Το συγγραφικό σύμπαν του Γιάννη Ευσταθιάδη (της Άννας Λυδάκη)

0
313

.

της Άννας Λυδάκη  (*)

Στους δύο τόμους του Γιάννη Ευσταθιάδη είναι συγκεντρωμένα μικρά πεζά (2002-2013) και διηγήματα (1993-2020), στα οποία ο συγγραφέας «συνομιλεί» με έμψυχα και άψυχα, με παρόντες και απόντες, θυμάται και αφηγείται… Με ασκημένες τις αισθήσεις του συλλαμβάνει εικόνες, ήχους, οσμές, γεύσεις και αγγίγματα και δημιουργεί πραγματικότητες πέρα από την πραγματικότητα, πέρα από τα προφανή, ιστορίες μοναδικές, ανθρώπινες που συναρπάζουν και συγκινούν.

Στη συλλογή Με γεμάτο στόμα 2002 την πρωτοκαθεδρία των αισθήσεων έχουν η γεύση και η όσφρηση που ανακαλούν αναμνήσεις:   «Γιατί κλείνω τα μάτια κάθε φορά που δοκιμάζω μια δυνατή γεύση; -Δεν είναι απλώς η απόλαυση… Προσπαθείς να θυμηθείς», γράφει, γιατί «η τροφή δεν περνά μόνο μέσα από το σώμα, αλλά και το πνεύμα…».

Ο συγγραφέας ομολογεί πως το πρώτο γάλα, το τόσο καλής ποιότητας, τον έμαθε να απολαμβάνει το εύγευστο και το εύοσμο: Το μήλο και τα σύκα του πρώτου αλφαβητάριου, τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου μαϊντανού από ένα άγγιγμα στα μάγουλα το 1953, τις νιφάδες δημητριακών που μοιάζουν με νιφάδες χιονιού, το παγωτό ξυλάκι που θα έτρωγε αν δεν είχε μουντζούρες στην αντιγραφή του, ένα γλυκό σταφύλι από ροζακί… Θυμάται και παραδέχεται πως οι φακές της γιαγιάς με μουσική υπόκρουση το «Ασ’ τα μαλλάκια σου» άξιζαν τα πρωτοτόκια, ενώ ψίχουλα στην τσέπη από μια φέτα ψωμί με ζάχαρη τον τρέφει ακόμα. Και μισές φέτες πορτοκαλιού μες στο σιρόπι επαναφέρουν κάτι από τον ήλιο που έδυε εκείνα τα κυριακάτικα απογεύματα…

Ο Ευσταθιάδης παρατηρεί και αφήνει τη φαντασία του να πλάθει ιστορίες για την άδεια καράφα, το μπλέντερ, το μήλο στη φρουτιέρα που του θυμίζει τον  Γουλιέλμο Τέλλο, για τη φωτογραφία με τον πατέρα να κρατά ένα ψάρι (ίσως αυτό να τον τράβηξε στο βυθό)… Και το άδειο τραπέζι με τα αποφάγια είναι σαν τα λείψανα πένθιμων απορριμμάτων.

Τα Γραμμένα φιλιά 2006 Νικόλας Ευσταθιάδης 26.9.72-25.12.97 είναι γραμμένα για εκείνον που χάθηκε για πάντα με «υπερβολική ταχύτητα», για μιαν αναίτια απουσία που άφησε έναν πόνο απερίγραπτο. Τι θα μείνει από τη μνήμη; αναρωτιέται ο Ευσταθιάδης και απαντά: Φευγαλέες εικόνες, απόμακροι ήχοι, ψίθυροι, μυρωδιές, αγγίγματα, φωτογραφίες στάσιμες… Ο πατέρας αγγίζει όσα άγγιξε εκείνος και θέλει να θυμάται, να μη συνηθίσει την απουσία, να μη λησμονήσει. Όμως δεν θα γίνει αυτό, αφού σε κάθε τι υπάρχει το πρόσωπο του απόντα, στα αγάλματα που παίρνουν τη μορφή του, στις βιτρίνες και στο νερό όπου εκείνος αντικατοπτρίζεται… «Υπάρχεις πανταχού απών, σε όλα τα φθινόπωρα που ξαναρχίζουν ίδια… σε αντικρίζω σε υπαίθριους χώρους Παιδικής Λύπης… σε ανεξήγητα, παράξενα όνειρα»

Το «μη, πρόσεχε» μιας καθημερινότητας του γονιού προς το παιδί γίνεται ένα σπαρακτικό «μη φύγεις». Εκείνος φεύγει όμως: «Χαμένος σ’ ένα κομμάτι αστρικού μη χρόνου, ίπτασαι… Πολυάχρονος πια. Κι εγώ, λέει ο πατέρας, σαν δύτης βουτώ ξανά στα λιμνάζοντα ύδατα της νοσταλγίας… πώς να ζήσω σ’ έναν κόσμο που δεν πρόλαβα να γνωρίσω μαζί μ’ εσένα;».

Στη συλλογή Πορσελάνη. Διηγήματα για νεκρές φύσεις 2008 ο Ευσταθιάδης «ακούει» τις ομιλίες αψύχων και βλέπει σ’ αυτά μορφές απόντων όπως σ’ εκείνα τα κλειδιά σ’ ένα καλαθάκι, που δεν θυμάται πια ποιες πόρτες ανοίγουν και τώρα φαίνονται πρόσωπα με εγχάρακτη στο μέταλλο την παλαιά τους νεότητα. Ο παλιός σκελετός γυαλιών, χωρίς τους φακούς του, «μοιάζει με ναυάγιο παλιό, και οι τρύπες του, σαν φινιστρίνια μνήμης, καλύπτονται από την υγρή μαλακή πάχνη των ευτυχισμένων εικόνων που κάποτε είδε» και «ένα μικρό ποτήρι, που μ’ αυτό συλλάβιζαν άλλοτε φωνές των πεθαμένων κυλά τώρα απαλά στη χάρτινη επιφάνεια της μνήμης».

Η «ύλη, μολονότι νεκρή, διατηρεί, θαρρείς, μια διαρκή ενότητα» γράφει ο Ευσταθιάδης και «μιλά» συνεχώς, θα συμπλήρωνα, αφού του αφηγείται, του «υπαγορεύει» αναμνήσεις για να τις καταθέσει στο χαρτί. Η παλιά καπαρντίνα τού λέει για το σώμα που φθάρηκε και το μνήμα μιας Ελβίρας στη Φλωρεντία για τον παντοτινά άσβεστο πόνο. Τέσσερις ταινίες 8mm σε μεταλλικό κουτί ασπρόμαυρες ή έγχρωμές, με ήχο ή χωρίς φέρουν προ ομμάτων περασμένες γιορτές. Στον βακελίτη του παλιού τηλεφώνου έχουν αποθηκευτεί όλες οι αγαπημένες φωνές και στη συσσωρευμένη στάχτη της πίπας είναι ένας παρελθών έρωτας και απόγνωση…

Τώρα «οι λέξεις έγιναν σιωπή και εγκλωβίστηκαν σε μαύρο κέλυφος μοναξιάς» όμοια με τη μοναξιά της γραφής και «μέσα από τα κείμενα αντλεί τη διαρκή νεότητα του μη τετελεσμένου, δαγκώνοντας κατά στιγμές την άκρη του στιλό, σαν κίβδηλο νόμισμα ανάμεσα στα δόντια».

Μπροστά στον Καθρέφτη, 2010 ένας οπλίτης βλέπει εικόνες και οι αναμνήσεις του παίρνουν μορφή και σώμα, ο καθαριστής γίνεται τις νύχτες χορευτής με τον γνωστό, αόρατο συνοδό του και ο σκοτεινός κουρέας «κόβει σύρριζα τα παιδικά χρόνια», ο  μοναχικός θαμώνας ανταλλάσσει χαμόγελα με μια γυναίκα μέσα από τον καθρέφτη του μπαρ, όμως φοβάται πως ίσως η γυναίκα αυτή δεν μπήκε ποτέ στο μπαρ, δεν υπάρχει…

Στα διηγήματα του Καθρέφτη ο Ευσταθιάδης γράφει για ανθρώπους που δεν βλέπουν απλώς το πρόσωπό τους να καθρεφτίζεται, αλλά τα όνειρα, τις επιθυμίες, τους φόβους και τα φαντάσματα που «ζωντανεύουν» μέσα σ’ αυτόν. Όμως, συνήθως «αμαθείς εμείς βλέπουμε στον καθρέφτη μόνο τον εαυτό μας, αντικαθρεφτιζόμαστε και το ‘δημιουργό πνεύμα’ δεν έρχεται». Και όταν «η πίσω επίστρωση του παλιού βενετσιάνικου καθρέφτη μαδήσει, τότε από αυτά τα κενά, σκέφτεται ότι, χάθηκαν εκείνοι που αγάπησε «όλοι περνούν και μπαίνουν στις γόνδολες, πάντα χωρίς αποσκευές και φεύγουν».

Στη συλλογή Εκατό 2013, εκατό κείμενα για το εκατό, είναι γραμμένα 99 κείμενα. Το εκατοστό μένει σιωπηλό, μια λευκή σελίδα…

Ο αριθμός εκατό –«ρόδο εκατόφυλλο που μαραίνεται με τον χρόνο»- εμπνέει μικρές υπέροχες ιστορίες: Το λευκό φόρεμα μιας γυναίκας που δεν το φόρεσε ποτέ, ίσως ταιριάζει με το χρώμα του χώματος στα 100 της χρόνια. Μια άλλη, που παίρνει αγάπη, φωτίζεται από έναν λαμπτήρα 100 κηρίων και ένας ερωτευμένος χαρίζει στη γυναίκα που αγαπά μια κάρτα σαν πιστωτική με 100 προνόμια για να τον ελέγχει και να του δείχνει την αγάπη της. Ένα δωμάτιο με τον αριθμό 100 μπορεί να είναι σε ξενοδοχείο ή σε νοσοκομείο‧ όμοια και στα δύο η μοναξιά. Απόντες τώρα πρωταγωνιστές μιλούν για εκατό παραστάσεις στη ραδιοφωνική εκπομπή του Αχιλλέα Μαμάκη… και ο ωρολογοποιός που θέλει να κάνει τον χρόνο πιο φιλικό το μόνο που καταφέρνει είναι να εξαπατήσει τον εαυτό του.

Ο Ευσταθιάδης γράφει ακόμη για τον ζωγράφο που έφτιαξε σιγά σιγά ένα ψηφιδωτό που δεν είχε ούτε λέξεις ούτε εικόνες, αλλά τους ήχους του έρωτα και της μοναξιάς, την αφή του χρόνου και την ασπρόμαυρη γεύση του θανάτου… Η μνήμη δεν είναι μόνο παρελθόν και η ποίηση είναι ο καλύτερος τρόπος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας, σχολιάζει σε μια από τις ιστορίες του.

Στο Δωμάτιο παντού 2005 ένα ενυδρείο και πελάτες, που επιλέγουν ποιο ψάρι θα φαγωθεί, ωθούν σε σκέψεις για τον ανθρώπινο εγκλεισμό και τη μοιραία επιλογή εκείνων που θα χαθούν.

Ο συγγραφέας συλλαμβάνει κι εδώ αόρατα μηνύματα και δημιουργεί: Ένας πιανίστας σε μπαρ που ονειρευόταν μια καριέρα πιανίστα τώρα αισθάνεται στα δάκτυλά του τη μυρωδιά και τη γεύση από ματωμένες σάλτσες. Ο διαβητικός χωρίς τη ζάχαρη δεν έχει πια παιδικά χρόνια και ένας Βλοντάκης δεν πίνει ποτέ κόκκινο κρασί γιατί μ’ αυτό πλένει τα οστά νεκρών. Ο βασιλιάς Αλέξανδρος ρωτά παράξενα θαλασσινά όντα αν ζει η γοργόνα:

«Όταν δεν παίρνει απάντηση, συννεφιάζει (μαζί και ο ουρανός) κι ανασαίνει τόσο βαριά, ώστε σηκώνει ένα ρυτιδιασμένο κύμα. Μα όταν κάποιο ηχηρό στις κλειδώσεις οστρακόδερμο του απαντήσει πως γοργόνες δεν υπάρχουν πια, τότε οργίζεται και, βγάζοντας όστριες μέσα από το στόμα του, καβαλά τον Βουκεφάλα ιππόκαμπο και, επί των υδάτων καλπάζοντας, θανατώνει όλα τα ψάρια».

Ένας σκληρός δίσκος μνήμης επαναφέρει όλες τις αναμνήσεις, και αυτές που δεν αντέχονται. Και εκείνος «θέλει ο κόσμος να γίνει ένα δωμάτιο με τέσσερις τοίχους, ένα λευκό κελί που να το προστατεύει από την ακτινοβολία της ανάμνησης, που να τον κάνει να περπατήσει στη λευκή ρυμοτομία του τίποτα. Θέλει ένα τέτοιο δωμάτιο παντού».

Άνθρωποι από λέξεις και ένα γράμμα, το Ε, («Ο Έψιλον έρως») γίνεται γλώσσα – λαβύρινθος που περιέχει εκείνη: «Γίνε σκιά των ονείρων της. Παραδώσου της. Αφιερώσου σ’ αυτήν. Αφέσου και ταξίδεψε στις σιωπές της. Να θυμάσαι: κάθε ουσιαστική σιωπή είναι μαζί και άγνοια και σοφία… Μην ορίζεις τον έρωτα (υπάρχουν τόσοι άλλοι πρόθυμοι να το κάνουν), ζήσε τον…»

Ο Λεωνίδας Ραγούσης μιλά για τις κονσέρβες του, ένα «μικρό ενυδρείο», όπου οι σαρδέλες θα κολυμπούν σε ανόθευτο θαλασσινό νερό και θα αφήνουν την τελευταία τους πνοή μπροστά στο έκθαμβο βλέμμα εκείνου που πρόκειται να τις φάει «φρέσκες του θανάτου».

Ο Δον Ιωάννης ήταν ωραίος άνδρας και «εκείνη με τα δάκρυα της πενθεί ειλικρινά το σώμα, αλλά με κρυφή χαρά θαυμάζει τώρα το πτώμα».

Κάθε μικρή ιστορία που εμπεριέχεται στο Μαύρο εκλεκτό αποτελεί και ένα σχόλιο για τα ανθρώπινα: Μια καλλονή στην παραλία που γοήτευσε το μικρό αγόρι τι να απέγινε, αναρωτιέται ο αφηγητής. Ήχοι που ακούγονται από το ιατρικό κρεβάτι δημιουργούν εικόνες και μια  βιντεοταινία ξυπνά ξεχασμένους πόθους στη μοναχική γυναίκα.

Ο Ευσταθιάδης γράφει ακόμη για θανάτους κοινότοπους, όμοιους με χιλιάδων ασήμαντων, ανώνυμων ανθρώπων, αλλά και για το πόσο επικίνδυνο είναι να μιλάς για θάνατο σε νατουραλιστή συγγραφέα. Η αυτοπροσωπογραφία ενός ζωγράφου είναι όπως ο ίδιος θα ήθελε να είναι, και ένα τρομερό βλέμμα «γίνεται εκτυφλωτικός ήλιος του μεσονυχτίου και αφήνει σημάδια» που αναδύονται αργότερα. Έξοχα διηγήματα με συχνά «αντίστροφες κινήσεις της μνήμης», παράξενα εγκλήματα και ερωτικές συναντήσεις εμπεριέχονται στη συλλογή αυτή.

Στο Κλεινόν 2016 ο συγγραφέας «δίνει τον λόγο» σ’ εκείνους που βίωσαν την πόλη και άφησαν τα σημάδια τους -πραγματικά ή φανταστικά- και τη σκιά τους σ’ αυτήν. Έτσι, για του Φιλοπάππου μιλάει ο Πικιώνης και για του Ψυρρή ο Τσαρούχης, ενώ η Ελένη Παπαδάκη περιγράφει τους πυροβολισμούς τον Δεκέμβρη του 1944. Ο Παλαμάς σχολιάζει το μαύρο σπρέι πάνω στο άγαλμά του, ο Γεώργιος Παπανδρέου θυμάται το καφενείο του Ζαχαράτου και ο Σαμαράκης τα καφενεία στα οποία έγραφε. Ο Δρακόπουλος αναφέρεται στον σεισμό του 1981 και εκείνον του 1999 που έκανε ο Εγκέλαδος για να τιμήσει τη μνήμη του.

Ο Χατζηχρήστος μιλά για τον βλάχο που ήρθε στην Αθήνα, την πορεία του στην πρωτεύουσα και τον μοναχικό θάνατό του. Ο Λινοξυλάκης θυμάται «ΠΑΟ, θυμήσου, μια ζωή μαζί σου» και η Αγγελική Χατζημιχάλη νιώθει πάνω της τις ακτίνες του ήλιου σαν τα χρυσοκεντήματα που συλλέγει.

Στις φανταστικές καταθέσεις των Αθηναίων που συλλέγει ο Ευσταθιάδης αναμειγνύονται γεγονότα που θυμάται και ο ίδιος και σκέψεις δικές του όπως για τον αξιωματικό το βράδυ της 21ης Απριλίου 1967, για τον αθάνατο Τσελεμεντέ που κανείς δεν ξέρει ότι είναι άνθρωπος, για τον μαέστρο της Αίγλης που αναπολεί τον Γούναρη, τη Μαριάννα Χατζοπούλου και την Ιταλίδα τραγουδίστρια Τζίλντα που ήταν σαν να λέει «όλα πάστα, όλα πάστα»…

Ο συγγραφέας «ακούει» ακόμη τη Ζωζώ Νταλμάς που συνοδεύει την ονειροπόληση των καπνιστών από το πακέτο Sante, τον Νίκο Ευσταθιάδη, τον πιλοποιό, που ονειρευόταν μια Αθήνα γεμάτη ωραίες γυναίκες με καπέλο, τον Σπύρο Λούη, που ήταν ερασιτέχνης δρομέας, αυτοδίδακτος, όπως όλοι μας, τον μετεωρολόγο Αντρέα Λαζάνη που θα ‘θελε να αναγγέλλει συνέχεια αλκυονίδες μέρες. «Βλέπει» τη Μαρία Κάλλας να ξαναγυρίζει στην πολυκατοικία Πατησίων 61 και τον Γιαννούλη Χαλεπά τα βράδια να περπατά ανάμεσα στους νεκρούς μέχρι να συναντήσει την «Κοιμωμένη» του.

Ένα φανταστικό Ανοιχτό μικρόφωνο επιτρέπει στον συγγραφέα να «ακούει» εσωτερικούς μονολόγους και λόγια ανείπωτα: Ο γιος μιλάει στον ετοιμοθάνατο πατέρα, που τώρα –θέλοντας και μη- τον ακούει και του θυμίζει: «την παγερή σιωπή που μέσα της πνίγηκαν τα καλύτερά μου χρόνια – αν είχα ποτέ καλά… Σαράντα πέντε χρόνια μου χρωστάς το χάδι… Δεν θέλω να με χαϊδέψεις τώρα. Θέλω να με χαϊδέψεις τότε…»

Ο πιανίστας που έχασε το χέρι του ζητιανεύει «έναν οβολό ρε μείζονα ή μια βοήθεια ντο ελάσσονα…», ο μοναχικός έχει παρέα το βουητό μιας μύγας, ο συγγραφέας κοιτάζει το είδωλό του στο νερό και αυτό πληθαίνει από τα δάκρυά του, το αεράκι φέρνει στον Άγγελο Μεσσάρη φωνές από τα γήπεδα, ο αρχισυντάκτης κόβει λέξεις, αλλά δεν ξέρει με ποιες θα γεμίσει την απουσία… Και άλλοι πολλοί μιλούν στα διηγήματα αυτά με αποδέκτη των μηνυμάτων τους τον συγγραφέα και τον αναγνώστη.

Ιστορίες καθημερινές μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, ρεαλιστικές και φανταστικές ταυτόχρονα, γίνονται το έναυσμα για να πλάσει ο Γιάννης Ευσταθιάδης στα Μικρά Πεζά και στα Διηγήματα ένα δικό του συγγραφικό σύμπαν ιδιοφυές, πρωτότυπο, συναρπαστικό.

 

(*) Η Άννα Λυδάκη είναι καθηγήτρια κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Γιάννης Ευσταθιάδης, Μικρά πεζά – Διηγήματα, Μελάνι, Αθήνα 2022

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΣυμφιλίωση με τον εαυτό (του Θανάση Αγάθου)
Επόμενο άρθροΓια τα λησμονημένα παιδιά αυτού του κόσμου   (της Ελένης Γεωργοστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ