Τα “Υποθαλάμια” της Γεωργίου (του Αργύρη Δούρβα)

0
251

του Αργύρη Δούρβα (*)

 

Εισαγωγή

Τα Υποθαλάμια (Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2022) αποτελούν την πρώτη ποιητική συλλογή της Θέκλας Γεωργίου. Η Θέκλα Γεωργίου γεννήθηκε στην Κύπρο. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο University College του Λονδίνου κι Ευρωπαϊκές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ποιήματα, διηγήματα, ερευνητικά άρθρα και δοκίμιά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και συλλογικές εκδόσεις της Κύπρου, της Ελλάδας και του εξωτερικού όπως και σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους.

Το βιβλίο της Γεωργίου φαίνεται να εντάσσεται σε ένα δυναμικό και εν εξελίξει ποιητικό ρεύμα, που έχει αναδυθεί στην Κύπρο, με χαρακτηριστικά που μένει να διερευνηθούν τα επόμενα χρόνια, στο οποίο μια νέα γενιά ποιητών/τριών κάνει την εμφάνισή της. Η νέα αυτή ποιητική γενιά ή ρεύμα που αναδύεται στην Κύπρο φαίνεται να επικεντρώνεται περισσότερο στο παρόν και στα δικά της προσωπικά και συλλογικά τραύματα χωρίς να αναμοχλεύει μελαγχολικά το παρελθόν.

Η λέξη «Υποθαλάμια» στον τίτλο παραπέμπει στον υποθάλαμο του εγκεφάλου, δηλαδή το μέρος του εγκεφάλου, που είναι υπεύθυνο για ορισμένες ζωτικές λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος. Ίσως, ο τίτλος  επισημαίνει από τη μία τη ζωτικής σημασίας για την ποιήτρια, λειτουργία της ποίησης, και από την άλλη αναφέρεται σε μια βασική προβληματική του βιβλίου, τον άνθρωπο ως ενσώματο ον, με εσωτερικά όργανα, μέλη και εκκρίσεις που έχει την ικανότητα στοχασμού και αναστοχασμού.

Το βιβλίο Υποθαλάμια φαίνεται να είναι το προϊόν μιας προσωπικής ενδοσκόπησης της ποιήτριας πάνω στην έλλειψη νοήματος, στο σύγχρονο χάος, τους έμφυλους ρόλους, στο κενό. Ταυτόχρονα, τα Υποθαλάμια αποτελούν μια προσπάθεια αναψηλάφησης του τραύματος και διερεύνησης της ανθρώπινης ζωικότητας. Τα ποιήματα του βιβλίου, πέρα από τον ενδοσκοπικό τους χαρακτήρα αποτυπώνουν μια υποσχόμενη ποιητική φωνή στην πρώτη της δημόσια εμφάνιση. Τα ποιήματά της Θέκλας Γεωργίου διακρίνονται για την εκφραστική τους λιτότητα, για την έγνοια για τη δομή, για την υψηλή αφαίρεση, για την αποφυγή της συναισθηματολογίας, αλλά και για την καλή αίσθηση του ρυθμού. Εκτείνονται από λίγους στίχους μέχρι μια σελίδα επιδιώκοντας τη γλωσσική οικονομία και τη νοηματική πύκνωση. Η λιτή στίξη είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό των ολιγόστιχων ποιημάτων του βιβλίου καθώς αναδεικνύει μια διάθεση μινιμαλισμού στην έκφραση. Τα κόμματα στο τέλος κάποιων στίχων τέμνουν ανορθόδοξα εσκεμμένα τον στίχο για να δυναμιτίσουν τα νοήματα. Σε αρκετά ποιήματα του βιβλίου διακρίνεται μια διάθεση νιτσεϊκού μηδενισμού, ενώ μια αίσθηση σχάσης του εγώ είναι έκδηλη, μαζί με μια αίσθηση ματαίωσης. Η παρακμή, η έλλειψη σκοπού και νοήματος μαζί με την αίσθηση του κενού διαπερνούν το βιβλίο. Η γλώσσα του βιβλίου είναι σε αρκετά σημεία λόγια, με συχνή χρήση όρων που παραπέμπουν στην ιατρική, την ανατομία ή τις βιολογικές επιστήμες. Επίσης, η γλώσσα του βιβλίου συχνά, αξιοποιεί λέξεις και όρους που παραπέμπουν στη θεολογική παράδοση.  Αρκετές φορές γίνεται μίξη λέξεων καθημερινών και περισσότερο εξεζητημένων ή σπάνιων.

 

Δομή

Το βιβλίο περιλαμβάνει δύο ενότητες, η πρώτη με τίτλο «Κάρνε» περιλαμβάνει 22 ποιήματα και η δεύτερη «ΒΟΗ/ΝΤ» 21 ποιήματα, φανερώνοντας ίσως την επιθυμία της ποιήτριας για μια ισορροπημένη ανάπτυξη των δύο μερών. Είναι εμφανής η προσεκτική σειριοθέτηση των ποιημάτων, ώστε να μεγιστοποιούν την αποτελεσματικότητά τους, κυρίως με βάση τη νοηματική συνάφεια ή τη μορφική τους αντίθεση. Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο Βαλεριανός Τροϊάνιος κι αναπαριστά την τομή ενός κυττάρου μαζί με τους νευρώνες του στο μικροσκόπιο. Οι δυο οριζόντιες γραμμές είναι οι τομές του. Πιθανόν ο κυτταρικός τεμαχισμός να λειτουργεί συμβολικά και συνεκδοχικά για την ποιητική λειτουργία του κειμένου, παραπέμποντας στην έννοια του κειμένου ως ζωντανού οργανισμού.

Στην πρώτη ενότητα η λέξη Κάρνε (στα Λατινικά carne) σημαίνει σάρκα, ενώ στη δεύτερη ενότητα ο τίτλος  ΒΟΗ/ΝΤ (προέρχεται από το αγγλικό void) σημαίνει χαοτικό κενό με λογοπαίγνιο στην μεταγραφή το βοή και ηχομιμητική παρήχηση το «ντ». Η ποιήτρια δείχνει μέσα από τα κείμενά της, την επιθυμία να κινηθεί πέρα από την έννοια της ποιητικής ανθολογίας προς ένα concept βιβλίο ποίησης. Κάθε σελίδα του βιβλίου, αντιστοιχεί σε ένα ποίημα, με το μεγαλύτερο να εκτείνει σε είκοσι στίχους, ενώ το μικρότερο τμήμα περιορίζεται σε τρεις. Σε κάθε ποίημα είναι διακριτή η αίσθηση της δομής και της μορφικής επεξεργασίας. Αρκετά ποιήματα, ορίζονται από την ποιήτρια ως άτιτλα. Ως μότο του βιβλίου αναφέρεται η φράση του Νίτσε, «Αγαπώ όλους εκείνους που είναι βαριές σταγόνες», η οποία προέρχεται από το βιβλίο του, Τάδε έφη Ζαρατούστρας και λειτουργεί ως ερμηνευτικό κλειδί του βιβλίου.

 

Διακειμενικές αναφορές

Εμφανείς είναι οι διακειμενικές αναφορές, όπως στον Νίτσε (στο μότο του βιβλίου), στον Καβάφη ή Αναγνωστάκη (Ζαρατούστρα, Μέρες του 2022 μ.Χ.), στον Εμπειρίκο (Συνείδηση, «Δωσ’ μου το χέρι σου»), στον Καρούζο (Ιστός, «Σε μια κραυγή της νύχτας…), στον Άσιμο (Κροκάνθρωποι) και ίσως στα βιβλία του Χένρι Μίλερ (Τροπικός του χρόνου), οι οποίες δε βαραίνουν το κείμενο αλλά ενσωματώνονται επιτυχώς.

Στο ποίημα Ζαρατούστρα, Μέρες του 2022 μ.Χ. ήρωας του ποιήματος είναι ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος, που κατεβαίνει από τα βουνά, στον κόσμο, για να κηρύξει το μηδέν, («Δύο δια δύο… Δύο επί δύο… Δύο μείον δύο… Δύο και δύο… Υπόλοιπο πάντα Μηδέν. Τάδε έφη»), άλλωστε το μότο του ποιήματος είχε προϊδεάσει τον αναγνώστη για το πλαίσιο μέσα από το οποίο θα έπρεπε να διαβαστούν τα ποιήματα.

Στο ποίημα Συνείδηση παρωδείται ο γνωστός στίχος του Εμπειρίκου «Πάρε τη λέξη μου, δώσε το χέρι σου» με τρόπο ιδιαίτερα σκληρό και γκροτέσκο. Στο ποίημα της Γεωργίου υπάρχει η απαίτηση να δοθεί ένα χέρι που έχει ακρωτηριασθεί και έχει αντικατασταθεί από ένα κέρινο.

Στο ποίημα Ιστός η Γεωργίου ενσωματώνει έναν στίχο από το ποίημα του Νίκου Καρούζου, Μονόγραμμα 1982 («Σε μια ανάσα της νύχτας όλοι συνυπάρχουμε και αναπνέουμε τρόμο»), γεγονός που σημειώνει με αντίστοιχη παραπομπή, τη μοναδική του βιβλίου.

Το ποίημα Κροκάνθρωποι αναφέρεται στο βιβλίο του Νικόλα Άσιμου Αναζητώντας Κροκανθρώπους. Τέλος, ο Τροπικός του χρόνου πιθανόν παραπέμπει στα βιβλία, Τροπικός του Καρκίνου και Τροπικός του Αιγόκερω, ενώ φανερή είναι και η σύνδεση με τους αντίστοιχους αστρονομικούς όρους.

 

Το γκροτέσκο στοιχείο

Τα Υποθαλάμια είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε κάποιος να το κατατάξει στην παράδοση του γκροτέσκου, μια παράδοση που δεν έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα στην ελληνική ή κυπριακή ποιητική παραγωγή, δείχνοντας ίσως τον παράδοξο χαρακτήρα του γκροτέσκου από τη μία να έλκει και από την άλλη να απωθεί.

Το γκροτέσκο σύμφωνα με τον Philip Thomson (1984)  χαρακτηρίζεται από μια αίσθηση δυσαρμονίας, είτε αναφερόμαστε σε αυτό ως αντίθεση ή σύγκρουση, σαν μείγμα από ετερογενή στοιχεία ή συγχώνευση από ανομοιότητες. Επίσης, εκφράζει το ανοίκειο, το αλλόκοτο, το απρόσιτο. Στο βιβλίο της Γεωργίου, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια κυριαρχεί το παράδοξο στοιχείο μαζί με το στοιχείο της υπερβολής, τα οποία έχουν τις περισσότερες φορές έναν υλικό-σωματικό χαρακτήρα.

Η σωματικότητα, στα ποιήματα του βιβλίου, συνδέεται συχνά με κάποιου είδους βία («γροθιές στο στομάχι») ή ένταση η οποία δεν εκφορτίζεται («οργασμοί χωρίς ήχο»). Η ανθρώπινη ανατομία μετατρέπεται σε μια γκροτέσκα, ποιητική εικονοποιία. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στα «σπλάχνα», στα «χνώτα», στον «ιδρώτα», στην «οσμή», στους «νευρώνες», στους «βρόγχους», στο «κομμένο χέρι», στο «σώμα», στο «στομάχι», στα «νύχια», στο «κρανίο», στα «δόντια γάντζους», στο «στόμα».

Η αναφορά στη σωματικότητα πολλές φορές πλησιάζει το γκροτέσκο, μέσα από την αναφορά σε ακρωτηριασμούς («τα ένστικτα βορά ενός κομμένου χεριού» και «Δωσ’ μου το χέρι σου! /Το ‘κοψα./ Μου ‘βαλαν ένα κέρινο με το ζόρι»). Σε άλλο σημείο αναφέρεται ένας σωματικός τεμαχισμός («Μ’ ένα καλά ακονισμένο νυστέρι/  Τεμάχισα το σημείο της σάρκας/ εκεί ανάμεσα στους δύο κόλπους./ Ανακάτευα με τα νύχια βουτηγμένα στο κόκκινο./ Για ώρα.»), ενώ υπονοείται κάποιου είδους κανιβαλισμός  («Τη σφήνωσα σ’ ένα βαζάκι,/ να σε ταΐζω κάθε μέρα μ’ αυτήν./ Το τελευταίο κομμάτι το έφτυνες»). Σε άλλο σημείο αναφέρεται στο σώμα ως υπερβολικό, ως αυτό που κινείται στο τερατώδες («Τρία κεφάλια στο στομάχι να ‘χω / Τρεις ζωές να οδηγώ.»).

Επίσης, υπάρχουν αναφορές στην κατακρεούργηση («κρεουργημένη»), στην αιμορραγία («Αιμορραγώ»), στην διάλυση του σώματος («Σπάω»), στη χώνεψη («Αρχίζω και χωνεύω βέλη φαρμακερά»). Επιπρόσθετα, γίνεται αναφορά στην μεταμόρφωση του ανθρώπου σε ζώο, στην εξαχρείωση και στην επικράτηση των ενστίκτων («Τιτάνια τα ένστικτα / κι η λογική παράνοια./ Ο άνθρωπος, / ζώο»). Το γκροτέσκο σώμα κυριαρχεί στην πρώτη ενότητα, για να γίνει λιγότερο έντονη η παρουσία του, στη συνέχεια, στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου.

Εκτός από γκροτέσκες εικόνες του σώματος, υπάρχουν και γκροτέσκες αναφορές σε αντικείμενα όπως τα σάπια μήλα στο ομώνυμο ποίημα, που δίνουν την εικόνα της αποσύνθεσης, μιας κατάστασης μεταξύ γέννησης και θανάτου, ο άδειος τενεκές που δίνει ταυτόχρονα την έννοια του μέσα και του έξω, ή αναφορά σε οπτασία, η οποία κινείται μεταξύ ζωής και θανάτου.

Η Γεωργίου για να συγκροτήσει τον παράξενο κόσμο του βιβλίου της επιστρατεύει συχνά, την ύπαρξη διάφορων ζώων, όπως «φάλαινα», «λύκος» και «βουβάλι σε χρυσό κλουβί», «σκαθάρι», «μαμούθ», «χρυσόμυγες», «χρυσόψαρο στη γυάλα», «ασπόνδυλα», «κονσέρβα σαρδέλας». Τα ζώα αυτά συχνά παίρνουν ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά και πολλές φορές τονίζεται η αίσθηση εγκλεισμού που βιώνουν και ο περιορισμός τους σε ένα κλουβί, κονσέρβα ή κλουβί. Η λειτουργία των ζώων συντελεί και αυτή με τη σειρά της στο να επιτείνεται η αίσθηση του παράλογου και γκροτέσκου. Ενδιαφέρον θα είχε, η ποιήτρια σε επόμενο βιβλίο της να αξιοποιήσει το καρναβαλικό-κωμικό στοιχείο που ενέχεται στο γκροτέσκο, καθώς αυτό θα δημιουργούσε ένα ενδιαφέρον μείγμα τρόμου και παρωδίας.

 

Θεολογικές αναφορές

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι βιβλικές αναφορές («Εύα», «Κάιν», «Αγία Τριάδα», «οι 9 πληγές του Φαραώ») καθώς και οι διάσπαρτες λέξεις ή φράσεις φορτισμένες με θεολογική σημασία όπως «σταύρωση του εγώ», «θεός του αγνώστου», «δισκοπότηρο», «Αρμαγεδδών», «δεήσεις», «δόγματα», «σάλπιγγες», «κύμβαλα αλαλάζοντα», «κόλαση», «ενταφιάζει για να αναστήσει», «κρανίου τόπος», «Ν’ ακούσουν τις φωνές εκείνες / που μόνο οι θεοί θε να ‘κουν. / Της σιωπής εκείνης να γένουν μύστες»). Οι αναφορές αφορούν τόσο την Παλαιά Διαθήκη («Εύα», «Κάιν, πληγές του Φαραώ», «σάλπιγγες»), όσο και την Καινή Διαθήκη («κύμβαλα αλαλάζοντα», «κρανίου τόπος», «σταύρωση», «ανάσταση») αλλά και τη χριστιανική θεολογική παράδοση και λειτουργική («Αγία Τριάδα», «δισκοπότηρο», «δεήσεις»), ενώ υπάρχει μία αναφορά στον «ευφραινόμενο Βούδα».

Οι θεολογικές αναφορές συνδυάζονται με μια αποκαλυπτική ή μετα-αποκαλυπτική εικόνα, καταστροφής, η απόλυτη δυστοπία: «όλεθρος», «χώμα», «στάχτη», «φτυαριές χώματος», «κραυγές», «παγίδες ανθρώπων», «ξεπερασμένοι άνθρωποι», «άνθρωποι χωρίς πρόσωπα», «τέφρα», «χάος», «οπτασίες», λεπίδες, καπιταλιστικοί σκλάβοι, «η νύχτα ακατάπαυστη, ανηλεής αγόγγυστη», «σκιές», «φυλακίσεις», «νεκροί», «εντάλματα σύλληψης», «το τραύμα», «το κενό». Οι βιβλικές αναφορές είναι σπάνιες στη σύγχρονη ελληνική ποίηση και αυτό το στοιχείο κάνει τη θεματολογία του βιβλίου της να ξεχωρίζει, θυμίζοντάς μας τα βιβλία της Μαίρης Κλιγκάτση, η οποία ενσωματώνει συνειδητά θρησκευτικά μοτίβα στην ποίησή της (Νυμφώνας και Πλευρικά).

Η ποίηση της Γεωργίου αν και αξιοποιεί βιβλικές αναφορές δεν εγκλωβίζεται σε αυτές. Επίσης, η διάθεση αναφοράς σε μεταφυσικές έννοιες έρχεται σε διαλεκτική αντίθεση με τον νιτσεϊκό μηδενισμό, δημιουργώντας ένα ενδιαφέρον μείγμα που κάθε άλλο παρά πολιτικά συντηρητικό ή μεταφυσικό θα μπορούσε να θεωρηθεί. Παρ’ όλ’ αυτά, οι  μεταφυσικές αναφορές, δεν πρέπει να συνδεθούν με την αναζήτηση ενός χαμένου κέντρου από την ποιήτρια αλλά μάλλον με την τρομακτική συνειδητοποίηση του κενού. Δεν υπάρχει ευλάβεια, δεν υπάρχει μια πίστη σε ένα υπέρτατο ον, ακόμη και η πίστη στον άνθρωπο φαίνεται να έχει χαθεί, «ο άνθρωπος ξεπερνιέται». Οι θεολογικές αναφορές χάνουν το θρησκευτικό τους νόημα και γίνονται εργαλεία με τα οποία το γκροτέσκο υποβάλλεται με έναν άλλο ακόμη διαφορετικό τρόπο. Πρόκειται στην ουσία για την έκφραση του ανοίκειου και του απρόσιτου που βιώνεται ως μεταφυσικός τρόμος.

 

Το έμφυλο στοιχείο

Αρκετές είναι οι αναφορές της Γεωργίου στο έμφυλο στοιχείο της ποίησης. Το θηλυκό/γυναικείο στοιχείο αναπαρίσταται, συχνά, μέσα από γκροτέσκες εικόνες. Η λειτουργία της γέννας συνδέεται με την εξαχρείωση («ωοτοκία εξαχρείωσης»), ενώ στο ποίημα Ελένη, αναφέρεται κρυπτικά «Οι ανοριακοί χαρακτήρες δε χωράνε στη μήτρα μας» και η κυοφορία χαρακτηρίζεται «ατέρμονη», μιας ύπαρξης που σύμφωνα με την ποιήτρια είναι «δεδομένα αδιόρατη». Η θηλυκότητα ταυτίζεται εν μέρει με τη γέννα, με τη δύναμη της μήτρας να φέρνει ζωή, με μια βιταλιστική έκφραση που ξεπερνά τα πολιτισμικά όρια, που κινείται στα όρια της εξαχρείωσης. Ταυτόχρονα, η θηλυκότητα ταυτίζεται με μια ατέρμονη διαδικασία δημιουργίας, η οποία δεν γίνεται πάντα αντιληπτή. Από την άλλη, ο κόσμος αποκαλείται «φαλλοκρατούμενος», που δυσκολεύεται «να παράξει», ενώ η «τεστοστερόνη», βασική ανδρική ορμόνη, χαρακτηρίζεται ως «κοινοτοπία». Το ανδρικό στοιχείο είναι αυτό που κυριαρχεί, ωστόσο, η πατριαρχία συνδέεται από την ποιήτρια με την ανικανότητα για δημιουργία ή  θετική παραγωγή.

Η Ελένη του ομώνυμου ποιήματος γίνεται το πρότυπο της δημιουργικής θηλυκότητας που ωστόσο, αγνοείται («Η Ελένη αγνοείται»), σύμφωνα με τη Γεωργίου, θέλοντας ίσως να δείξει τη φίμωση της γυναικείας δημιουργικότητας από την πατριαρχία. Ενδιαφέρον, έχει να σχολιάσει κανείς το ποίημα, Σκοτώνοντας την Εύα, όνομα που παραπέμπει ίσως στην πρωτόπλαστη Εύα του παράδεισου και αντιπροσωπεύει το πρότυπο της γυναίκας μητέρας, η οποία «καταλήγει στη θάλασσα», επιστρέφοντας «στην αγέλη» όπου συντελείται η νίκη πρώτη». Πιθανόν σε αυτό το ποίημα, η Γεωργίου, παραπέμπει σε ένα αίτημα επαναγέννησης της γυναίκας μέσα από τη θάλασσα.

 

Τελικές επισημάνσεις

Η Γεωργίου γράφει μια ποίηση που κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους του γκροτέσκου, του σωματικού γκροτέσκου και του γκροτέσκου ως έκφραση του ανοίκειου. Η ποίησή της είναι μια ποίηση που δεν στοχεύει στην αρμονία και στον εφησυχασμό, αλλά διαπερνάται από εντάσεις. Οι θεολογικές έννοιες δε λειτουργούν ως σύμβολα μιας μεταφυσικής αλήθειας, ούτε ως νοσταλγικές αναζητήσεις ενός χαμένου κέντρου αλλά ως αλλόκοτα γλωσσικά τοπία περιγραφής μιας σύγχρονης δυστοπίας. Η γκροτέσκα ποίηση της Γεωργίου είναι μια ποίηση με έμφυλα στοιχεία, που εστιάζουν στη γυναικεία ταυτότητα ως έκφραση της δύναμης της μήτρας να γεννά, να παράγει, να ανανεώνει. Ο νιτσεϊκός μηδενισμός είναι εμφανής σε αρκετά ποιήματα και δημιουργεί ακριβώς μια αίσθηση κενού, που όμως τίποτα δεν μπορεί να το καλύψει. Η ποίηση της Γεωργίου, είναι μια ποίηση ιδιαίτερη, που ξεβολεύει, που δεν αναζητά τη θεία πνοή ή τη θεϊκή αρμονία, είναι μια ποίηση που εκφράζει τον άρρητο πυρήνα ενός προσωπικού και συλλογικού τραύματος.

 

 

 

(*)  ο Δούρβας Αργύρης εργάζεται ως δάσκαλος. Διατηρεί το ιστολόγιο “Ποίηση αλλιώς” (https://poetry-or-not.blogspot.com/).

 

Θέκλα Γεωργίου, Υποθαλάμια, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2022

 

Προηγούμενο άρθροΒότσαλα στους τάφους, βαλίτσες σε κρυψώνες  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΘεατρικός χειμώνας 6: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ