Τι έκανες  με το «Σπιρτόκουτο» Γιάννη (Νιάρρο); (της Όλγας Σελλά)

0
1201

 

 

της Όλγας Σελλά

Θόρυβος. Ο  θόρυβος της πόλης: κορναρίσματα, φωνές, φρεναρίσματα, αυτή η διαρκής βαβούρα που μας περιβάλλει. Αλλά υπάρχει και ο θόρυβος μέσα, στο σπίτι του Μήτσου (Γιάννης Αναστασάκης). Ο θόρυβος που κάνει η φωνή του, όταν εκστομίζει διαρκώς βρισιές, σιχτιρίσματα, ακυρωτικές φράσεις προς πάσα κατεύθυνση και ο σιωπηλός «θόρυβος» που κάνει η γυναίκα του, η Μαρία (Αγορίτσα Οικονόμου), που δεν μιλάει, μόνο σέρνει με θόρυβο τα τσόκαρά της.

Αυτό το «μέσα» είναι το «Σπιρτόκουτο», ένα μικροαστικό σπίτι στον Κορυδαλλό, μια κυριακάτικη ζεστή καλοκαιρινή μέρα, που αυτή τη φορά, 20 χρόνια μετά την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, γίνεται μιούζικαλ («Σπιρτόκουτο The Musical») και παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης. Το λιμπρέτο υπογράφει ο Γιάννης Οικονομίδης και ο Δώρης Αυγερινόπουλος, τη μουσική ο Γιάννης Νιάρρος και ο Αλέξανδρος Λιβιτσάνος και τη σκηνοθεσία ο Γιάννης Νιάρρος.

Όλα είναι ξανά εδώ: η μιζέρια, οι αλλεπάλληλες βρισιές που εκτοξεύει ο Μήτσος προς κάθε κατεύθυνση. Προς τη γυναίκα του, τα παιδιά τους, τους υπαλλήλους τους, τον κουνιάδο του τον Γιώργο (Μάριος Σαραντίδης). Εδώ είναι και η μικροαστική επιχειρηματικότητα άρρηκτα δεμένη με την προχειρότητα, την τσαπατσουλιά και τον κιτς μεγαλοϊδεατισμό ανακατεμένο με την επίδειξη. Αλλά αυτή τη φορά είναι εδώ και η μουσική και οι μουσικοί. Και είναι εξαιρετική και εξαιρετικοί. Και «ντύνουν» με την κατάλληλη μουσική υπόκρουση τον κάθε χαρακτήρα: τον Μήτσο, τη Μαρία, το γιο τους τον Λουκά (Γιώργος Κατσής) και την κόρη τους την Κική (Νάνσυ Σιδέρη). Και σχολιάζουν μουσικά, τη «μαμαδίλα» της Μαρίας που ταΐζει στο στόμα τον κανακάρη της, την άκληρη και θεούσα ξαδέλφη της Μαρίας, τη Μαργαρίτα (Δάφνη Δαυΐδ) που μένει μαζί τους, τον καημένο τον Βαγγέλη (Αποστόλης Ψυχράμης),  τον υπάλληλο του Μήτσου, που πρώτος λούζεται τις διαρκείς ταπεινώσεις του αφεντικού του. Και φυσικά υπάρχει κι εδώ, η πασίγνωστη ατάκα: «Τι θα κάνεις με τη Λίντα, Βαγγέλη;»

Είναι το «Σπιρτόκουτο», αλλά δεν είναι και το «Σπιρτόκουτο». Κι όχι γιατί άλλαξε η δομή της ιστορίας, οι ήρωες, η συμπεριφορά τους ή το πλαίσιο της ζωής τους. Όχι, όλα είναι εδώ. Σε μιαν άλλη φόρμα όμως. Αυτήν του μιούζικαλ. Που συνοδεύει τους χαρακτήρες με την κατάλληλη μουσική υπόκρουση, από ραπ και τραπ μέχρι καψουροσκυλάδικα φυσικά, άψογα εκτελεσμένη από τους εννέα μουσικούς που βρίσκονται επί σκηνής, διόλου διακοσμητικά. Μετέχουν ουσιαστικά, μέχρι και το πιάνο του Αλέξανδρου Λιβιτσάνου γίνεται οργανικό μέρος του σκηνικού (πολύ έξυπνα ενταγμένο από την Εύα Γουλάκου). Και έχουν το δικό τους μεγάλο μερίδιο στην επιτυχημένη απόδοση ενός μιούζικαλ. Κι είναι αυτό το κερδισμένο στοίχημα του Γιάννη Νιάρρου, που τόλμησε ένα εγχείρημα καθόλου αυτονόητα επιτυχημένο ή εύκολο. Η μουσική και οι μουσικοί, αλλά και οι ερμηνείες όλων, με πρώτες των λυρικών τραγουδιστών Μάριου Σαραντίδη και Δάφνης Δαυΐδ, έχουν το δικό τους μερίδιο στο τελικό αποτέλεσμα.

Αλλά και το στήσιμο της παράστασης, στο πρώτο σκηνοθετικό βήμα του Γιάννη Νιάρρου ήταν επιτυχημένο, τόσο στο θεατρικό act όσο και στο χοροθεατρικό (χορογραφίες Γιώτα Καλλιμάνη), στα σκηνικά (Εύα Γουλάκου), στα κοστούμια (Ιωάννα Τσάμη), στους φωτισμούς (Νίκος Βλασόπουλος). Όλοι έφεραν την καλύτερη στιγμή τους, συνομίλησαν με το είδος και το συμπλήρωσαν δημιουργικά. Υπήρξαν κάποιες μικρές «κοιλιές» στο ρυθμό, και κάποιες σκηνές χαλαρές (ειδικά στο μονόλογο του γιου Λουκά και της κόρης Κικής), που δεν βάρυναν όμως το σύνολο της παράστασης. Όσο για τις ερμηνείες, η Αγορίτσα Οικονόμου, έφερε την οδύνη της σιωπηλής πολύχρονης οργής που στο ορμητικό ξέσπασμά της τα παρέσυρε όλα, με τον μόνο τρόπο που γνώριζε: τον «γυναικείο».  Ο Γιάννης Αναστασάκης είχε έτσι κι αλλιώς έναν πιο εξωστρεφή ρόλο, με εξαιρετική του στιγμή εκείνο το α καπέλα δημοτικό τραγούδι στο τέλος της παράστασης, όταν όλοι οι θόρυβοι έχουν καταλαγιάσει. Ένα τραγούδι κι ένα τραγούδισμα που ήταν η παραδοχή της ήττας, της απόγνωσης, της ερημιάς: «Στης πικροδάφνης τον ανθό/ έγειρα ν’ αποκοιμηθώ,/ λίγο ύπνο για να πάρω,/ είδα όνειρο μεγάλο». Θαυμάσιοι και υποκριτικά οι Μάριος Σαραντίδης και Δάφνη Δαυΐδ, ουσιαστικός και ξεχωριστός ο Βαγγέλης του Αποστόλη Ψυχράμη, πολύ γέλιο έβγαλε ο Λουκάς του Γιώργου Κατσή, λίγο υπερβολική η Κική της Νάνσυς Σιδέρη, πολύ καλή στην σκηνή της πριγκίπισσας και των παραμυθιών η Ελένη Μπούκλη, σημαντική η παρουσία των γειτόνων (Βασίλη Δημακόπουλου, Δανάης Μουτσοπούλου, Ελένης Μπούκλη, Θεοδοσίας Σαββάκη).

Το μόνο που απουσίασε ήταν ο ζόφος και η ασφυξία που ανέδειξε το κινηματογραφικό «Σπιρτόκουτο». Αυτό το Σπιρτόκουτο ήταν εξωστρεφές, και παρωδούσε ακραία, σχεδόν επιθετικά, μέσω της μουσικής και μέσω της υπερβολής τη μικροαστική μιζέρια, την ημιμάθεια, τον μιμητισμό, το κυνήγι της «καλής». Και πώς αλλιώς;  Είναι ένα άλλο είδος, είναι μια άλλη σκηνική φόρμα. Είναι όμως μόνο αυτό; Γιατί η αλήθεια είναι ότι μου γέννησε κάποιους προβληματισμούς αυτή η παράσταση, κι όχι γιατί αυτή καθεαυτή είχε λάθη ή προβλήματα. Το αντίθετο. Αλλά γιατί ανέδειξε (γλαφυρά και λόγω της φόρμας της) μια τάση –ή μια επιλογή;- της νεότερης γενιάς δημιουργών. Που φαίνεται να προσεγγίζουν το αδιέξοδο, το ζόφο, τη μιζέρια, την οδύνη, με εξωστρέφεια, με παρωδία, με σαρκαστική υπονόμευση. Είναι αυτός ο τρόπος τους για να την αντέξουν; Είναι αυτός ένας τρόπος που μας δείχνουν ότι έτσι «μικραίνει» το αδιέξοδο, ο ζόφος, η μιζέρια, η οδύνη; Εναρμονίζονται στη γλώσσα των καιρών, μια γλώσσα που έχει εξωστρέφεια, θόρυβο, οργή, επιθετικότητα, σαρκασμό;

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η «γλώσσα» που υπάρχει σε πολλές παραστάσεις κι όχι μόνο φετινές («Οι παίχτες», «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», «Κωλόκαιρος») συνομιλεί με ευρύτατο νεανικό κυρίως κοινό, που γεμίζει τις αίθουσες. Είναι αυτός ο δρόμος; Ή μήπως είναι ένας συγκυριακός δρόμος, που απλώς αποτυπώνει την τρέχουσα επικαιρότητα και συμπεριφορά;

 

 

 

Η ταυτότητα της παράστασης

 

Βασισμένο στην ταινία του Γιάννη Οικονομίδη

Μουσική: Γιάννης Νιάρρος, Αλέξανδρος Λιβιτσάνος, Λιμπρέτο: Γιάννης Οικονομίδης, Δώρης Αυγερινόπουλος, Σκηνοθεσία – Στίχοι: Γιάννης Νιάρρος, Χορογραφίες: Γιώτα Καλλιμάνη, Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Γιάννης Οικονομίδης, Καλλιτεχνική Επιμέλεια για τη Στέγη: Αφροδίτη Παναγιωτάκου, Ενορχήστρωση & Μουσική Διεύθυνση: Αλέξανδρος Λιβιτσάνος, Σκηνικό: Εύα Γουλάκου, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος, Ηχοληψία: Γιάννης Λαμπρόπουλος, Σχεδιασμός Ήχου: Mανώλης Μανουσάκης, Φωνητική διδασκαλία: Μαργαρίτα Παπαδημητρίου, Συνεργάτες μουσικής δραματουργίας: Γιώργος Κουτλής & Βασίλης Μαγουλιώτης.

Φωτογραφίες: Παντελής Ζερβός

 

Διανομή

Δημήτρης: Γιάννης Αναστασάκης

Μαρία: Αγορίτσα Οικονόμου

Γιώργος: Μάριος Σαραντίδης

Βαγγέλης: Αποστόλης Ψυχράμης

Λουκάς: Γιώργος Κατσής

Κική: Νάνσυ Σιδέρη

Μαργαρίτα: Δάφνη Δαυίδ

Άντζελα: Ελένη Μπούκλη

Γείτονες: Βασίλης Δημακόπουλος, Δανάη Μουτσοπούλου, Ελένη Μπούκλη, Θεοδοσία Σαββάκη

 

Μουσικοί: Σοφία Ευκλείδου (τσέλο), Δημήτρης Κλωνής (ντραμς), Αλέξανδρος Λιβιτσάνος (πλήκτρα), Γιώργος Μπουλντής (μπάσο), Σπύρος Nίκας (κλαρίνο, σαξόφωνο), Βασίλης Παναγιωτόπουλος (τρομπόνι), Γιάννης Παπαδόπουλος (πιάνο), Kώστας Σαπούνης (τρομπέτα), Δημήτρης Στασινός (κιθάρα)

 

Εκτέλεση Παραγωγής: POLYPLANITY Productions, Γιολάντα Μαρκοπούλου & Βίκυ Στρατάκη  Παραγωγή: Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση

 

Η παράσταση είναι κατάλληλη για ηλικίες άνω των 18 ετών

Παραστάσεις, Τετάρτη ως Κυριακή στις 8.30μ.μ.

Παραστάσεις με αγγλικούς υπέρτιτλους: Κυριακή 4, Σάββατο 10, Κυριακή 11, Σάββατο 17, Κυριακή 18, Παρασκευή 23, Κυριακή 25 και Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022.

 

Προηγούμενο άρθροΠολλά ταξίδια σε ένα ταξίδι (του Ιάσονα Νεύρη)
Επόμενο άρθρο«Λαχτάρα για κεράσια», 25 χρόνια μετά στο Τρένο στο Ρουφ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ