Συζήτηση : Ελληνική λογοτεχνία – Crisis tourism; (της Άντζελας Δημητρακάκη)

4
1386

 

 

της Άντζελας Δημητρακάκη (*)

 

Διάβασα τη φράση «το momentum της οικονομικής κρίσης, όπου όλοι ενδιαφέρθηκαν έξαφνα για την Ελλάδα, πέρασε ανεπιστρεπτί. Το εκμεταλλευτήκαμε όπως έπρεπε;» σε σχέση με την ελληνική λογοτεχνία. Δεν έχει σημασία ποιος ή ποια την έγραψε . Σημασία έχει η λογική που εκφράζεται στη φράση, η γλώσσα που χρησιμοποιείται – και καθώς το προκείμενο είναι η λογοτεχνία, που είναι γλώσσα, θα ήταν εμφανώς προβληματικό το να υπάρξει ως απόκριση «η γλώσσα, η έκφραση εδώ δεν έχει σημασία». Η γλώσσα έχει σημασία – για ορισμένες επιστημολογίες (με τις οποίες συμφωνώ μόνο μερικώς, όπως ο μεταδομισμός) την μέγιστη σημασία. Η γλώσσα δεν είναι μονοεπίπεδο επικοινωνιακό εργαλείο. Ζητώ συγγνώμη για το τετριμμένο και πασίγνωστο, αλλά η γλώσσα είναι φορέας εσωτερικευμένης ιδεολογίας σε υποσυνείδητο επίπεδο, και όχι μόνο ιδεών σε συνειδητό. Κανείς και καμία δεν κινείται υπεράνω της διττής συνθήκης.

Το να μπορούμε να μιλάμε για «εκμετάλλευση» μιας (καλούμενης) κρίσης που οδήγησε σε συνθήκες οικονομικού μαρτυρίου την ελληνική κοινωνία, που παραμένει τόσο ταξική όσο κάθε άλλη, παραπέμπει αυτόματα σε εσωτερίκευση της γλώσσας του εμπορίου και τα όσα συνεπάγεται. Καθώς το οικονομικό μαρτύριο φέρει πάντα και άλλα, όπως πολιτικές εξελίξεις, αλλά και τη διαμόρφωση υποκειμενικότητας, το φάσμα των συνθηκών προς «εκμετάλλευση» μεγαλώνει. Θα έλεγα, απευθυνόμενη προς όσους και όσες θεωρούν ότι η όποια κρίση στην ανθρώπινη κοινωνία και καταστροφή πληθυσμών είναι δυνητικά πόρος προς «εκμετάλλευση», να μην ανησυχούν γιατί οι κρίσεις και οι καταστροφές δεν θα λείψουν – ούτε από την Ελλάδα βεβαίως. Υλικό προς «εκμετάλλευση» θα υπάρχει, και θα έχει το «momentum» που υπαγορεύουν οι ιστορικές διεργασίες. Αλλά το αν υποκύπτουμε στη διάχυση και φετιχοποίηση της εμπορικής, και εμπορευματικής, λογικής είναι ένα άλλο θέμα. Είναι μία λογική που, εν προκειμένω, (α) προκαλεί βαθύ ρήγμα μεταξύ του περιεχομένου της λογοτεχνίας ως πεδίου ανατομίας της οικονομικής κρίσης και της υπαγωγής της στο σύστημα που παράγει την οικονομική κρίση και που (β) προσκαλεί τους θεσμούς που έργο τους έχουν, ή θα έπρεπε να έχουν, τον σεβασμό προς συγγραφείς και αναγνωστικό κοινό να δέσουν και τα δύο αυτά συλλογικά σώματα σε μοτίβα στήριξης της ίδιας τους της κακοποίησης. Αυτό καλείται εμβάθυνση της αποικιοποίησης μιας γνωστής ταξικής συνθήκης: της αστικής ηγεμονίας που επιθυμεί, και καταφέρνει, να φέρνει τα πάντα στα μέτρα της. Εξάλλου αυτό θα πει ηγεμονία: απόσπαση συναίνεσης αντί για ωμή επιβολή. Σε ένα παλιό μου μυθιστόρημα, ένα κορίτσι αναρωτιόταν για τα ρήματα από το πεδίο της ανταλλαγής και του εμπορίου που χρησιμοποιούνται στις διαπροσωπικές μας σχέσεις χωρίς δεύτερη σκέψη: αυτό που εισπράττω είναι μίσος/αγάπη. Πώς λειτουργεί εδώ το μοτίβο της είσπραξης; Από πού προκύπτει;

 

Ο εικαστικός χώρος έχει ασχοληθεί με το ζήτημα. Το 2008, και ενώ η παγκόσμια οικονομική κρίση αναδυόταν, ο Ολλανδός εικαστικός Renzo Martens έφτιαξε το φιλμ-δοκίμιο Episode 3: Enjoy Poverty. Το genre επιτρέπει την παράθεση στοιχείων ντοκιμαντέρ και ποιητικής εκφοράς και επεξεργασίας. Ο κεντρικός χαρακτήρας, ένα alias του λευκού καλλιτέχνη-φωτογράφου, πηγαίνει στο σύγχρονο Κογκό και προσπαθεί να πείσει τους μαύρους φωτογράφους κατεστραμμένων χωριών να μη φωτογραφίζουν γάμους και χαρές της αλλά την φτώχεια τους και γενικά τη δυστυχία και την (δική τους, ντόπια) κρίση. Τους δείχνει με μαθηματικούς υπολογισμούς πόσα παραπάνω χρήματα θα έβγαζαν γιατί το δυτικό βλέμμα θέλει θύματα, κρίσεις, καταστροφές – αυτό είναι που πουλάει γιατί το κοινό νιώθει, ψευδαισθητικά, ότι συμμετέχει σε κάποιου τύπου κριτική καθισμένο σε κάποια αίθουσα προβολής. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό και διάσημο έργο, του οποίου το κριτικό εύρος δεν μπορώ να παρουσιάσω εδώ – υπάρχουν βιβλία και μελέτες και άρθρα γι’ αυτό καθώς και για το πώς συνεχίστηκε η προσπάθεια του εικαστικού στην κριτική της σύγχρονης αποικιοκρατίας. Αυτό που έχει σημασία για το θέμα του παρόντος σημειώματος είναι ότι δεν υπάρχει βαθύτερη αποικιακή λογική από εκείνη που σε ωθεί να θεωρείς ότι η «κρίση σου» είναι το κεφάλαιο που διαθέτεις και μπορείς να εκμεταλλευτείς. Είναι η τελευταία βαθμίδα στην κατάβασή σου στο πηγάδι της ίδιας σου της υποτέλειας.

Το έργο του Renzo Martens έχει διδακτική πλοκή για την ελληνική και όποια άλλη λογοτεχνία της περιφέρειας ή ημιπεριφέρειας, η οποία αδυνατεί να διερευνήσει και να κατονομάσει τα δομικά στοιχεία του μερικού έστω αποκλεισμού της: οι μαύροι Αφρικανοί φωτογράφοι κάνουν αυτό που τους λέει ο λευκός Ευρωπαίος φωτογράφος. Φωτογραφίζουν πια παιδιά που πεθαίνουν από ασιτία, βιασμούς, ανέχεια, κατεστραμμένα σώματα εργατών στις φυτείες (από τις οποίες προμηθευόμαστε καφέ και άλλα είδη αποικιακής τέρψης). Όταν όμως πηγαίνουν να διαθέσουν την πραμάτεια τους στην διεθνή αγορά, μαθαίνουν πως ένας τεράστιος μηχανισμός τους αποκλείει: δεν έχουν τα διαπιστευτήρια, οι φωτογραφίες τους είναι έτσι κι αλλιώς, οι μαύροι φωτογράφοι εκφράζουν εν τέλει την λευκή λογική και δεν έχουν δικό τους πρωτότυπο ιδίωμα. Και, κυρίως, η αγορά θέλει τις φωτογραφίες λευκών φωτογράφων, και όταν έχουν λευκό φωτογράφο που τις κάνει καλά, δεν χρειάζονται τον μαύρο – εκτός από την περιστασιακή token εξαίρεση για να διατηρηθεί ο κανόνας ή εκτός αν ο μαύρος φωτογράφος τυχαίνει να είναι πολίτης ιμπεριαλιστικής γεωγραφίας (βλ ΗΠΑ) σε περίοδο τύψεων για τις ανισότητές της. Οι μαύροι Αφρικανοί φωτογράφοι δεν έχουν καν δικαίωμα στην «εκμετάλλευση» της δικής τους κρίσης. Επιστρέφοντας στη λογοτεχνία, υπάρχουν περιπτώσεις συγγραφέων που υπέκυψαν στο πλέγμα των παραπάνω σχέσεων, προσφέροντας μια εξωτική θεματολογία της περιφέρειας, για να διαπιστώσουν ότι το εξωτικό δεν διατηρεί απαραίτητα αμείωτο το ενδιαφέρον της αγοράς, εκτός αν εξυπηρετεί τον συνολικό προσανατολισμό του status quo.

***

Το αν η ελληνική λογοτεχνία και οι χώροι που την στηρίζουν επιθυμούν μια τέτοια υποταγή είναι συζητήσιμο. Το αν θα έχει αποτέλεσμα, αμφισβητήσιμο, ειδικά σε μία χώρα που δεν παράγει ανατρεπτική και ριζοσπαστική κριτική της λογοτεχνίας – όχι μόνο της ελληνικής, αλλά και γενικά – ώστε να υπάρξει μια εναλλακτική θεώρηση ως βάση για διεθνή διάλογο. Ως προς αυτό το τελευταίο, να πω ότι όταν ένα κράτος επί της ουσίας απαγορεύει στους ερευνητές/τριες να δημοσιεύουν/γράφουν θεωρία στα ελληνικά γιατί δημοσιεύσεις στα ελληνικά δεν μετράνε ως ερευνητικό έργο στον πανεπιστημιακό θεσμό, το βάθος της ηγεμονίας με την οποία πλέον αναμετριόμαστε μοιάζει αβυσσαλέο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την αποικιοκρατική λογική που δεν είναι παρά η εμπέδωση της εμπορευματικής συνθήκης, ας κατακτήσουμε αρχικά βλέμμα άρνησης της υποτέλειας. Το ότι όλοι και όλες λειτουργούμε εντός της αγοράς το γνωρίζουμε – σε σημείο που οι όποιοι αποκλεισμοί από την αγορά να την καθιστούν επιθυμητή. Η λογοτεχνία όμως αυτοπυροβολείται στο κεφάλι όταν δέχεται την αποτύπωσή της ως crisis tourism. Ακόμη και αν θα το έκανε με κάποια ειρωνεία, η κριτική της στάση θα απαλειφόταν και το μόνο που θα παρέμενε ορατό θα ήταν το διατυπωμένο άγχος να ανήκει στον χώρο γένεσης της ίδιας της κρίσης. Το πρόβλημα θα ήταν ηθικό αλλά και πολιτικό.  Η ελληνική λογοτεχνία σε ποιον οφείλει να έχει αυτή τη μοίρα;

 

(*)Η Άντζελα Δημητρακάκη είναι συγγραφέας και θεωρητικός της σύγχρονης τέχνης. Είναι μέλος της διεθνούς Συμβουλευτικής Επιτροπής της πρωτοβουλίας Decolonise Hellas (https://decolonizehellas.org/)

 

 

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α” : Ποια ήταν η Χούλα – Χουπ; (της Γεωργίας Συλλαίου)
Επόμενο άρθροΤι είναι το Τι είναι ένας κάμπος ; (του Χρήστου Δανιήλ)

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Κι όμως, οι Αφρικανοί, οι ανεπίστρεπτα αποκλεισμένοι του κειμένου, έχουν πλέον ένα δικό τους, φοβερό υπερεργαλείο που σκίζει εκδοτικά παγκοσμίως: λέγεται ‘afrofuturism’. Όλο και περισσότερο οι συγγραφείς της Αφρικής αρνούνται την έξωθεν επιβεβλημένη εικόνα της ολοκληρωτικά καθημαγμένης ηπείρου (ως quasi αποικιοκρατική προβολή, άκουσον άκουσον!) και επιλέγουν να προβάλλουν την πολύχρωμη, αισιόδοξη οπτική ενός κόσμου δυνατού, με αξιοζήλευτο μέλλον στον πλανήτη. Και -ω, τι παράδοξο!- κατορθώνουν να πείσουν ακόμα και τους εκμεταλλευτές-αποικιοκράτες και τον διεθνή πολυεθνικό καπιταλισμό, ώστε να φτιάξει μια ταινία σαν το ‘Black Panther’!

    Με όλα αυτά θέλω να πω ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα μονοσήμαντα, αρκεί να υπάρχουν ιδέες και ταλέντο. Η μαρξιστική ανάλυση είναι χρήσιμη, αλλά έχει ένα μεγάλο μείον: υποτάσσει τα πάντα στη λογική των σχέσεων κυριαρχίας, αρνούμενη εντελώς ακόμα και την πιο ελάχιστη αχτίδα φωτός, αν πρώτα δεν ανατραπούν οι κυριαρχικές αυτές σχέσεις. Κοινώς, ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι… Κι όμως, οι Ιρλανδοί, ακόμα κι αν αποτελούσαν παραδοσιακά ‘σάκο του μποξ’ για τους ιμπεριαλιστές αφέντες τους Βρετανούς, κατάφεραν να τους βάλουν τα γυαλιά παντοιοτρόπως στη λογοτεχνική αρένα. Πώς γκένεν αυτό;

    Η μήπως δεν μας ενδιαφέρει και τόσο, γιατί η λογοτεχνία είναι έτσι κι αλλιώς κάτι δευτερεύον μπροστά στο επαναστατικό προτσές;

  2. Μια σχολαστική παρατήρηση. Ο Δ.Α. που έγραψε την επίμαχη φράση δεν είναι συμπαθής ή όχι “δημοσιογράφος” αλλά ποιητής και εκδότης περιοδικού. Ο Δ.Α. απάντησε στο ως άνω κείμενο και περιγράφει την Α.Δ. ως “αρθρογράφο” σε θέματα τέχνης ενώ είναι καθηγήτρια θεωρίας της τέχνης και πεζογράφος. Αντί λοιπόν να διαφωνούν στα μείζονα, μήπως να περιορίσουν πρώτα οι συνομιλητές τις a hominem κεκρυμμένες επιθέσεις στην ιδιότητα της μίας και του άλλου, οι οποίες μοιάζουν να μειώνουν το πρόσωπο του συνομιλητή τους; Και μετά ας εργαστούν για τη σωτηρία της ελληνικής λογοτεχνίας, του κόσμου κ.λπ.

  3. Αγαπητέ Αναγνώστη. Ενδιαφέρουσα η “σκιαμαχία” του Δ.Α με την Α.Δ . Οι κρίσεις (τεχνητές οι περισσότερες για την επιβίωση του συστήματος) μπορούν να αποτελέσουν “ευκαιρίες”, αλλά αλλοίμονο αν η λογοτεχνική παραγωγή μπει στη λογική του “εμπορικού ισοζυγίου και επ΄ αυτού είναι το λιγότερο ατυχείς οι αξιολογικές κρίσεις και προπάντων οι ευτελείς χαρακτηρισμοί του Δ.Α. για την Α.Δ. Όσο κι αν ορισμένοι κάνουν προσπάθεια -φιλότιμη είναι αλήθεια- να αποϊδεολογικοποιήσουν τα γραπτά τους, η υπόρρητη συντηρητικότητα( για όσους διαφωνούν με την αντικειμενικότητα του όρου ας βάλουν εισαγωγικά) των θέσεων τους, για όσους δηλαδή ξέρουν να διαβάζουν πίσω από τις λέξεις, τούς προδίδει . Άλλα είναι τα ουσιαστικά προβλήματα της ελληνικής λογοτεχνίας και γι΄ αυτά πρέπει να ξοδεύουμε και φαιά ουσία και μελάνι. Γ.Ι Φιλόλογος -Συγγραφέας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ