12+1 πρωτοεμφανιζομενοι (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
1902

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Οι πρωτοεμφανιζόμενοι στη λογοτεχνία είναι μια κατηγορία μόνοι τους. Δοκιμάζουν και δοκιμάζονται. Οι βραβεύσεις πρωτοεμφανιζόμενων καθιερώθηκαν στη δεκαετία του ΄90 από τον Ηρακλή Παπαλέξη, τότε διευθυντή του περιοδικού Διαβάζω. Ακολούθησαν τα Κρατικά βραβεία,  η Εταιρεία Συγγραφέων και φυσικά Ο Αναγνώστης που συνέχισε την παράδοση. Η ιδέα ήταν καλή. Επικροτήθηκε από πολλούς. Οι λίστες πρωτοεμφανιζόμενων και τα βραβεία στους καλύτερους εξ αυτών τους κάνει να ξεχωρίζουν μέσα στην πληθώρα των εκδόσεων. Δεν σημαίνει κάτι περισσότερο, πέρα από να το πεις στον καλό αναγνώστη «δες κι αυτούς». Τα βραβεία δεν προοιωνίζουν οπωσδήποτε τη συνέχεια του βραβευμένου αλλά σίγουρα του δίνουν μια ώθηση να σκύψει με μεγαλύτερη διάθεση και πείσμα στο καλλιτεχνικό πεδίο που διάλεξε. Τα Κρατικά Βραβεία με την ανελαστικότητα του κανονισμού τους (πρέπει να είναι κάτω των 35 ετών) ούτε φέτος επέλεξαν να βραβεύσουν πρωτοεμφανιζόμενους. Παλιότερα μάλιστα τους σνομπάρισαν – «δεν υπάρχει κάτι καλό σε αυτούς».  Άλλη παρεξήγηση: αρκετοί πρωτοεμφανιζόμενοι προέρχονται από σχολές δημιουργικής γραφής, κάτι που συχνά χλευάζεται. Νομίζω ότι έχουν υποχωρήσει οι απόψεις του τύπου «η λογοτεχνία δεν διδάσκεται» μιας και έγινε κατανοητό πως όλες οι τέχνες διδάσκονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι σπουδαστές γίνονται καλοί λογοτέχνες. Το ίδιο ισχύει για τους συνθέτες μουσικής, τους ζωγράφους, τους κινηματογραφιστές κ.λπ. Οπότε δείτε τους παρακάτω τίτλους πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων ως μια δυνάμει εξελισσόμενη κοινότητα λογοτεχνών. Τα χαρακτηριστικά της είναι η θεματολογική ποικιλία, η επιλογή χαρακτήρων από πολλούς ανθρωπότυπους, οι μορφολογικές αναζητήσεις, η αναζήτηση στις γκρίζες και υποφωτισμένες πτυχές της ανθρώπινης συνθήκης.

 

 

 

Αλέξανδρος Διαμαντής, Ας φύγουμε λοιπόν, Καστανιώτης

Δύο δεκαοκτάχρονοι φοιτητές, μια κοπέλα, ένα πάρτι και το Σούνιο. Ο Νίκος και ο Θεοδόσης ζουν όπως όλοι οι πρωτοετείς φοιτητές. Κοιμούνται το πρωί, κυκλοφορούν το βράδυ. Λίγη ανία, ταβέρνες, μπαράκια, ποτά, ουσίες, αρκετός χαβαλές και κυνήγι κοριτσιών. Και οι δύο αγαπούν την Δέσποινα, αλλά αυτή τους υπολογίζει μόνον ως φίλους. Ίσως και να νομίζουν ότι την αγαπούν, μάλλον είναι και για τους δύο ένα όνειρο που πρέπει να κατακτηθεί.  Στο πάρτι μιας κοινής τους φίλης θα προσπαθήσουν να ξεδιαλύνουν τη σχέση τους, μεταξύ τους και με την Δέσποινα. Στο μεταξύ ερωτοτροπούν με άλλες, την Λήδα και την Κιάρα, πίνουν μέχρι της παραβίασης του όποιου ορίου αντέχουν. Και συλλογίζονται. Οι σκέψεις τους αφορούν μόνο το παρόν. Το παρελθόν τούς είναι αδιάφορο, αν και κατά καιρούς θυμούνται τους παππούδες (όχι όμως την μητέρα ή τον πατέρα τους) ενώ το μέλλον μοιάζει να αφορά άλλους, όχι πάντως τους ίδιους. Μπλοκαρισμένοι σε αυτόν τον έρωτα που μοιάζει ρομαντικός στη φαντασία τους, θα αναμετρηθούν με τη φιλία τους. Τα πρωινά νερά της θάλασσας στο Σούνιο θα τους επιστρέψουν στην πραγματικότητα. Νεανική νουβέλα με πυκνό ασθματικό ρυθμό, όπως είναι και η ζωή των πρωταγωνιστών της, δίνει υποσχέσεις.

 

Κώστας Μιχόπουλος, Όλα χαμένα, νήσος

Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε και θαλασσινό νουάρ. Ένα νεαρό ζευγάρι κάνει διακοπές σε ένα μικρό κυκλαδίτικο νησί. Ένα πρωί πηγαίνουν σε μια ερημική ακτή και ο άνδρας που είναι μανιώδης ψαράς αποφασίζει να βουτήξει να πιάσει λίγα ψάρια, όπως λέει, και να γυρίσει γρήγορα πίσω.  Η νουβέλα αρχίζει με τον μονόλογο της κοπέλας που τον περιμένει να γυρίσει. Κοιτάει με αγωνία τον φάρο στην άκρη του κάβου, έχει ήδη βραδιάσει και ο φίλος της δεν έχει φανεί.  Ειδοποιεί το λιμεναρχείο, χωρίς να περιμένει πολλά. Στον μώλο συναντά δύο ψαράδες, τον Λευτέρη και τον Νίκο που θα βγουν στ΄ ανοιχτά για ψάρεμα. Τους παρακαλεί να την πάρουν μαζί τους ως την άκρη της περιοχής του Σκύλου, εκεί που θα βούταγε ο Άρης, ο φίλος της. Οι δύο άνδρες παραθερίζουν μαζί και έχουν παντρευτεί δίδυμες αδελφές.  Μεταξύ τους υπάρχει μια ανειρήνευτη διαμάχη που σέρνεται εδώ και χρόνια. Ο Λευτέρης μάγκας, παράτολμος και κομπιναδόρος τα καταφέρνει να ζει καλά, ο Νίκος τίμιος και με το σταυρό στο χέρι συναντά οικονομικές δυσκολίες. Σε ένα θαλάσσιο «ατύχημα» ο πρώτος παραλίγο να σκοτώσει τον δεύτερο. Έκτοτε δεν μιλάγανε. Η νύχτα κυλάει μέσα στην αγωνία, η γυναίκα και οι δύο ψαράδες ζουν έντονα, ο καθένας με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Τα ξημερώματα θα επέλθει η κάθαρση. Με πολλά πραγματολογικά στοιχεία ναυτοσύνης (σπάνια πια τη συναπαντάμε στη λογοτεχνία μιας θαλασσινής χώρας), η ιστορία ανελίσσεται με ρυθμό, η αφήγηση διαθέτει την απαραίτητη λιτότητα, οι χαρακτήρες είναι δομημένοι αδρά ενώ το σασπένς  κορυφώνεται δίνοντας ένα συναρπαστικό τέλος.

 

Γιάννης Καρκανεβάτος, Ο πατέρας δεν μιλούσε γι αυτά, Εστία

Η μνήμη και ο πόλεμος, ο πατέρας και η σκηνοθεσία. Ένα μεικτό αφήγημα, στηριγμένο σε βιωματικό υλικό, είναι το μυθιστόρημα του πρωτοεμφανιζόμενου Γ.Κ.  «Μέχρι κάποια ηλικία η μνήμη θυμίζει πατάρι· στοιβάζει ό,τι άχρηστο δεν θέλεις στα πόδια σου. Στην νεότητα οι αναμνήσεις φαντάζουν σχεδόν άχρηστες και η ζωή μία ατέρμονη γιορτή. Τη γιορτή τη ζεις, δεν προσπαθείς να την συγκρατήσεις στο μυαλό, ούτε καν την ανακαλείς. Τα χρόνια περνούν και όλο αναβάλλεις τη στιγμή που θα πρέπει να ανεβείς στο ψυχικό πατάρι να ξεσκαρτάρεις». Ο συγγραφέας ανασύρει από το πατάρι της μνήμης οικογενειακές ιστορίες τις οποίες συμπλέκει με τα προσωπικά του βιώματα και τις σπουδές του ως σκηνοθέτη. Ο πατέρας του και ο αδελφός του βγαίνουν στο αντάρτικο. Ο θείος θα μείνει για χρόνια στη Ρουμανία και θα επιστρέψει πολύ αργότερα. Ο σκηνοθέτης- αφηγητής – γιος καταγράφει τα απομνημονεύματα των δύο αδελφών.  Ο γιος -αφηγητής παράλληλα καταγράφει τη σχέση με τον πατέρα του. Ένα επεισόδιο στη θάλασσα όπου ο πατέρας πιέζει τον γιο να φορέσει τον αναπνευστήρα με τη μάσκα σημαδεύει τη μνήμη και των δύο τους. Στο κείμενό του ο  Γ.Κ. εικονογραφεί τη μνήμη. Αποτυπώνει στο χαρτί εικόνες που ανασύρονται και τις επεξεργάζεται σαν να ήταν φιλμ στη μονταζιέρα. Εκπλήσσεται κάθε φορά που ανακαλύπτει κάτι καινούργιο, πόσο μάλλον που τα δύο αδέλφια (πατέρας και θείος) μετά από τόσα χρόνια ανασύρουν γεγονότα σκληρότητας παρά ηρωισμού.  Σαν τα κομματάκια από τις σχισμένες φωτογραφίες ο αφηγητής συμπληρώνει θραυσματικά το παζλ μιας γενιάς.

 

Άρης Αλεξανδρής, Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα, Μεταίχμιο

Ο Ιγνάτιος είναι ένας ανήσυχος αλλά και προβληματικός νέος που μεγαλώνει σε ένα ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον της Κομοτηνής. Όνειρό του, που συμμερίζεται και η φίλη του Κορνηλία, να απελευθερωθεί από τα δεσμά του. Η Αθήνα και η σχολή ΜΜΕ, στην οποίαν περνούν και οι δύο δίνοντας  Πανελλαδικές είναι η χώρα της επαγγελίας. Η Κορνηλία θα ακολουθήσει το δρόμο της συνεπούς φοιτήτριας. Ο Ιγνάτιος θα γνωρίσει την Βιργινία που θα τον μυήσει στον έρωτα και θα τον εισάγει σε τρελές καταστάσεις, όπως να μπαίνουν σε αδειανά σπίτια και να κάνουν έρωτα. Ο Ιγνάτιος θα προσληφθεί σε χιπστεράδικο περιοδικό όπου το χιούμορ σε συνδυασμό με τον χαβαλέ που τον διακρίνει θα τον αναδείξει σε συντάκτη πρώτης γραμμής.  Θα απολυθεί και θα βρει δουλειά σε ένα κίτρινο έντυπο, όπου  και εκεί θα διαπρέψει. Μια αστοχία του, θα οδηγήσει σε έναν ακούσιο θάνατο και θα ανατρέψει την άνοδό του. Είναι η αρχή της κατηφόρας του. Τίποτα δεν θα πάει καλά στη συνέχεια. Η ιστορία του Ιγνάτιου ενός αφελούς αλλά και ευφυούς νέου που ακολουθεί τις εξελίξεις στη ζωή του σαν ψάρι στο ρεύμα του ποταμού, διαβάζεται ευχάριστα, κυρίως λόγω του διαβρωτικού χιούμορ του συγγραφέα. Μέσα από τα φοιτητικά χρόνια του Ιγνάτιου περνά η παθογένεια των ΜΜΕ, η ρηχότητα των κοινωνικών δικτύων και η διαφθορά του πολιτικού σκηνικού. Όμως η ιστορία αφορά τον αφελή- έξυπνο  Ιγνάτιο, το οποίον ο συγγραφέας διαγράφει με εξαιρετική διαφάνεια ως ‘ένα ανθρωπότυπο των καιρών μας.

 

Γιώργος Γούλας, Γιατί τα UFO αγαπούν το καλαμπόκι, Απόπειρα

Πίσω από τον αστείο όσο και παράξενο τίτλο κρύβεται ο δημιουργός του fanzin Big Bang και συγγραφέας πολλών διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας κυρίως στο «9» της Ελευθεροτυπίας καθώς και σε αρκετές ανθολογίες επιστημονικής φαντασίας. Αυτή όμως είναι η πρώτη συλλογή, η οποία περιλαμβάνει από τα πρωτόλεια κείμενά του μέχρι τα ύστερα. Τα διηγήματα είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους και επειδή γράφτηκαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα αλλά και γιατί ο συγγραφέας έχει δεχτεί πολλαπλές επιρροές τόσο από την pulp λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, από τους μεγάλους του είδους Μπαρκς, Λάβκραφτ, Ντίκ όσο και από τους μουσικούς της ροκ και της τζαζ. Τα διηγήματα του είναι ανθρωποκεντρικά, διαδραματίζονται σε ένα ρευστό φανταστικό χρόνο αν και οι χαρακτήρες, οι δράσεις και τα συναισθήματα παραπέμπουν στη σύγχρονη κοινωνία του δυτικού κόσμου. Με αυτή την έννοια λειτουργούν συμβολικά και διαχρονικά. Ένα επίσης ενδιαφέρον και σημαντικό στοιχείο που προσφέρει ο συγγραφέας είναι τα σχόλια του στο τέλος κάθε διηγήματος. Αυτά μας πληροφορούν όχι μόνον για το πότε τα έγραψε και με ποια αφορμή αλλά και τι σκεπτόταν τότε και πώς τα βλέπει σήμερα που τα αναπαράγει. Ο αναγνώστης δεν πρέπει να νομίσει ότι ο συγγραφέας παρουσιάζει έναν άλλο εξωγήινο κόσμο. Πιο πολύ, νομίζω, ότι σχολιάζει έναν κόσμο διαισθητικό, ασύμβατο με τον υπαρκτό κόσμο των αισθήσεων και πολλές φορές ονειρικό . Άλλοτε έναν κόσμο ανεξήγητο, τόσο πολύ, που και ο ίδιος δυσκολεύεται να τον αποκρυπτογραφήσει. Παραμένει όμως παιγνιώδης, με χιούμορ, δηκτικός, συναρπαστικός.

 

Γιάννης Δενδρινός, Σπασμένες γραμμές, Ενύπνιο

Δεν ξέρω αν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα τον Γ.Δ. μιας και παρόλο που το Σπασμένες γραμμές είναι το πρώτο του βιβλίο, εντούτοις αρκετά από τα διηγήματα της συλλογής έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες. Τα κείμενά του είναι  αφηγήσεις που διαδραματίζονται συνήθως σε μικρό χρόνο, σύντομες ιστορίες ηθογραφίας και κάποια πολύ μικρά κείμενα σαν χρονογραφήματα. Η αφηγηματική του μέθοδος στα καλύτερα των διηγημάτων του είναι αυτή του σπινθήρα που ανάβει στο τέλος μετά από μια σύντομη ιστορία την οποία όσο την διαβάζουμε δεν γνωρίζουμε ακριβώς που θα μας βγάλει. Τα θέματα του τα αντλεί από ιστορίες των γειτονιών της Αθήνα και των μικρών χωριών της επαρχίας. Οι ήρωες του επιλέγονται από όλο το ηλικιακό φάσμα αλλά υπερισχύουν οι μεγαλύτερης ηλικίας.  Διαψεύσεις, απατηλές στιγμές, ηττημένες ελπίδες, στιγμιαίες συναντήσεις που αφήνουν διφορούμενα αισθήματα,  διακατέχουν τους περισσότερους ήρωες του.  Ο κόσμος του Γ.Δ είναι θρυμματισμένος, όπως ίσως και ο τίτλος της συλλογής υπονοεί. Σε ένα χαώδη κόσμο οι άνθρωποι δυσκολεύονται να ισχυροποιήσουν δεσμούς, χάνουν το δάσος μπροστά στο δέντρο αν και αυτό το δάσος των σπασμένων ανθρωπίνων συναισθημάτων αδυνατεί να ποτίσει με χυμούς τα δέντρα του.   Αν έλειπαν κάποια μικρότερα αδύναμα κείμενα η συλλογή θα αποκτούσε μεγαλύτερη συνοχή.

 

Σπύρος Κιοσές, Τα πρωτοβρόχια, Μεταίχμιο

Η ιστορία ενός παιδιού (πιθανόν του ίδιου του συγγραφέα) που μεγαλώνει στην επαρχία. Γύρω του η στενή και η ευρύτερη οικογένεια και ο κόσμος της γειτονιάς. Αναμνήσεις από τηγανητούς κεφτέδες, σίριαλ στην τηλεόραση, παιχνίδια, μια πόρνη που «μολύνει» τη γειτονιά, το καλό παντελόνι –δώρο από την Γερμανία, ο μάγκας συμμαθητής, τα κορίτσια και γενικώς όλα αυτά που απαρτίζουν τον μικρόκοσμο μιας επαρχιακής γειτονιάς. Ο αφηγητής, Τάσος στο όνομα, κινείται στα ηλικιακά όρια μεταξύ του παιδιού και του πρώιμου εφήβου. Η αφήγηση είναι απλή συμβαδίζουσα με την ηλικία του πρωταγωνιστή. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει ότι ο Τάσος υποστηρίζει και εντοπίζει κάποια σκοτεινά σημεία στη ζωή του και σε αυτήν της οικογένειας του. Δεύτερο σημαντικό πρόσωπο στην αφήγηση είναι η γιαγιά του ήρωα, η οποία διηγείται ένα από αυτά τα σκληρά παραμύθια της λαϊκής παράδοσης. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι υπόλοιπες γυναίκες, η μητέρα του, η θεία τους, κάποιο κορίτσι, η Ιταλίδα.  Η ατμόσφαιρα είναι χαλαρή, γλυκιά, νοσταλγική, παιγνιώδης και δυναμική τόσο όσο να απορροφά τις δύσκολες στιγμές (π.χ. το διαζύγιο των γονιών). Η ιστορία , που αποτελείται από μικροϊστορίες του Τάσου, θα κλείσει με τον ερχομό θανάτων (κάτι σαν πρωτοβρόχια)  που προαναγγέλλουν μια νέα εποχή (ζωή). Νοσταλγικό.

 

Ηλίας Μπιστολάς, Χώμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα, εκδόσεις Τόπος

Νουβέλα πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα που χαρακτηρίζεται από στοιχεία υπαρξιακού «θρίλερ». Ο πατέρας δολοφονεί στο υπόγειο τον φίλο και συνεργάτη του. Χρόνια μετά ο φόνος αυτός στοιχειώνει τις ζωές των τεσσάρων παιδιών του: του πρωτότοκου Άρη, της Δήμητρας και των διδύμων Πέτρου και Αγγελικής. Ο πατέρας φυλακίζεται και απομονώνεται από την οικογένεια. Κανείς δεν πρέπει να τον ξαναδεί ακόμα και να τον σκεφτεί  με απαίτηση της μάνας. Ο Άρης μπαρκάρει και χάνεται για χρόνια. Η Δήμητρα αφοσιώνεται στα παιδιά και τη δουλειά της. Τα δίδυμα μοιάζουν να μη μπορούν με τίποτα να ξεπεράσουν το γεγονός του φόνου. Το υπόγειο έρχεται και επανέρχεται στη σκέψη τους, δεσμεύει τη ζωή τους και οδηγεί στον θάνατο. Ο σύντροφος της Αγγελικής, ο άντρας της Δήμητρας και ο Πέτρος θα έχουν ένα περίεργο λίγο-πολύ θάνατο. Η οικογένεια νιώθει ότι τα μέλη της ξεπληρώνουν ένα αιμάτινο χρέος ή όπως θα πει ο ίδιος ο συγγραφέας :   «Το έγκλημα του πατέρα λειτουργεί καταστατικά για την προσωπική μυθολογία των χαρακτήρων του βιβλίου, οι οποίοι νιώθουν πως κάθε επιλογή στη ζωή τους, συνειδητή ή όχι, σχετίζεται με τη νύχτα του φόνου».  Ατμοσφαιρική αφήγηση, λιτή, όσο και υπαινικτική γύρω από τα ερωτήματα που θίγει.

 

Βασίλης Τσιμπούκης, Συγκάτοικος, Loggia

32 ιδιόμορφα κομμάτια όπου ο αφηγητής συνδιαλέγεται με τον συνθέτη Νίκο Σκαλκώτα. Είναι μονήρης, συλλέκτης αρχείων για τον συνθέτη  και εμμονικός μαζί του, αφού στην πράξη θεωρεί ότι είναι «ο συγκάτοικος του». Πολλές φορές ταυτίζεται μαζί του και σαν σκια τον ακολουθεί στις περιπλανήσεις του ανά τον κόσμο, κυρίως στο Βερολίνο πριν την άνοδο του Χίτλερ και στην κατοχική και εμφυλιακή Αθήνα. Τον νιώθει τόσο κοντά του που κάποιες φορές ο συνθέτης τού δανείζει το παλτό του και νιώθει στην τσέπη του την κασετίνα  με τα άφιλτρα τσιγάρα και το κουτί με τα σπίρτα. Και όμως κάποιες άλλες φορές ο αφηγητής κατανοεί ότι κοροϊδεύει τον εαυτό του με αυτό το παιχνίδι. Το παιχνίδι της εμμονής αγγίζει τα όρια της τρέλας καθώς ο αφηγητής αφήνει τον εαυτό του να σέρνεται πίσω από σκιές, γεγονότα και πράγματα που καθορίζουν τον συνθέτη αλλά όχι τον ίδιον. Ο συνθέτης είναι απών και ο αφηγητής λάθος παρών. Ο συνθέτης είναι αερικό και ο αφηγητής κλεπταποδόχος. Σε μια φανταστική σκηνή στο τέλος θα τσακωθεί με τον συνθέτη προαναγγέλλοντας το τέλος του, αλλά και τη σιωπή που θα ακολουθήσει για το έργο του. Ενδιάμεσα υπάρχουν γράμματα του Σκαλκώτα σε φίλες και φίλους που σημειώνουν ελλειπτικά κάποιες από τις απόψεις του. Ο αφηγητής συμπληρώνει τη ζωή του συνθέτη με θραύσματα που συνιστούν μια διαγώνια οπτική στο έργο και τη ζωή του Σκαλκώτα. Πολύ προσωπικό βιβλίο.

 

Κώστας Μπαρμπάτσης, Λυκοχαβιά, Κέδρος

Η «Λυκοχαβιά» είναι ένα φυλακτό που φτιάχνεται από το δέρμα λύκου, το οποίο στη συνέχεια το ξέραιναν και το έβαζαν στην Αγία Τράπεζα για να λειτουργηθεί. Στο ομότιτλο διήγημα ένας νεαρός βοσκός που έχει χάσει τη φωνή του ανατρέφει ένα λυκάκι, σαν σκύλο για να φυλάει τα πρόβατα.  Όταν θα του το ζητήσουν για να πάρουν την τυχερή λυκοχαβιά του θα προβεί σε μια απονενοημένη πράξη. Ο συγγραφέας έχοντας μεγαλώσει σε ορεινές περιοχές του Αγρινίου εμπνέεται από ιστορίες που άκουσε σαν παραμύθια αλλά και από πρόσωπα, υπαρκτά που σύχναζαν στο παντοπωλείο της μητέρας του. Χρησιμοποιώντας ντοπιολαλιά που δεν παραξενεύει ιδιαίτερα αφηγείται χωριάτικες ιστορίες που κινούνται στα όρια του μύθου και της ηθογραφίας. Ο ίδιος λέει κάπου ότι μόνον αυτή τη γλώσσα θα μπορούσαν να μιλήσουν οι ήρωες του. Παρουσιάζει τη σκληρή επαρχιακή ζωή όπως κυλούσε μεταπολεμικά μέσα σε πολύ δύσκολες εποχές. Σε μεγάλο βαθμό οι ήρωες του συναντούν μεγάλα εμπόδια και ονειρεύονται την φυγή που ναι μεν θα τους απαλλάξει από το «τώρα» αλλά δεν γνωρίζουν αν μπορεί να τους εξασφαλίσει το «αύριο». Ο συγγραφέας προερχόμενος από μαθήματα δημιουργικής γραφής δίνει ένα πρώτο δείγμα, ενθαρρυντικό για την πορεία του.

 

 

Γιάννης Ξανθόπουλος, Το τελευταίο κορίτσι, Τόπος

Τον Γ. Ξ.  δεν τον λες και πρωτοεμφανιζόμενο με σενάρια, ταινίες και θεατρικά έργα αλλά το Τελευταίο Κορίτσι είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και μάλιστα στην κατηγορία του αστυνομικού. Η ιστορία εξελίσσεται στο μακρινό 1986 σε ένα χωριό της Μάνης. Ο νεαρός αστυνομικός Διονύσης Έξαρχος πηγαίνει για ελεύθερο κάμπινγκ σε μια ερημική παραλία αλλά μια ατυχία θα τον σταματήσει στο πιο κοντινό χωριό. Εκεί θα γίνει μάρτυρας σε τρεις απανωτούς φόνους και εκ των πραγμάτων θα εμπλακεί στην προσπάθεια επίλυσής τους. Οι νεκροί είναι ένας πολύπαθος πτωχευμένος και αγριεμένος αγρότης, ο αστυνομικός και ο κοινοτάρχης, ένας τοπικός «νονός».  Ο ήρωας θα συνδεθεί με την μικρή Σοφία, κόρη του νεκρού αγρότη. Θα καταφέρει να εξιχνιάσει τους δύο πρώτους φόνους αλλά η εμπλοκή του ερωτικά με την Σοφία θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον τρίτο φόνο, αυτόν του κοινοτάρχη. Ο συγγραφέας ακολουθεί τη σύγχρονη τάση που διαπιστώνουμε και σε ορισμένους άλλους έλληνες συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών όπου ο κεντρικός ντετέκτιβ γίνεται μέρος του προβλήματος που καλείται να επιλύσει, κάτι που το κάνει με επιτυχία ο Γ.Ξ. Η ιστορία του έχει ρυθμό, λιτότητα στη  χρήση των αφηγηματικών εργαλείων και καλή ανέλιξη που συντηρεί το σασπένς. Ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει καλά τον τόπο, τις συνήθειες της μικρής αγροτικής κοινότητας και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κατοίκων  της απομονωμένης αυτής περιοχής, πράγμα που προσδίδει δύναμη στα ρεαλιστικά χαρακτηριστικά της ιστορίας. Ίσως μια ανερχόμενη συγγραφική φωνή σε αυτόν τον χώρο.

 

 

Μαρία Δριμή, Ρωγμή στον τοίχο, Ιωλκός

Με μικρή προϋπηρεσία στο θέατρο και το δαδίκτυο η Μαρία Δριμή παρουσιάζει το πρώτο της έντυπο βιβλίο, μια νουβέλα. Η ιστορία αρχίζει με ένα χειρόγραφο που ο εκδότης παραλαμβάνει από τον ηθοποιό Μάρκο Σελαβή. Το απορρίπτει χωρίς να το διαβάσει αλλά η επιμονή του συγγραφέα- που τον επισκέπτεται και τον πιέζει συναισθηματικά – τον ωθεί να το διαβάσει. Και όντως αποφασίζει να σκοτώσει τον χρόνο του διαβάζοντας το. Ο ήρωας της νουβέλας είναι ο Μάρκος, ένα φοιτητής ιατρικής, αποστασιοποιημένος από παρέες. Ένα πρωί θα δει στον τοίχο του πάνω από τον καναπέ μια ρωγμή, λεπτή σαν τρίχα που στριφογύριζε και φαινόταν να μπαίνει και στο διαμέρισμα των διπλανών. Το διπλανό ζευγάρι το ντρέπονταν  και τον φόβιζε κάπως μιας και συχνά άκουγε περίεργους ήχους. Η φίλη του Άννα τον πιέζει να μιλήσει με τους γείτονες της μεσοτοιχία και να αποταθεί σε έναν μηχανικό. Ο εκδότης συνεχίζει να διαβάζει το χειρόγραφο αναλογιζόμενος πόσους συγγραφείς (ανάμεσά τους και τον γιο του) είχε πικράνει με τις απορρίψεις του. Στη συνέχεια της νουβέλας ο Μάρκος συνάπτει ερωτικό δεσμό με την φίλη του Άννα και με τη βοήθεια της γνωρίζεται με το ζευγάρι του διπλανού διαμερίσματος. Η ύπαρξη μιας κόρης ΑΜΕΑ προσγειώνει και εξελίσσει συναισθηματικά τον Μάρκο καθώς αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της που περιλαμβάνει και να της παίζει θεατρικά αποσπάσματα από μεγάλους συγγραφείς για να την ευχαριστήσει. Ανακαλύπτει ότι υπάρχει μια άλλου είδους ευτυχία στη σχέση με το θέατρο. Συμβολικό έργο γραμμένο για την ενσυναίσθηση και την πολιτισμική ευαισθησία, αρκετά πρωτόλειο όμως από την άποψη της λογοτεχνικής τελείωσης.

 

Σπύρος Βγένης, Η εποχή του ταράνδου, Αντίποδες

Ο συγγραφέας, μόλις 32 χρονών, γράφει μικρά διηγήματα μιας εικονοκλαστικής οπτικής. Ρεαλιστικά μεν αλλά χωρίς συγκεκριμένη αφηγηματική τελείωση μοιάζουν πιο πολύ με θραύσματα εικόνων και ανθρώπων. Οι ήρωες του είναι σκιαγραφημένοι ελλειπτικά, γηγενείς και αλλοδαποί, εκφράζονται με λίγες λέξεις, κινούνται σε απροσδιόριστες τροχιές. Οι αφηγηματικές τεχνικές του Σ.Β. είναι φυγόκεντρες, οι ιστορίες δεν ολοκληρώνονται, τα πρόσωπα μένουν μετέωρα. Αν και η λιτότητα των εκφράσεων του θα μπορούσε να προσιδιάζει στο καρβερικό ιδίωμα εντούτοις κινείται περισσότερο σε έναν υπερρεαλιστικό κόσμο, χωρίς συνοχή, χωρίς έρμα. Τα πρόσωπα των ιστοριών του είναι κυρίως νεαρά αγόρια και κορίτσια, χαμένοι στον κόσμο τους σκηνοθέτες ή χορογράφοι, αφελή παιδιά, ζευγάρια χωρίς συγκεκριμένο δεσμό,  άνθρωποι σαλοί, χαμένοι στον κόσμο τους ή πολλές φορές τυχαίοι- κάνουν ένα πέρασμα και δεν απασχολούν ξανά τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη. Πρόσωπα χωρίς αποτύπωμα.  Προέχει ο αποσπασματικός κόσμος και η αδυναμία της κοινωνίας να ενσωματώσει απείθαρχους, παραβατικούς ή κινούμενους σε ασύμβατη τροχιά με τους υπόλοιπους.

Προηγούμενο άρθροΑπό την μαρτυρία στη λογοτεχνία  (του Χρήστου Δανιήλ)
Επόμενο άρθροCormac McCarthy : Επιβάτες χωρίς εισιτήριο επιστροφής (του Ηλία Καφάογλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ