Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Για την Μάρω Δούκα: Στην ηρεμία της ομορφιάς (γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης)

Για την Μάρω Δούκα: Στην ηρεμία της ομορφιάς (γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης)

0
433

γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης

                                                                                Φίλοι καλοί, μπορεί κι η τέχνη μας

                                                                           να ωριμάζει για καιρό όπως κι η νιότη

                                                                          πριν υψωθεί στην ηρεμία της ομορφιάς.

Φρηντρίχ Χαίλντερλιν[1]

Το βιβλίο απολαυστικό. Διαβάζουμε και φτάνουν στα αυτιά μας τα κελαηδήματα των πουλιών που φωλιάζουν στους κίτρινους ασπάλαθους, γύρω από τον βράχο με τον αρχαίο ναό. Οι πέρδικες και οι κορυδαλλοί. Το τοπίο, όπου οι αρχαίες κολώνες «χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη»,[2] θεσπέσιο. Απέναντι η θάλασσα. «Αυτή εδώ η αμμουδιά είναι σαν σκηνή θεατρική, πρωταγωνιστές οι γείτονες, κοινό οι περαστικοί, μόνο και μόνο για τη θέα, τη θάλασσα και τον ουρανό, για τα ερείπια, τις πέρδικες, τους κορυδαλλούς» (σ. 93). Είναι η αμμουδιά του Σουνίου. Το σκηνικό στο οποίο η Μάρω Δούκα τοποθετεί την αφήγηση του τελευταίου βιβλίου της με τον ειρωνικό τίτλο Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι.

Μέσα στο τοπίο αυτό οι ήρωες με τα αρχαία ονόματα: Περσεφόνη, Οδυσσέας, Ηγησώ. Και ο Κώστας, η Ματούλα, ο Μάρκος, ο Αντώνης. Ιστορίες απλές, ανθρώπινες. Η ιδιότυπη Πολυξένη, ολιγαρκής συνταξιούχος, «πορεύεται με τα αυτονόητα της μοναξιάς της». Θα ήθελε πολύ να είναι η Μις Μαρπλ, η τετραπέρατη ηρωίδα της Άγκαθα Κρίστι, «όλα να τα εξιχνιάζει, να την υπολήπτονται όλοι, να τη θαυμάζουν» (117), αλλά η συγγραφέας αποφάσισε αλλιώς: θα παραμείνει ως ιέρεια του Ποσειδώνα στο ωραίο τοπίο, με τους απειλητικούς ασπάλαθους, που «θα καταξεσκίζουν εις τους αιώνας των αιώνων τους τυράννους» (153). Η προχωρημένη ηλικία της και η ηθελημένη σύγχυσή της («να βλέπει διάφορα φυσικά-αφύσικα, κι ύστερα να μην τα βλέπει») δεν την εμποδίζουν να ζει όπως θέλει, να ερωτεύεται όταν και όπως θέλει. Σύμβολο αυτονομίας και χειραφέτησης

Δίπλα της ο καλότροπος κυρ Κώστας, ο καλός μάγειρας, με το μέγα χάρισμα της απλότητας. Ο Μάρκος και ο Αντώνης, οι δύο αστυνομικοί, που μεμψιμοιρούν για την τύχη τους και ενίοτε βιαιοπραγούν. Ο δημοσιογράφος Οδυσσέας, που αγαπά χωρίς αρρωστημένη ταραχή, χαίρεται χωρίς κτητική αγωνία και φιλοδοξεί να γράψει μυθιστόρημα για τον μυθικό Αιγέα. Η μετρημένη και αρχοντική δασκάλα Ηγησώ, «της ποζάτης πολιτικής ορθότητας και της έως αηδίας ουδετερότητας» (179), που θαυμάζει την επιτύμβια ομορφιά της και αγαπά τον Οδυσσέα. Μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας.

Η σορός που ξεβράζει το κύμα έρχεται να διαταράξει τα ήρεμα νερά, να προωθήσει τον μύθο, να συνδέσει τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους. Αυτόπτες μάρτυρες η Πολυξένη και ο «σαν ηθοποιός» Οδυσσέας. Στην υπόθεση εμπλέκονται οι δύο αστυνομικοί και ο κυρ Κώστας. Η ταυτότητα της σορού διευκρινίζεται, αλλά το μυστήριο δεν λύνεται. Οι φαντασιώσεις της Πολυξένης (να γίνει η Μις Μαρπλ της Άγκαθα Κρίστι) μένουν μετέωρες. Η συγγραφέας στρέφει σταθερά τον φακό της στην πεζή ελληνική καθημερινότητα. Είναι φανερό ότι δεν την ενδιαφέρει να διαλευκάνει την υπόθεση, αλλά να ενστερνιστεί το ερώτημα της Πολυξένης: «Μα πώς είναι δυνατόν τα πιο μυστηριώδη εγκλήματα να μένουν ανεξιχνίαστα, πώς γίνεται;». Το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν εξελίσσεται. Αλλά η αφηγηματική τέχνη της Δούκα υψώνεται ώριμη «στην ηρεμία της ομορφιάς».

Ο μύθος, στέρεος, αφομοιώνει πολλές μικρές ιστορίες, ζωές παράλληλες που διασταυρώνονται στην παραλιακή ταβέρνα. Πρόκειται για ψιχία του καθημερινού μικρόκοσμου, για συνήθεις ανθρώπινες ιστορίες, με τις οποίες η συγγραφέας υφαίνει ένα υφαντό πολύχρωμο με προοπτική βάθους. Ένα βιβλίο με συγκεκριμένο άξονα, αλλά και με τεθλασμένες τροχιές, μύθους μέσα στον μύθο, που υπηρετούν συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Η απολαυστική γραφή της Δούκα δείχνει ότι μπορεί ο μύθος  να είναι το κύριο στοιχείο της συγγραφικής τέχνης, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αλλά τα τεχνήματα της γραφής είναι εκείνα που μεταπλάθουν την εμπειρία σε τέχνη. Άλλωστε, η συγγραφέας φαίνεται να σαρκάζει τον μύθο και ευρύτερα το αστυνομικό μυθιστόρημα από τον ευφυή ήδη τίτλο της.  Αποκαλύπτει με τόλμη τη διαδικασία της σύνθεσης-κατασκευής, σαν να μας προτρέπει να διαβάζουμε τις λέξεις. Αλλά και πίσω από τις λέξεις, τις σιωπές. Να διακρίνουμε πώς τοποθετούνται οι λέξεις, πώς κατασκευάζεται αυτό που λέμε λογοτεχνία. Κυρίως, την τέχνη των υπαινιγμών, το κλείσιμο του ματιού.

Στη λογοτεχνική αυτή γραφή η αφήγηση λιτή και υποβλητική, γοητευτική, χωρίς καμιά εκζήτηση. Οι χαρακτήρες γήινοι, οι λέξεις-φορτισμένα σύμβολα, πανίσχυρες στην απλότητά τους. Ο λόγος κρουστός, δραματικός και ταυτόχρονα εύθυμος. Η γλώσσα τρυφερή, πολύτροπη, πολυθέλγητρη, με εμφανή ειρωνικότητα. η φόρμα απλή, σεμνή, περιεκτική. Μια άσκηση ωριμότητας της γραφής.

Με την ώριμη τέχνη της η συγγραφέας σκύβει με αγάπη στα ανθρώπινα, βουλιάζει, όπως η ηρωίδα της, «στον ξένο πόνο», διερωτάται για τον ρόλο των αστυνομικών («τι δηλαδή, πληρώνονται για να δέρνουν;», 12), για την ύβρη του καιρού μας («το ξέρεις ότι ο Τραμπ σκοπεύει να προσαρτήσει τη μεγαλόνησο;», 45). Προβληματίζεται για την κοινωνική παθογένεια («πώς αντέχει ο πλανήτης και δεν σκάει σαν το καρπούζι;», 72), για την κακοδιοίκηση της χώρας («τι νέα εσείς εκεί, εμείς εδώ από έγκλημα σε έγκλημα, από τροχαίο σε τροχαίο, έχουμε κι έναν prime minister που κουνάει το ένα του χέρι σε ρυθμό παρελάσεως», σ. 45), για τον τρόπο με τον οποίο «τα καταφέρνουν οι γόνοι» (σ. 76), για την απροθυμία ή την ανικανότητα των αρχών να διαλευκάνουν το έγκλημα.

Με άγρυπνη κοινωνική συνείδηση, συμ-πάσχει με τους φτωχούς, τους άστεγους, τους άρρωστους (91), καταγγέλλει τους «μεγιστάνες της λευκής σκόνης και της λευκής σαρκός» (95), την αστυνομία που αφήνει στο απυρόβλητου τους ισχυρούς και «κάνει βούκινο μόνο τους αδύναμους (96). Διαμαρτύρεται, μέσω του καλότατου Κώστα, για τα Τέμπη, όπου έφτασαν στο σημείο «να μπαζώσουν διαμελισμένα πτώματα» (111), για την κάλυψη του «γόνου Καραμανλή» από τον πρωθυπουργό (123). Γλυκαίνει όμως με τα μικρά και ταπεινά της ζωής και υποκλίνεται στην εσώτατη επιθυμία του ήρωά της «να γίνει καλός κλαδευτής, να είναι σε θέση να δίνει σχήμα και μπόι σ’ ένα δέντρο και να έχει την τύχη να το παρακολουθεί στο ψήλωμα και στην καρποφορία του (181).

Αλλά η Δούκα δεν κάνει κήρυγμα. Στις ιστορίες της, με την έντονη πολιτική χροιά,   παρεισφρέει, με τρόπο φυσικό, ένα εμφανές ή αδιόρατο μέρος της εποχής μας, των πληγών μας, των κοινωνικών και ατομικών τραυμάτων μας. Τα ανθρώπινα αυτά ίχνη διασταυρώνονται με την κοινωνική ευαισθησία της, με μια ηθική και αισθητική στάση απέναντι στη ζωή, μια βαθύτατη συμ-πάθεια προς τους ανυπεράσπιστους του κόσμου μας. Έτσι προκύπτουν αβίαστα οι ιδέες που εντάσσονται σε μια ευρύτατη ανθρωπιά, άρτια μορφοποιημένη.

Και η λογοτεχνία; Τούτα τα ψιχία του καθημερινού μικρόκοσμου κατορθώνουν να συγκροτήσουν λογοτεχνία «με το τίποτε», όπως απαιτούσε ο Φλωμπέρ. Με απλά υλικά, λιτή και εκφραστική πρόζα, καίριους διαλόγους και ωραίες περιγραφές, φυσική χρήση του εσωτερικού μονόλογου και της ροής συνείδησης, η Δούκα διασφαλίζει θερμούς τόνους, ενώ με τις εναλλαγές στην οπτική γωνία, από τον παντογνώστη αφηγητή στην περιορισμένη εσωτερική εστίαση, μετριάζει την παντοδυναμία του τελευταίου και κατακτά τη σεμνότητα της περιορισμένης γνώσης.

Έτσι η συγγραφέας κατορθώνει, κρατώντας γερά τα νήματα της αφήγησης, να μας δώσει πολλά: ιστορίες μοναξιάς, αγάπης και φιλότητας (καθηλωτική η βάφτιση του βρέφους στο θαλασσινό νερό, 155, 189), κοινωνική κριτική με ειρωνεία, αυτοειρωνεία και χιούμορ, στοχευμένες ανατροπές. Πίσω από τις αφηγηματικές αρετές μαντεύεται ο μόχθος της σύνθεσης. «Τόσο δύσκολο που μοιάζει απλό», θα έλεγε ο ποιητής![3] Κι αυτή η πέρδικα στο εξώφυλλο, τι ομορφιά!

Δεν ήταν λοιπόν ένα αστυνομικό μυθιστόρημα; Και ο τίτλος, η σορός στη θάλασσα, οι αστυνομικοί, οι αναφορές στη Άγκαθα Κρίστι, στον Γιάννη Μαρή,  στον «ψυχογράφο Σιμενόν» και στον «περιπετιώδη Τάιμπο»; Όλα παιγνιώδη, ειρωνικά. Το «αστυνομικό» μυθιστόρημα χωρίς λύση. Οι υπαινιγμοί μετέωροι, το μυστήριο ανεξιχνίαστο.

Η Δούκα δεν φαίνεται να έχει ανάγκη το μυστήριο του αφηγηματικού είδους για να δημιουργήσει γοητευτική αφήγηση. Μυστήριο για κείνη είναι η ανθρώπινη φύση και αυτήν ερευνά. Μπορεί, αν το επιθυμεί, να δημιουργήσει μυστηριακή ατμόσφαιρα, να εφεύρει ένα πρόσχημα (τη σορό), για να σαρκάσει την κοινωνική μας πραγματικότητα, με τα ανεξερεύνητα καθημερινά θρίλερ, που γίνονται σήριαλ και μας αποκοιμίζουν, μπορεί να ενώνει τις παράλληλες τροχιές των ήρώων της και να χτίζει απολαυστικούς χαρακτήρες. Το έγκλημα όμως που την απασχολεί και απαιτεί επίλυση είναι το κοινωνικό και γι’ αυτό η συγγραφέας παρωδεί το αστυνομικό μυθιστόρημα και στρατεύεται σταθερά στον ανθρώπινο πόνο.

Έτσι συνθέτει ένα έργο χαμηλών τόνων, με πολλά πρόσωπα, πολλές φωνές, σαν μουσική συμφωνία, σε έναν μοναδικό στη συγχρονία και στη διαχρονία του τόπο ομορφιάς, όπου «του φωτός ωραίοι καρποί ακροβατούν στους βράχους», όπου οι άνθρωποι ερωτεύονται και η φύση γύρω σαν χορικό. Είναι ο πολυτραγουδισμένος χώρος του Σουνίου, όπου «λάμπουν οι αρχαίες ημέρες / λάμπει η χάρη στον γκρεμό / καθώς η μυρωμένη στιγμή / κατηφορίζει προς την προαιώνια αλμύρα».[4] Με εμπνευσμένες στιγμές υψηλής λογοτεχνικότητας, με θεατρικότητα, χιούμορ, ειρωνεία και σαρκασμό, η Μάρω Δούκα, η μεγάλη συγγραφέας μας, ενώνοντας τις μικρές ζωές μας, συνθέτει ποιητικά μια τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας, μάς παραδίδει σελίδες μιας τέχνης –αποτέλεσμα παιδείας αλλά και έμφυτης χάρης–  που υψώνεται ώριμη στην ηρεμία της ομορφιάς.

[1] Frierich Holderlin, «Στους νέους ποιητές»,  Ελεγείες, Ύμνοι κι άλλα ποιήματα, Άγρα, Αθήνα.

[2] Γ. Σεφέρης, «Επί ασπαλάθων», Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β΄ (επιμ. Γ. Π. Σαββίδης), Ίκαρος 21993.

[3] Χριστόφορος Λιοντάκης, «Τόσο δύσκολο που μοιάζει απλό», Στο λαμπερό κρυμμένος, Ποιήματα 1973-2019, Κείμενα, Αθήνα 2025, σ. 165.

[4] Χριστόφορος Λιοντάκης, «Λουτροφόρος, ή ο Απρίλιος στο Σούνιο», ό.π., σ. 203.

 

 

Μάρω Δούκα, Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι, Εκδόσεις Πατάκη, 2025

Προηγούμενο άρθροWorld book day 26 (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΈρευνα για την ΑΙ: Οι έλληνες συγγραφείς στον αστερισμό της αβεβαιότητας (επιμ. Άννα Αφεντουλίδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ