100 χρόνια Κάλλας (2) : Ιστορική προβολή του φαινομένου Κάλλας στον 21ο αιώνα (του Κυριάκου Π. Λουκάκου )

0
279
Η Μαρία Κάλλας στην Σκάλα του Μιλάνου/Ηχογράφηση το 1959/Φωτογραφία: AP Images

του Κυριάκου Π. Λουκάκου (*)

Το ολόγραμμα έναντι του προσώπου

Η πρόκληση της αναμέτρησης με την οικουμενική καλλιτεχνική ακτινοβολία της Maria Callas, στο κατώφλι συμπληρώσεως 100 ετών από τη γέννησή της, είναι πολλαπλή και περισσότερο σύνθετη από όσο υπολαμβάνει ο άδολος αποδέκτης των πανίσχυρων ερμηνειών της. Ιδίως όταν ο καλούμενος σε αυτήν την αντιπαράσταση είχε το προνόμιο της επί μακρόν συστηματικής παρουσίασης της βιοτικής και επαγγελματικής διαδρομής μιας καλλιτέχνιδας που συγκέντρωσε σε ευτυχή δοσολογία ένα μείγμα ποιοτήτων και συγκυριών από τα δυσεύρετα εκείνα που δομούν το «μεσσιανικό» στοιχείο στον τομέα της δράσης της. Μια παράμετρος όχι απλώς διακηρυγμένη από ιδιοφυίες, όπως ο Leonard Bernstein και ο Franco Zeffirelli, αλλά που επίσης αντανακλάται στην επικοινωνιακή της αντοχή και μάλιστα σε ψηφιακούς καιρούς της ταχύτατης ανάλωσης και διαδοχής ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης, σε σχέση με το γίγνεσθαι της εμπειρικής πραγματικότητας σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δράσης.

Με πρώτο καταλυτικό πειστήριο των εισαγωγικών ισχυρισμών μας την εν εξελίξει αυτόματη αρίθμηση 11.300.000 λημμάτων στο Google, η Κάλλας επιβεβαιώνει το αμείωτο ενδιαφέρον γύρω από την ίδια τόσο με τις συνεχείς, αλλεπάλληλες και σοβαρής τεχνικής επεξεργασίας επανακυκλοφορίες επίσημων ηχογραφήσεων και ανεπίσημων ηχητικών τεκμηρίων της, όσο και με τη σταδιακή απόδοση στη δημοσιότητα καταχωρήσεων από την εντατική αλληλογραφία της, καθώς και με την αξιοσημείωτη ροή βιβλίων γύρω από πτυχές της ζωής και λιγότερο -ίσως- της τέχνης της. Η διαδικασία παραμένει ασυνήθιστα δυναμική, αφού αναδυόμενο υλικό ανανεώνει την προσοχή ειδημόνων και εραστών και νέα βιβλία συνωθούνται σε αναζήτηση εκδοτικής αιγίδας, μεταξύ άλλων και από συγγραφείς εκ των ελαχίστων εν ζωή που αξιώθηκαν έστω περιορισμένη προσωπική ή συμβιωτική σχέση με την ίδια. Η από δεκαετιών αδιάλειπτη επαφή μας με τους ανθρώπους του «Callas Estate», φορείς των περιουσιακών δικαιωμάτων της Ντίβας, δεν εισφέρει μόνον αξιοσημείωτα στοιχεία επαλήθευσης της δραστηριότητας που περιγράψαμε, ακόμη και με τη μορφή της πρόσβασης σε παρόμοια, εισέτι ανέκδοτα, πονήματα διόλου ευκαταφρόνητου όγκου και σοβαρότητας, αλλά επιτρέπει και μιαν αδιάκριτη ματιά στην εμπορική ζήτηση του brand Κάλλας από παγκόσμιας εμβέλειας επιχειρηματικούς ομίλους.

Ιδιαίτερη αίσθηση, στο πλαίσιο ανανέωσης του ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος γύρω από τη Divina, προκάλεσε η σχετικά πρόσφατη κινηματογραφική ταινία «Maria by Callas» του Tom Wolf, που συγκεντρώνει αποκλειστικά δημόσιες και ιδιωτικές κινηματογραφικές λήψεις της πριμαντόνας ως οπτικό υπόστρωμα αποκλειστικά δικών της δηλώσεων και επιστολών με αποτέλεσμα την άμεση και ασχολίαστη αποκάλυψη πτυχών της προσωπικότητάς της, ένα είδος προσέγγισης βιογραφιών που ανακαλεί την ιστορικής σημασίας σειρά ραδιοφωνικών καλλιτεχνικών προσωπογραφιών της NDR του Αμβούργου υπό τον ενιαίο τίτλο «Das musikalische Selbstportrait». Η ταινία αυτή, που συμβολικά είχε την avant-premiere της στο Ωδείο Αθηνών, τον χώρο της καθοριστικής εφηβικής και μετεφηβικής μαθητείας της υψιφώνου, πέραν της συγκίνησης που ανανέωσε σε σχέση με το τραγικό στοιχείο της σύντομης ζωής της, προσπόρισε και την αποκατάσταση ακροτήτων όσον αφορά πτυχές της ιδιωτικής ζωής της, οι οποίες αποδείχθηκαν παραμορφωμένες από τη ζηλωτική προσήλωση στο «μαρτυρικό» στοιχείο του πεπρωμένου της.

Η διάρκεια και η απήχηση του φαινομένου της δεν λυτρώνουν μολαταύτα το ιστορικό πρόσωπο ούτε από τις αλλοιώσεις υπερβολής είτε λόγω (παλαιότερης) εχθρότητας είτε εξαιτίας λατρευτικής ακρισίας. Ιδίως, όπως κατά τεκμήριον συμβαίνει με τους επίλεκτους, στην κοιτίδα της καταγωγής ή της νεότητάς τους. Δείγματα της εχθρότητας αυτής, που και οι ίδιοι με κατάπληξη είχαμε εισπράξει σε εκδηλώσεις κατά τα πρώτα στάδια της ενασχόλησής μας με την Κάλλας, έχουν εισχωρήσει και στη σχετική βιβλιογραφία και συντηρούμε έντονη την ανάμνηση της οργής του ισόβιου καλλιτεχνικού συνοδοιπόρου της Νίκου Ζαχαρίου επ’ ευκαιρία επίκαιρης σταχυολόγησής τους από τον Τύπο. Χωρίς να αμφισβητεί την ακρίβεια της αποτύπωσης των μαρτυριών για «σκανδαλώδεις» πτυχές του βίου της νεαρής Καλογεροπούλου στην κατοχική Αθήνα, ο διάσημος βαθύφωνος απέρριπτε κάθετα την απόδοση ερωτικής ελευθεριότητας στη δυναμική αλλά άχαρη νέα. Σε συζητήσεις μας είχε επικαλεσθεί τη δική του προσωπική εμπειρία, από δεξίωση που είχαν οργανώσει στο Ντάλας των ΗΠΑ φιλότεχνοι εκπρόσωποι πετρελαϊκών εταιρειών μετά την εκεί θριαμβευτική πρεμιέρα της «Μήδειας» του Κερουμπίνι. Στη φιλική παρότρυνση του Ζαχαρίου να σηκωθεί και η ίδια να χορέψει, η εν τω μεταξύ μεταμορφωμένη σε κύκνο Κάλλας φέρεται ότι του αντέτεινε την απροθυμία της «να την πιάνει ο καθένας με τα χέρια του». Για τον παντοτινό φίλο της -και στενό δικό μας την τελευταία δεκαετία της ζωής του-, μια γυναίκα, όπως η Κάλλας που εκείνος γνώρισε, ήταν αδύνατον να έχει εμπλακεί ακόμη και σε ήπιες καταστάσεις προσφερόμενου έρωτα…

Αν η Μαρία μεγάλωνε σήμερα ή η Κάλλας ως influencer

Αν κρίνει κανείς από τηλεοπτικές προσωπογραφίες μεγάλων λυρικών καλλιτεχνών της εποχής μας, η σχεδόν αναμενόμενη κάθε φορά αναφορά του ονόματός της καθιστά τη Μαρία Κάλλας μια μετά θάνατον ιδιαιτέρως δυναμική «influencer» του χώρου, του οποίου αποτελεί έμπνευση και αναφορά. Ποια όμως θα ήταν η εξέλιξή της, αν η άχαρη διοπτροφόρος και σταδιακά υπέρβαρη μικρή γεννιόταν από τους έλληνες μετανάστες γονείς της στη σημερινή Νέα Υόρκη; Και ποια θα ήταν η εξέλιξή της μετά την εγκατάστασή της στη μεσοπολεμική Αθήνα; Θα είχε άραγε μυηθεί στη λατρεία μιας τόσο υψηλής και σύνθετης παραστατικής τέχνης, όπως το Μελόδραμα, θα ανέπτυσσε το πείσμα της τελειοθηρίας που τη διέκρινε, θα επεδίωκε την καθαρτήρια έξοδο προς την επίπονη και γεμάτη θυσίες αυτή σταδιοδρομία, θα υπέμενε με αποφασιστικότητα την ιατρικά αινιγματική διαδικασία μεταμόρφωσής της σε ίνδαλμα της μόδας, θα αποδεχόταν το βαρύ τίμημα κάθε μοιραίου έρωτα;

Η αποφατική μας εκτίμηση εδράζεται, κατά την πλέον βασική της παράμετρο, στο γεγονός ενός γενικού μετασχηματισμού κοινωνιών του ανεπτυγμένου και δημοκρατικού κόσμου, ο οποίος, στον βωμό της διεύρυνσης των κάθε είδους δικαιωμάτων και ελευθεριών, συμπαρέσυρε το συλλογικό αξιακό κέντρο βάρους από την υπεράσπιση των πάσης φύσεως καθηκόντων, ως μέτρου της ευθύνης του ανθρώπου και πολίτη, καθαιρώντας τα όρια σε κάθε είδους διεκδίκηση. Γι’ αυτόν τον λόγο υπολαμβάνουμε ότι, αν η έφηβη Κάλλας αναπτυσσόταν στο πλαίσιο κοινωνικής καθημερινότητας της εποχής μας, μετά βίας θα διέφευγε στον ονειρικό κόσμο των απόλυτων συναισθημάτων και διακηρύξεων, καθώς και των αντίστοιχων άθλων που ενσωματώνει η όπερα, προτιμώντας ενδεχομένως την προσβάσιμη πλέον αποδοχή με την «υπερηφάνεια» των αρχικών δεδομένων της, αποφεύγοντας έτσι το τεράστιο, αν και με τον δικό του τρόπο ανταποδοτικό, κόστος της συγκεκριμένης λυτρωτικής ου μην και ακανθώδους διαφυγής.

Το ίδιο εικάζουμε ότι θα συνέβαινε και σε σχέση με την εμμονή της για την απώλεια βάρους και την επίπονη, ενδεχομένως βλαπτική, επιδίωξη κατάκτησης της ομορφιάς, τόσο ως καλλιτέχνις όσο και ως γυναίκα, στόχος για τον οποίο, παρεμπιπτόντως, το ενδιαφέρον της ατόνησε, όταν απώλεσε τον έρωτα και την τέχνη.

Όσο κι αν ηχούν, λοιπόν, ελάχιστα αποδεκτά στην «δικαιωματική» εποχή μας, τα στοιχεία αναδοχής κόστους, που ανέδειξαν το εξέχον αυτό πρόσωπο και την υψηλή, ιδιωματική τέχνη του ως συγκλονιστική, είναι τα ίδια τα οποία υπαινίσσεται η αρχαία λατινική ρήση «per aspera itur ad astra». Η συνολική μετάβαση από κοινωνίες της «μείζονος» σε άλλες της «ήσσονος προσπαθείας», ο αποπολιτισμός που επιφέρει η αντικατάσταση της βαθιάς και συστηματικής αφιέρωσης στη μελέτη και τον αναστοχασμό χάριν φευγαλέας και επιφανειακής αντιληπτικής διαδρομής κειμένων και λοιπών ερεθισμάτων, καθώς και η αποδιοργανωτική και διευρυνόμενη ανάλωση χρόνου σε υπερβολή τεχνολογικής επικοινωνίας ή της ψευδαίσθησής της, δεν εμπνέουν την αισιοδοξία για  ουσιαστική αμφισβήτηση των «πρωτείων» της Ελληνοαμερικανίδας από επίγονό της στο ορατό μέλλον, κυρίως επειδή το μοναδικό της επίτευγμα προϋποθέτει αφ’ ενός ανυπόκριτο σεβασμό προς την πρώτη ύλη της τέχνης και τις κοπιώδεις, απαράκαμπτες συμβάσεις της και, αφ’ ετέρου, προς το ίδιο το έργο ως δραματικό και μουσικό κείμενο, παράμετροι που ανέκαθεν υπηρετούν ινδάλματα, όπως η Κάλλας ή ο Τοσκανίνι.

Υπό την έννοια αυτή, η βασική εκπαιδευτική αρετή που εκπέμπει το παράδειγμα της Κάλλας είναι η de profundis, οιονεί μοναστική, άκρας ταπεινότητας αφοσίωση στον συνθέτη, τον λιμπρετίστα και το έργο, τόσο στο πεδίο ακεραιότητας της απόδοσής του όσο και σε εκείνο του ενστερνισμού των ανθρώπινων χαρακτήρων και του τραγικού ή άλλου μεγέθους τους. Μια διαδικασία εσωτερικής και ενίοτε εκστατικής διάστασης και ανάτασης, προφανώς αντίρροπη σε απόπειρες αφελούς αναπαράστασης του τύπου των θεαμάτων της Μαρίνα Αμπράμοβιτς ή υποκατάστασης από ολογράμματα, που φαίνεται να προτείνονται αβασάνιστα και προσβλητικά για μια μορφή τόσο αρχετυπικά αναγνωρίσιμη. Όπως προσβλητική καταλήγει επετειακή πολυτελής συσκευασία σοκολάτας που διατίθεται (και;) στην Εθνική Λυρική Σκηνή, όπου, πλάι στη μορφή και το όνομά της, παρατίθεται ανορθόγραφη η «greeklish» αναφορά στην «Toska»!

(*) Ο Κυριάκος Π. Λουκάκος είναι Κριτικός Μουσικής, Επ. πρόεδρος Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον τόμο ΕΠΙΛΟΓΟΣ 2023

 

Προηγούμενο άρθρο100 χρονια Κάλλας (1) : Η «Αθηναία» Μαρία Κάλλας (του Αλέξανδρου Χαρκιολάκη)
Επόμενο άρθροΓιώργος Βέης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ