Συμφιλίωση με τον εαυτό (του Θανάση Αγάθου)

0
238

 

του Θανάση Αγάθου  (*)

 

Το Όραση Αβλαβής η Μυωπία, δεύτερη ποιητική συλλογή του Ηλία Στόφυλα, μετά την πολλά υποσχόμενη Μεταθανασία (2020, **), επιβεβαιώνει ότι ο νεαρός ποιητής είναι μια πολύ υπολογίσιμη φωνή στο σύγχρονο ποιητικό τοπίο. Μια ποίηση κρυπτική, υπαινικτική, που καταγράφει με σπάνια οξυδέρκεια και ευαισθησία αόρατες και ορατές πτυχές μιας πραγματικότητας συνήθως ζοφερής και ενίοτε τρυφερής.

Ο Στόφυλας επιλέγει πολύ προσεκτικά τους –ενίοτε πολύσημους– τίτλους των 31 ποιημάτων που απαρτίζουν τη συλλογή, προσφέροντας στον αναγνώστη ερμηνευτικά κλειδιά για την κατανόησή τους. Ο θάνατος, ο έρωτας, η μνήμη, ο χρόνος, η φθορά, οι μικρές και μεγάλες ακυρώσεις, το υπαρξιακό αδιέξοδο, η αθωότητα της παιδικής ηλικίας, η αλλοτρίωση στις μεγαλουπόλεις, ο εγκλεισμός, τα οικογενειακά τραύματα δίνονται μέσα από σπαρακτικές εικόνες, λυρικές και συνάμα σουρεαλιστικές.

Το ποιητικό υποκείμενο προβαίνει σε επώδυνες και ταυτόχρονα λυτρωτικές ενδοσκοπήσεις («Προσοχή κατεδαφίζεται»), σηκώνει τον Γολγοθά μιας εφιαλτικής καθημερινότητας («Πληγή μου εφτάψυχη»), αναπτύσσει μια σχέση έλξης-απώθησης με τον έρωτα («Τοξόπλασμα του έρωτα»), διερωτάται ποια είναι τα όρια της αγάπης («Αντισώματα»), μετρά τις προσωπικές και οικογενειακές πληγές του («Αυτοπροσώπως»), ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν («Αποικία κλέους»), βγάζει σκελετούς από την ντουλάπα («Αόρατες ετυμηγορίες»), διψά για ουρανό και για δικαιοσύνη («Βιάζεται ο Παράδεισος;», «Επί τον τύπον των Ήλιων»), φέρνει στην επιφάνεια απωθημένα και αδήλωτα πάθη, διεκδικεί το δικαίωμα στο όνειρο («Επί ίσοις όροις»), αντικρίζει τον διχασμένο εσωτερικό του κόσμο («Παραλήπτης δύο ταχυτήτων», «Κρανίου τόπος»), μνημονεύει μικρά και μεγάλα ταξίδια στον χώρο και στον χρόνο («Μέλλων διαχρονικός»), προβληματίζεται πάνω στο θέμα των έμφυλων ταυτοτήτων («Φύλια πυρά»), αναρωτιέται για το επέκεινα της ανθρώπινης ύπαρξης («Μακαύριο»), βιώνει την απώλεια, αναμετριέται με την οδύνη και το πένθος, παλεύει με τους ίσκιους και τις απουσίες («Παρείσακτη απουσία»), καλείται να λάβει αποφάσεις ζωής («Εθελουσία έξοδος»), σαρκάζει την κανονικότητα («Αιωνία μας η θλίψη»), αγωνίζεται να επιζήσει μέσα στη νοσηρότητα της πρόσφατης πανδημίας («Κρυφά μπαλκόνια»), στοχάζεται πάνω στη δύναμη και την παρηγορητική απόχρωση της ποίησης («Αδιάβροχοι ουρανοί») και στέκεται με δέος, σεβασμό αλλά και αυτοσαρκασμό μπροστά στη σιωπή του θανάτου («Εμβοές», «Ο άλλος Κόσμος», «Δευτέρα Απουσία», «Replay»). Ωστόσο, παρά τον κατακερματισμό του, παρά τη βία και την απόρριψη που εισπράττει σε πολλαπλά επίπεδα, παρά τις απειλές και τον εκφοβισμό που δέχεται, αρνείται να παραδοθεί, αρνείται να υποταχθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η συλλογή κλείνει με τον στίχο «Δε σφάξανε!», απάντηση στο ερώτημα «Έτσι στην ψύχρα στους εχθρούς σου/θα παραδινόσουν;» (ποίημα «Μονόφθαλμο Ειδέναι»).

Παρά τον βιωματικό τόνο όλων σχεδόν των ποιημάτων, δεν λείπουν οι άμεσες ή έμμεσες αναφορές σε γεγονότα της πρόσφατης επικαιρότητας όπως η πανδημία του κορωνοϊού και η γυναικοκτονία στα Γλυκά Νερά ή σε παλαιότερα γεγονότα που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία, όπως η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και ο εγκλεισμός της Ελένης στο Κωσταλέξι. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το τελευταίο ποίημα της συλλογής («Μονόφθαλμο Ειδέναι»), που αφορμάται από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η ποίηση του Στόφυλα διακρίνεται από έντονη σωματικότητα, δίνει έμφαση στο υγρό στοιχείο (με κυρίαρχη την παρουσία του νερού και του αίματος), ανακατεύει τα πιο ετερόκλητα υλικά και τις πιο αταίριαστες φαινομενικά πηγές, για να αναδείξει την αντιφατικότητα και την ωμότητα της σύγχρονης εποχής, να θίξει ζητήματα ταυτότητας και ετερότητας, να σχολιάσει την αφασικότητα της ανθρώπινης επικοινωνίας και να αντιπαραβάλει το ατομικό με το συλλογικό.

Η εξομολογητική διάθεση των περισσότερων από τα ποιήματα της συλλογής εκφράζεται μέσα από μιαν οργισμένη και καταγγελτική γραφή, που στρέφεται ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης, αδικίας και υποκρισίας, διακρίνεται από στοχαστικό και ειρωνικό τόνο και τελικά λειτουργεί ως αντίδοτο στην ασχήμια και στη βαρβαρότητα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Ο Στόφυλας δεν φοβάται τις σπάνιες λέξεις ούτε τις απροσδόκητες συζεύξεις λέξεων, που συχνά εκπλήσσουν τον αναγνώστη με το ειδικό βάρος τους και τα αντιθετικά δίπολα που δημιουργούν, επιτείνοντας την αίσθηση μιας παρατεταμένης μεταιχμιακής κατάστασης, μιας δυσβάστακτης καταβύθισης στα μύχια του εαυτού και ενός εφιαλτικού εγκλωβισμού.

Στο λεξιλογικό οπλοστάσιο του Στόφυλα οι λέξεις και οι φράσεις που σχετίζονται με τον θάνατο, κεντρικό θεματικό άξονα της συλλογής, κατέχουν τη μερίδα του λέοντος. Σταχυολογώ ενδεικτικά: «νεκροτομείο» (σ. 11), «πεθαμένο ίσκιο» (σ. 11), «λείψανα» (σ. 14), «νεκροψίας» (σ. 15), «επιτελικού θανάτου» (σ. 15), «εκδημία» (σ. 16), «δολοφονημένα» (σ. 16), «ατυχήσαντες νεκρούς» (σ. 17), «εξόδιο κείμενο» (σ. 17), «κατά συρροή δολοφόνος» (σ. 18), «εγκλήματα» (σ. 18), «σταυρούς» (σ. 18), «πεθαμένοι» (σ. 18), «μαύρα κυπαρίσσια» (σ. 21), «αναλήφθηκα» (σ. 22), «τάφοι» (σ. 24), «φονικό στιλέτο» (σ. 26), «μαυροντυμένα πένθη» (σ. 26), «αδολοφόνητα φαντάσματα» (σ. 27), «χήρεψαν» (σ. 33), «πολύνεκρος θάνατος» (σ. 44), «θαμμένο» (σ. 51), «Προσδοκώ ανάσταση νεκρών» (σ. 52), «νεκροί» (σ. 59), «κοιμητήρια» (σ. 59), «ο Ύπνος ο Αιώνιος» (σ. 59), «Παγκόσμια Ημέρα Θανάτου» (σ. 60), «Και σήμερον κρεμάται επί ξύλου» (σ. 69), «ευτραφή ζόμπι» (σ. 76).

Χωρίς να χάνει το προσωπικό του στίγμα, ο Στόφυλας διαλέγεται γόνιμα και εδώ –όπως ακριβώς και στην πρώτη ποιητική συλλογή του– με ποιητές των οποίων το έργο είναι φανερό ότι γνωρίζει καλά και αγαπά, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Μίλτος Σαχτούρης, η Κική Δημουλά, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, αλλά και με πεζογράφους όπως ο Κώστας Ταχτσής.

Ο Στόφυλας κατορθώνει να συνθέσει ποιήματα που επιχειρούν έναν μελαγχολικό και σκληρό αλλά ποτέ ηττοπαθή απολογισμό ζωής, ποιήματα γενναίας συμφιλίωσης με τον εαυτό και αποδοχής του Άλλου, μέσα σε μια ερεβώδη πραγματικότητα όπου η αντίσταση και η παρρησία εμφανίζονται ως οι μόνες ουσιαστικές διέξοδοι διαφυγής προς το φως.

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

(**) Για το πρώτο βιβλίο  Μεταθανασία  του Ηλία Στόφυλλα βλέπε και : Μοναδική πατρίδα ο ουρανός και ο χώρος της καρδιάς (της Χριστίνας Γκορίτσα)

 

Ηλίας Στόφυλας, Όραση Αβλαβής η Μυωπία, 24 Γράμματα, Αθήνα 2022, σελ. 84.

Προηγούμενο άρθροΜοναδική πατρίδα ο ουρανός και ο χώρος της καρδιάς (της Χριστίνας Γκορίτσα)
Επόμενο άρθροΤο συγγραφικό σύμπαν του Γιάννη Ευσταθιάδη (της Άννας Λυδάκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ