Υπάρχουν ιστορίες πιο τρομαχτικές απ’ τη ζωή; (της Δέσποινας Παπαστάθη)

0
268

της Δέσποινας Παπαστάθη

 

 «Η αγάπη είναι το κλειδί της ζωής μας, τα νεκρά αισθήματα είναι βρικόλακες. Προσωπικά, με τρομάζουν. Αλλά και η ευτυχία δεν είναι δεδομένη», γράφει η Ελιάνα Χουρμουζιάδου αποδίδοντας στις φράσεις αυτές με ακρίβεια και ενσυναίσθηση τον πυρήνα του νέου της μυθιστορήματος με τίτλο Μια τελευταία επιστολή αγάπης (Πατάκης, Αθήνα 2022).

Η Ντόρα Τσάκου, επιμελήτρια εκδόσεων τραυματίζεται σοβαρά σε τροχαίο, στο οποίο σκοτώνεται ο εραστής της Τάκης Γαζής, συμβολαιογράφος, πριν προλάβει να δημοσιεύσει το μυθιστόρημά του, μια ιστορία αγάπης μεταξύ δύο «αταίριαστων» ανθρώπων στην Αθήνα της εκπνοής του 20ου αι. Η Αριστέα Κατή, η Τέα, μια γυναίκα, ακτιβίστρια, μεταπτυχιακή φοιτήτρια, θα γνωρίσει έναν σαραντάρη αρχιτέκτονα, γόνο πλούσιας οικογένειας του Κολωνακίου και θα αναπτυχθεί μια συνηθισμένη (είναι άραγε;), αλλά ιδιαίτερη για τον ήρωα ερωτική σχέση. Η Ντόρα αγωνίζεται ενάντια στο κενό και τους εφιάλτες της απώλειας, αλλά και της αναζήτησης ταυτότητας σε μια σχέση που ήταν το τρίτο πρόσωπο. Ο εύπορος αστός επιδιώκει εναγωνίως την αγάπη και την προσοχή της Τέας, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει την οικογένειά του και να βιώσει την αγάπη που στερήθηκε στη ζωή του.

Δυο παράλληλες και αλληλοσυμπληρούμενες ιστορίες, δύο μυθιστορήματα, το ένα εγκιβωτισμένο στο άλλο, στα οποία η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από τον πρωταγωνιστή της καθεμιάς, αποδίδουν με γλαφυρότητα –αν και συχνά με περιττές περιγραφές και κάπως φλύαρη διάθεση– καθημερινές ιστορίες αγάπης και μίσους, αφοσίωσης και προδοσίας, μνήμης και λήθης, πίστης και απιστίας, ελπίδας και απελπισίας, ζωής και θανάτου. Υπάρχουν, άραγε, ιστορίες πιο τρομαχτικές από τη ζωή; Το μυθιστόρημα της Χουρμουζιάδου είναι απόδειξη πως η λογοτεχνία μπορεί να αποδώσει ιστορίες, αν όχι πιο τρομαχτικές, τουλάχιστον το ίδιο επώδυνες με αυτές της ζωής. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τον αγώνα των ηρώων για επιβίωση μετά από την απώλεια και τη μοναξιά του χωρισμού και της εγκατάλειψης. Και στις δύο περιπτώσεις, τόσο η Ντόρα, όσο και ο αρχιτέκτονας, κατορθώνουν μέσα από μια οδυνηρή συναισθηματικά, ακόμα και σωματικά, πορεία, να ισορροπήσουν, να σταθούν πάλι στα πόδια τους και να διεκδικήσουν το μερίδιο της ευτυχίας που τους αναλογεί. Η πληθώρα των στοιχείων της πολιτικής και κοινωνικής επικαιρότητας που συμπληρώνει τις ιστορίες των δύο αφηγητών και τα ποικίλα πολιτικά σχόλια που κάνουν, προσδίδουν στο βιβλίο την αυθεντικότητα και εγρήγορση του κοινωνικού μυθιστορήματος. Η συχνή αναφορά σε πρόσωπα και γεγονότα της επικαιρότητας, αλλά και της σύγχρονης προς τον χρόνο της ιστορίας ειδησεογραφίας εμποτίζει τη μυθοπλασία με την ισχύ της τεκμηρίωσης. Η αφήγηση απεικονίζει πειστικά τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, σκιαγραφώντας τον κόσμο τους με στερεότητα και λεπτομέρεια. Παράλληλα, οι ενέργειες και οι επιλογές των ηρώων και η μεταξύ τους αλληλεπίδραση φωτίζονται από τα έσω και έξω κίνητρα τους, θέτοντας στο κέντρο της αφήγησης την πολύπλευρη εξέλιξη και ωρίμανσή τους, σχηματοποιώντας, έτσι, χαρακτήρες αληθοφανείς και καθημερινές εμπειρίες.

Το μυθιστόρημα της Ελιάνας Χουρμουζιάδου, ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα ακόμη κοινωνικό μυθιστόρημα με θέμα τον έρωτα, τον θάνατο, το πένθος και την επιθυμία της παρηγοριάς, τους ποικίλους και κάποτε αντικρουόμενους ρόλους του ατόμου. Πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο η συγγραφέας αναμετριέται με τη δημιουργική διαδικασία της λογοτεχνίας, τη γραφή και τη δυνατότητά της να θεραπεύσει, να ανακουφίσει τον αναγνώστη από τα δεινά της ζωής. Στο Μια τελευταία επιστολή αγάπης αφθονούν τα σχόλια για τη γέννα της γραφής, τις πηγές έμπνευσης του συγγραφέα, την πραγμάτευση της θεματικής του, τη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας, αλλά και τον ρόλο των εκδοτών στην υλοποίηση του οράματος του. Η συγγραφέας του ανά χείρας μυθιστορήματος γράφει για συμβάντα της καθημερινότητάς μας, στα οποία «η φαντασία επιβάλλεται στη μνήμη», (σ. 226), τοποθετώντας την αφήγηση «ένα σκαλοπάτι πάνω –ή κάτω– από την πραγματική ζωή». (σ. 226)

 

Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Μια τελευταία επιστολή αγάπης, Πατάκης

Προηγούμενο άρθροΟι ήχοι των τοπίων της λογοτεχνίας (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)
Επόμενο άρθροΑπονομή των Βραβείων 2022 της Εταιρείας Συγγραφέων

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ