Το μάτι της πίστης (της Αλεξίας Κουντούρη)

0
472

της Αλεξίας Κουντούρη (*)

Πιάνοντας στα χέρια μας ένα έργο του πρώτου μισού του 19ου αιώνα γραμμένο από έναν κληρικό, συγγραφέα και ιδρυτικό μέλος του κινήματος του Χριστιανικού Σοσιαλισμού στην Αγγλία, εύκολα υποπίπτουμε στο σφάλμα να το χρωματίσουμε με τους όρους της ηθικοδιδακτικής πραγματείας ή ακόμα και του προπαγανδιστικού μανιφέστου.

Ο Charles Kingsley τον Ιούλιο του 1848 πρωτοεμφανίζεται στη λογοτεχνική αγγλική σκηνή με τη δημοσίευση σε συνέχειες στο Frasers magazine ενός κειμένου υπό τον μακροσκελή τίτλο Yeast; Or, the thoughts, sayings, and doings of Lancelot Smith, gentleman και μιας αινιγματικής εισαγωγής, μέσω της οποίας ο αναγνώστης καλείται να διαθέτει το «μάτι της πίστης», ώστε να ανακαλύψει την αόρατη –στους πολλούς– πνευματική αλληλουχία και μέθοδο που εμφύσησε στο έργο του ο δημιουργός. Όταν το 1851 το μυθιστόρημα θα εκδοθεί με τον καινούριο τίτλο Yeast: A Problem, ο Kingsley θα προσθέσει τόσο εισαγωγή όσο και επίλογο, ώστε να κατορθώσει ο αναγνώστης, με τις νέες κατευθυντήριες γραμμές, να ερμηνεύσει τις προθέσεις και τους προβληματισμούς του σκεπτικιστή, καθώς όλα δείχνουν, συγγραφέα.

Με θέρμη και αυτοπεποίθηση ο Kingsley δηλώνει πως θα μεταφράσει τη δυσφήμηση που θα λάβει το βιβλίο του ως την ελάχιστη ποινή για τη βοήθεια που, ενδεχομένως, θα έχει προσφέρει στους αναγνώστες του να πλησιάσουν τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις της νεολαίας του καιρού του. Αηδιασμένος με τους ανθρώπους (νέους και πρεσβύτερους) που απώλεσαν το ζον πνεύμα του Χριστιανισμού και  τείνουν να πιστεύουν σε κάτι πέρα για πέρα ανθυγιεινό, διαστρεβλωμένο και νοσηρό, και όντας γνώστης της ανεπαρκούς μορφής του έργου του, υπογραμμίζει την ανάγκη για εγκαθίδρυση μιας υγιούς πίστης, της οποίας το όραμα θα αποπειραθεί να σχηματίσει.

Η πλοκή, ενδεδυμένη με ένα φαινομενικό πέπλο ερωτικής μυθιστοριογραφίας, που διακόπτουν παρένθετες μικρο-ιστορίες δευτερευόντων ηρώων, είναι τελικά το ξεδίπλωμα της κοσμοθεωρίας ενός βράζοντος μυαλού. Ο Lancelot Smith είναι ένας εικοσιτριάχρονος σπουδαγμένος νεανίας της άρχουσας τάξης που, όπως οι λοιποί συνομήλικοί του, έχει γαλουχηθεί με τις αξίες της αποδοχής της ανωτερότητας της τάξης του και της τυφλής θρησκευτικής πίστης στα δόγματα της High Church. Παρακινημένος από τον κ. Lavington, άρχοντα του Whitford, να συμμετάσχει στην προσφιλή δραστηριότητα της εποχής, το «fox hunting», χάνεται στο δάσος και έρχεται αντιμέτωπος με τη θέα μιας νεαρής κοπέλας που βγαίνει από το παρεκκλήσι του βουνού. Ένα ατύχημα με το άλογο τον καθηλώνει στο κρεβάτι των ανακτόρων του Whitford, όπου θα διαμείνει το επόμενο διάστημα. Προς έκπληξή του, η πανέμορφη νεαρά είναι κόρη του κ. Lavington και βαθύτατα Καθολική, κάτι που θα πυροδοτήσει την ανάπτυξη της πυρετώδους σχέσης των δύο αυτών ανθρώπων. Στο μεταξύ ο Lancelot μυείται στις άθλιες συνθήκες του τρόπο ζωής των εργατών του Whitford χάρη στην παρουσία του Tregarva, στο πρόσωπο του οποίου αναγνωρίζει έναν αδελφό και συνοδοιπόρο. Όταν πια η αγαπημένη του, μολυσμένη από την κατάρα των Μοναχών και τα νερά του Whitford, κείτεται στο νεκροκρέβατο, ένας από μηχανής Θεός θα τον οδηγήσει στη Γη της Επαγγελίας.

Μια παρένθετη αφήγηση που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξετασθεί είναι εκείνη του εξαδέλφου του Lancelot, Luke, με τον οποίον κρατά τακτή αλληλογραφία. Ο αναγνώστης διακρίνει πια καθαρά την πρόθεση του Kingsley να φωτίσει το σκεπτικό των νέων της εποχής του και να δώσει ένα «μάθημα» στους πατεράδες αυτών. Ο Luke μέσα από μια επίπονη διαδικασία αποδιώχνει τον Τρακταριανισμό και διαλύει κάθε σχέση με τον συντηρητικό πατέρα του που, προσδεδεμένος στις αυστηρές αρχές του Καθολικισμού, αρνείται την απορρόφηση του γιου του από τη σχολή του Χαρτισμού. Μέσα από την εναλλαγή των επιστολών ανάμεσα στους δύο ορμητικούς νέους, ο Kingsley ξεκινά έναν διάλογο δίχως όρια και συμβάσεις· έναν διάλογο, ωστόσο, υγιή και διόλου μονοπωλιακό. Ακόμα και στις πιο εριστικές επιστολές, ακόμα και εκεί όπου η διαφωνία των δύο μοιάζει να μην έχει τέλος, ο Lancelot προστάζει «Still, write», ώστε να δοθεί η δυνατότητα να ειπωθούν οι «αλήθειες» τόσο του Σοσιαλιστικού Χριστιανισμού όσο και του Κινήματος της Οξφόρδης, του Ρωμαιοκαθολικισμού και του Προτεσταντισμού.

Πέραν των πλούσιων περιγραφών της ζωής στην αγγλική ύπαιθρο, ιδωμένες είτε από το άρρωστο μάτι μας κατατρεγμένης εργατικής τάξης είτε υπό το πρίσμα ενός ευαίσθητου νεανικού νου, και πέραν των διαδοχικών χωρίων των Shelley, Tennyson, Keats και Samuel Butler που συχνώς παρεμβάλλονται και προσδίδουν μια λυρική νότα στο αφήγημα, ο αφηγητής-Kingsley άπτεται της ευκαιρίας να σχολιάζει κάθε τόσο τις απόψεις και τις πράξεις των ηρώων του. Έτσι, θα τον δούμε να εξανίσταται, επί παραδείγματι, στην τάση των γονέων και των κληρικών να μονοπωλούν την εκπαίδευση των παιδιών τους. Θα τους φωνάξει, μεταξύ άλλων, να πάψουν να γεμίζουν με ψέματα τα αδιαμόρφωτα ακόμα μυαλά· θα συμφωνήσει ή θα διαφωνήσει με τις εκάστοτε αποφάσεις του Lancelot· θα του απευθύνει, μάλιστα, και τον λόγο. Τουλάχιστον, δεν θα είναι ένας σιωπηλός αφηγητής-αυθεντία. Δεν μπορεί παρά να μετέχει διαρκώς και ενεργά σε πολλαπλά επίπεδα λόγου και σκέψης, ενώ πολλές φορές παίζει με τους αναγνώστες του, που, παρόλο που περιμένουν από εκείνον να ακολουθήσει το υιοθετηθέν εξ αρχής του έργου πρότυπο του παντογνώστη αφηγητή, τελικώς βρίσκονται ενώπιοι ενωπίοις με δηλώσεις της μορφής: «Το τι σκέφτηκε ο Lancelot, δεν το γνωρίζω και ούτε θα μάθουμε ποτέ». Με ειρωνικό τόνο σχολιάζει το δικαίωμα των πλουσίων να ταξιδεύουν στο Baden-Baden, για τα λουτρά τους, και τον αποκλεισμό των φτωχών από τέτοιες πολυτέλειες.

Η μεταχείριση της γλώσσας των εργατών γίνεται με απόλυτο σεβασμό και καμία πρόθεση εκχυδαϊσμού ή εμπαιγμού. Το αγγλικό ιδίωμα χρησιμοποιείται κάτω από τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή, ενώ τα λατινικά χωρία έχουν τοποθετηθεί σε αρκετά σημεία με ορατή μαεστρία. Ταυτοχρόνως, παρατηρούμε με θαυμασμό τη χειμαρρώδη γλώσσα του Lancelot, όταν υποστηρίζει το δικαίωμα της εργατικής τάξης στην παιδεία και στην κοινωνική ανέλιξη, στην υγιεινή και στην καθαριότητα, στον πρέποντα τρόπο ζωής.

Επιλογικά, ο Kingsley μάς υπενθυμίζει πως σε κάθε εποχή επικρατεί ένας αιώνιος νόμος, αμετακίνητος και στιβαρός, που ωστόσο φθάνει η στιγμή που διαρρηγνύεται και πεθαίνει. Γιατί, λοιπόν, και το δικό του βιβλίο να μην προαγάγει τον ξεριζωμό της αυστηρής και άδικης αρχής του δικού του καιρού; Όσο για την κατακερματισμένη και ανολοκλήρωτη δομή του βιβλίου, ας πούμε ότι πρόκειται για μια «μαγιά» με την οποία οι αναγνώστες μπορούν να δημιουργήσουν όλων των ειδών τα αρτίσματα. Εξάλλου, ο άνθρωπος δεν είναι άραγε κύριος τόσο των επιτευγμάτων όσο και των αμαρτιών του;

(*) Η  Αλεξία Κουντούρη είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Freie Universität Berlin.

info: Charles Kingsley, Yeast: A Problem (Public domain in the USA)

Προηγούμενο άρθροΗ λογοτεχνική γοητεία της καθημερινότητας (της Ελένης Γεωργοστάθη)
Επόμενο άρθροΤαξιδεύοντας έξω απ’ το κενό μας: Αλέξη Δάρα, Νέα πράξη θαυμάτων (της Δέσποινας Παπαστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here