτη η περιοχή και η ιστορία της. Από τα 12 κεφάλαια που περιλαμβάνει, τα μισά αφορούν τη διαμόρφωση της ευρύτερης περιοχής πριν από τον πόλεμο του 1948. Τα υπόλοιπα εξετάζουν την ιστορία αραβοϊσραηλινών σχέσεων μετά την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους και την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Μονάχα το τελευταίο κεφάλαιο αναφέρεται στις εξελίξεις μετά τις συμφωνίες του Όσλο και όσα ακολούθησαν κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα, ενώ αναφερόμενος στον συνεχιζόμενο (αν δεν θέλουμε να εθελοτυφλούμε) πόλεμο στη Γάζα, επιλέγει να κάνει λόγο για «ασύμμετρο» πόλεμο και για «ανθρωπιστική κρίση», εκφράσεις φαινομενικά ουδέτερες, που όμως δεν αποδίδουν αυτό που πραγματικά συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει σε αυτή τη γη…

Προηγούμενο άρθρο  Ποιητές και αστυνόμοι (μια αληθινή ιστορία του Χρήστου Τσιάμη)
Επόμενο άρθρο«Η γυναικεία επανάσταση στη μεσαιωνική λογοτεχνία» (άρθρο του Γουσταύου Σάμιου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ