της Χρύσας Κουράκη
Το ενδιαφέρον για τα παιδικά βιβλία γνώσεων τη σύγχρονη εποχή συνεχώς αυξάνεται τόσο σε εκδοτικό όσο και σε αναγνωστικό και ερευνητικό επίπεδο. Προκειμένου να γίνουν ελκυστικά στους αναγνώστες, να κινήσουν το ενδιαφέρον και την περιέργειά τους, να τους εμπλέξουν στην κατασκευή της γνώσης, μεταχειρίζονται ποικίλους, ευρηματικούς τρόπους τόσο στο κείμενο και στην εικόνα όσο και στα περικειμενικά τους στοιχεία. Η υλική μορφή των βιβλίων καθορίζει το περιεχόμενό τους, καθώς δεν διαφοροποιεί μόνο τον τρόπο ανάγνωσής τους, αλλά μεταμορφώνει το μέσον που δομεί τη σχέση των λέξεων με τον κόσμο. Ταυτόχρονα, τα υλικά τους χαρακτηριστικά (μέγεθος, σχήμα, δέσιμο, ποικιλία χαρτιών και υλικών των σελίδων, κοπτικά, ανοιγόμενα στοιχεία, pop-ups, σελίδες που ξεδιπλώνουν κ.α.) επιδρούν στη σωματικότητα της ανάγνωσης και στην ενεργητική εμπλοκή του αναγνώστη. Η πράξη της συμβατικής ανάγνωσης μετασχηματίζεται και πλέον επιτελείται μέσω του σώματος και των αισθήσεων, γεγονός που συμβάλλει στη συγκρότηση νοήματος και στην κατανόηση του περιεχομένου.
Παρόλο που η υλικότητα του βιβλίου αποτελεί κατεξοχήν πρακτική στις εκδόσεις βιβλίων γνώσεων που φτάνουν στη χώρα μας σε μεταφράσεις από το εξωτερικό, η εγχώρια παραγωγή διαθέτει ελάχιστα αντίστοιχα δείγματα. Το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Ηλιόπουλου, Η Ακρόπολη και το Μουσείο της, σε εικονογράφηση των Stephen Livanos & Κέλλυ Καλογήρου από τις εκδόσεις Μέλισσα, αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή των βιβλίων για παιδιά που έχουν γραφτεί για την Ακρόπολη και το Μουσείο. Η Γλαύκα, το ιερό πουλί της Αθήνας, συστήνεται στον αναγνώστη, ο οποίος την ακολουθεί στην περιδιάβασή της στην είσοδο, στους ορόφους και στις αίθουσες του μουσείου, σε μια προσομοίωση της πραγματικής περιδιάβασης ενός επισκέπτη και του βλέμματός του, το οποίο ενώ περιηγείται στον χώρο, στέκεται μόνο σε ορισμένα εκθέματα. Η επιλογή του Βαγγέλη Ηλιόπουλου να αναφερθεί σε περιορισμένο αριθμό εκθεμάτων αποτελεί μια παιδαγωγικά συνειδητή επιλογή, καθώς γνωρίζει πολύ καλά πως η επίσκεψη σε ένα μουσείο για τα παιδιά πρέπει να είναι μια ενδιαφέρουσα και όχι κουραστική ή βαρετή εμπειρία. Ως εκ τούτου, μέσα από τη δική του ματιά, ξεχωρίζει εκθέματα από κάθε χρονική περίοδο και όροφο του μουσείου, τα οποία αφενός είναι αντιπροσωπευτικά, αφετέρου κρύβουν μυστικά, μυστήρια και ιστορίες που παρακινούν τον αναγνώστη να ασχοληθεί και να δημιουργήσει μια προσωπική σχέση μαζί τους.
Έτσι, εκθέματα που ίσως από κάποιον περνούν απαρατήρητα, όπως το αγνώστου κατόχου σανδάλι που βρίσκεται πάνω σε μια τεράστια μαρμάρινη στήλη, το συναρπαστικό βλέμμα που συναντά κανείς σε μια πέτρινη στήλη για τάματα στην είσοδο του μουσείου και ο «κουρασμένος» κουβαλητής της υδρίας που βρίσκεται στη βόρεια ζωφόρο του Παρθενώνα, συνιστούν σημεία της υποκειμενικής εστίασης της προσοχής του συγγραφέα. Το κοπτικό παραλληλόγραμμο στοιχείο που υπάρχει στο εξώφυλλο του βιβλίου, ουσιαστικά προ(σ)καλεί τον παιδί να κάνει τις προσωπικές του επιλογές και να εστιάσει στα εκθέματα που προκαλούν το δικό του ενδιαφέρον. Λειτουργώντας ως φωτογραφικό καρέ, παρακινεί τον αναγνώστη ανοίγοντας το εξώφυλλο, να τοποθετήσει σε αυτό το βλέμμα του, να εξερευνήσει και να περιορίσει το οπτικό του πεδίο σε προσωπικά επιλεγμένα σημεία. Με τον συγκεκριμένο τρόπο η σύγχρονη φιλοσοφία της επιλεκτικής επίσκεψης των εκθεμάτων ενός μουσείου που διέπει όλο το βιβλίο, μεταφέρεται και στην υλική του υπόσταση καθιστώντας το πέρα από συμβολικό φορέα γνώσεων και φυσικό αντικείμενο.


Ωστόσο, η αφηγηματική -όπως εξάλλου και η πραγματική- περιήγηση δεν ξεκινά με τα επιμέρους εκθέματα. Η έναρξη γίνεται από την ανασκαφή που βρίσκεται στο υπόγειο του μουσείου κάτω από το γυάλινο πάτωμα, επιφυλάσσοντας την πρώτη έκπληξη στον αναγνώστη. Το δισέλιδο του βιβλίου ξεδιπλώνεται επεκτείνοντας τον χώρο της ανάγνωσης, οπτικοποιώντας και κάνοντας «απτή» την έκταση της γειτονιάς που βρίσκεται στους πρόποδες του Ιερού Βράχου.


Γυρνώντας σελίδα η ανηφορική είσοδος του μουσείου, που μιμείται την ανοδική πορεία στην Ακρόπολη, εμφανίζεται με την οπτική που έχει και ο επισκέπτης, επιτρέποντας στον αναγνώστη να αποκτήσει έστω και νοητά την αίσθηση του χώρου. Από εκεί και πέρα κάθε σελίδα ή δισέλιδο του βιβλίου αφιερώνεται σε ένα έκθεμα, το οποίο αποτυπώνεται εικονογραφικά χρησιμοποιώντας τη χρωματική παλέτα που υπήρχε και στην αρχική μορφή της Ακρόπολης. Αυτή η παλέτα έχει αξιοποιηθεί και στο σύνολο του βιβλίου και αποκαλύπτεται στον αναγνώστη μέσα από μια αναδιπλούμενη σελίδα που είναι αφιερωμένη στο άγαλμα της Πεπλοφόρου. Η τακτική των αναδιπλούμενων σελίδων που ανοίγουν στο πλάι, ακολουθείται σε όλο το βιβλίο, έχοντας ως αποτέλεσμα την επέκταση του αναγνωστικού χώρου, αλλά και την αποκάλυψη επιπλέον πληροφοριών, σχεδίων και εικόνων που εμπλουτίζουν, διευκρινίζουν, επεξηγούν το βασικό πληροφοριακό κείμενο. Η τοποθέτηση των συγκεκριμένων πληροφοριών σε ένα «κρυφό» σημείο δίνει την ευκαιρία στο παιδί είτε να αποκαλύψει επιπλέον πληροφορίες είτε να τις προσπεράσει και να επανέλθει σε αυτές κάποια άλλη στιγμή, δίνοντας τη δυνατότητα της αποσπασματικής ανάγνωσης, η οποία χαρακτηρίζει την ειδολογική κατηγορία του βιβλίου γνώσεων.
Και καθώς το βιβλίο ακολουθεί την πραγματική αρχιτεκτονική του μουσείου, καταλήγοντας στον τρίτο όροφο και στην αίθουσα του Παρθενώνα, η αποτύπωση τόσο των επιμέρους στοιχείων του ναού, όσο και η λοξή δόμηση του μουσειακού ορόφου, προκειμένου να προσφέρει άμεση οπτική επαφή με τον βράχο της Ακρόπολης, αποδίδονται και πάλι υλικά. Οι πλάγια τοποθετημένες ένθετες σελίδες που ανοίγουν σε επίπεδα με τη λογική των γαλλικών παραθύρων (French doors), στο πρώτο άνοιγμά τους αποκαλύπτουν την κάτοψη του ναού, ενώ σε ένα δεύτερο ξεδίπλωμά τους απεικονίζουν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς. Το μέγεθος και η μεγαλοπρέπεια του αγάλματος ενσαρκώνεται στις κάθετα ανοιγόμενες σελίδες, οι οποίες επιτείνουν οπτικά και υλικά την κειμενική πληροφορία των διαστάσεων και των υλικών κατασκευής του αγάλματος.
Το βιβλίο κλείνει με την παρότρυνση του συγγραφέα στον αναγνώστη να επισκεφτεί το μουσείο, να σχεδιάσει και να ακολουθήσει -αν θέλει- τη δική του διαδρομή. Το βιβλίο που κρατά στα χέρια του αποτελεί ουσιαστικά ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα προσαρμοσμένο στις ανάγκες των παιδιών, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός σε μια επικείμενη επίσκεψή τους ή μέχρι τότε ως νοητή περιδιάβαση στους χώρους και τα εκθέματα του Μουσείου της Ακρόπολης. Η «συνομιλία» των εικόνων, των συνοδευτικών κειμένων και των υλικών στοιχείων του βιβλίου επιτρέπουν στον αναγνώστη του να γνωρίσει τον χώρο σαν να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του. Στόχος του είναι η βιωματική εξοικείωση με τον αρχαίο κόσμο μέσα από την ατομική ανακάλυψη και όχι με τον βομβαρδισμό γνώσεων, όπως επισημαίνει και ο Καθηγητής Δημήτριος Παντερμαλής στο προλογικό του σημείωμα. Με την ευρηματική οργάνωση της γνώσης, την καλαίσθητη εικονογράφηση και τον προσεκτικά σχεδιασμένο χειρισμό της υλικότητάς του το βιβλίο μετατρέπεται σε μια αισθητηριακή εμπειρία εξερεύνησης, που ενθαρρύνει τον αναγνώστη στην περαιτέρω διερεύνηση και προσωπική εμπλοκή με την Ιστορία και τον πολιτισμό.












![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Η Ακρόπολη και το Μουσείο της, Εικ. Stephen Livanos & Κέλλυ Καλογήρου, Εκδ. Μέλισσα, 2025



