του Γιάννη Μουγγολιά
«Πήρε το ακορντεόν κι άρχισε να παίζει έναν συναισθηματικό, μελαγχολικό σκοπό. Το τεράστιο σώμα του λικνιζόταν μπρος πίσω στον χαλαρωτικό ρυθμό της μουσικής, κι όταν έφτασε στη μέση του κομματιού, ένα δάκρυ εμφανίστηκε στην άκρη του μουδιασμένου του βλεφάρου. Αν ξαφνικά εμφανιζόταν κάποιος και τον ρωτούσε τι τον βασάνιζε, δεν θα ήταν σε θέση ν΄ απαντήσει. Μόνος του ανάμεσα στους ασθμαίνοντες ήχους του οργάνου, δεν τον πείραζε η εξάντλησή του, αφέθηκε να τον παρασύρει ήσυχα ο σιγανός στρατιωτικός σκοπός. Δεν είχε λόγο να σταματήσει να παίζει, και όταν έφτανε στο τέλος, ξεκινούσε πάλι, χωρίς διάλειμμα, σαν ένα παιδί ανάμεσα σε κοιμώμενους ενήλικες, γεμάτος από ένα απέραντο αίσθημα ευτυχίας, αφού εκτός από αυτόν, κανείς άλλος δεν ήταν σε θέση ν΄ ακούει. Ο βελούδινος ήχος του ακορντεόν ώθησε τις αράχνες του καπηλειού σε μια νέα φρενιτιώδη δραστηριότητα. Κάθε ποτήρι, κάθε μπουκάλι, κάθε φλιτζάνι και κάθε τασάκι γρήγορα είχαν καλυφθεί μ΄ ένα λεπτό ιστό αράχνης. Στα τραπέζια και στα πόδια από τις καρέκλες, πλέχτηκαν σε κουκούλι και μετά -με τη βοήθεια μιας ή περισσότερων μικροσκοπικών μυστικών ινών- συνέδεσαν τα πάντα μεταξύ τους, σαν να ήταν σημαντικό γι΄ αυτές, ξαπλωμένες στις μυστικές απομακρυσμένες γωνιές τους, να παρακολουθούν το παραμικρό τρέμουλο, κάθε μηδαμινή μετατόπιση, ώστε αυτό το περίεργο, εντελώς αόρατο δίκτυο, να παραμείνει αλώβητο. Ύφαιναν και πάνω στα πρόσωπα, στα πόδια των κοιμωμένων, και μετά, γρήγορες σαν αστραπή, υποχωρούσαν στις κρυψώνες τους, έτοιμες να ξαναρχίσουν με αφορμή μιαν ανεπαίσθητη δόνηση. Οι μύγες που κοίταζαν να σωθούν από τις κινούμενες αράχνες, ακούραστα χάραζαν ολονυχτίς οχτάρια γύρω από το αδύναμο φως του φωτιστικού∙ ο μισοκοιμισμένος Κέρεκες συνέχιζε να παίζει, μέσα στο ημιαναίσθητο κεφάλι του παρήλαυναν εικόνες από βόμβες και συντριβές αεροπλάνων, από στρατιώτες που εγκατέλειπαν το πεδίο της μάχης και από φλεγόμενες πόλεις, η μια εικόνα διαδεχόταν την άλλη με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κι όταν εκείνοι μπήκαν μέσα διακριτικά, επικρατούσε τόση σιωπή, που σταμάτησαν έκπληκτοι μπροστά στο θέαμα που παρουσίαζαν. Κι ο Κέρεκες ένιωσε, μάλλον, παρά ήξερε ότι ο Ιερεμίας και ο Πέτρινα είχαν φτάσει».

Διαβάζοντας το απόσπασμα από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του βραβευμένου με Νόμπελ φέτος Laszlo Krasznahorkai «Satantango» σε μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου που κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Πόλις, οίκο από τον οποίο βρήκαν βήμα στην Ελλάδα πολλά βιβλία του σπουδαίου συγγραφέα, κοιτώντας την χαρακτηριστική σκηνή που ο κορυφαίος Ούγγρος σκηνοθέτης Bela Tarr δημιούργησε εικονοποιώντας το ουσιαστικά όπως έκανε και για όλο το μυθιστόρημα στην ομώνυμη ταινία του την οποία δημιούργησε εννέα χρόνια μετά την κυκλοφορία του λογοτεχνικού έργου και ακούγοντας τη θαυμάσια μουσική που έγραψε για αυτή τη σκηνή αλλά και για την ταινία ο συνθέτης Mihaly Vig που είναι ταυτόχρονα και ο κινηματογραφικός Ιριμίας (λογοτεχνικός Ιερεμίας της ελληνικής μετάφρασης), πρωταγωνιστής του φιλμ, εντοπίζουμε τον ιδανικό συνδυασμό λογοτεχνίας, κινηματογράφου και μουσικής όπως αποτυπώθηκε στη μεγάλη οθόνη μέσα από τη συνεργασία τριών αχώριστων συνεργατών. Ταινίες του Bela Tarr προβλήθηκαν στο παρελθόν στο κύκλωμα διανομής στην Ελλάδα από την εταιρεία Carousel, ενώ το «Satantango» αλλά και οι ταινίες «Κολαστήριο», «Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ», «Το άλογο του Τορίνο» και «Ο άνθρωπος από το Λονδίνο» του Bela Tarr πρόκειται να κυκλοφορήσουν σε επανέκδοση την εποπτεία της οποίας έχει ο σκηνοθέτης και στην Ελλάδα με τη Ριβιέρα να εξασφαλίζει τα ελληνικά δικαιώματά τους και να συνεργάζεται με την εταιρεία Carousel στην προώθηση και στη διανομή τους.

Στο κείμενο αυτό θα εστιάσουμε περισσότερο στον ρόλο της μουσικής και στη γενικότερη προσωπικότητα του συνθέτη και μουσικού Mihaly Vig που διέτρεξε την καλλιτεχνική ιστορία της ουγγρικής σκηνής και βέβαια της κινηματογραφικής μουσικής. Ήδη από το προαναφερθέν απόσπασμα μπορούμε να κατανοήσουμε τον τρόπο προσέγγιση του συνθέτη στις μουσικές που έγραψε για τον κινηματογράφο.
Η μουσική του Vig είναι απαραίτητη για το συναίσθημα των ταινιών του Tarr, δημιουργώντας μια υπνωτική ατμόσφαιρα που συμπληρώνει τέλεια το στυλ του σκηνοθέτη. Συχνά η μουσική του Mihaly Vig έχει ρόλο πρωταγωνιστή στις ταινίες του Bela Tarr. Στα τραγούδια του γράφει ο ίδιος τους στίχους.

Ο ίδιος ο Bela Tarr σε συνέντευξή που έδωσε τον Ιανουάριο του 2002 στη Βουδαπέστη στην Judit Pinter επισήμανε: «Όταν μιλάω για τις ταινίες μας, μου αρέσει να χρησιμοποιώ τον πληθυντικό, γιατί πιστεύω πως αυτές οι ταινίες δεν θα ήταν αυτό που είναι αν έλειπαν τρία πρόσωπα. Εκτός από τον Krasznahorkai, τα άλλα δύο είναι η Agi (Agnes Hranitzky) και ο Miska (Mihaly Vig). Στην ουσία αυτή είναι η ομάδα που η άποψή της είναι παρούσα με πολύ καθοριστικό τρόπο στα έργα μου. Για τον Mihaly Vig θα ΄θελα να πω μόνο κάτι… Ήμαστε μαζί στην Πολωνία και τον ρώτησαν αν θεωρούσε τον εαυτό του περισσότερο ως συνθέτη μουσικής για τον κινηματογράφο ή απλώς ένα συνθέτη. Εκείνος απάντησε: “Θεωρώ τον εαυτό μου ποιητή”. Kαι πράγματι αν διαβάσεις τους στίχους των τραγουδιών του, καταλαβαίνεις ότι είναι ένα άτομο πολύ έξυπνο, πνευματώδες, υπερευαίσθητο, που κρίνει με μεγάλη λεπτότητα. Δουλεύουμε μαζί εδώ και 19 χρόνια: του διηγούμαι με λίγα λόγια την ταινία, κι ύστερα δε χρειάζεται να του πω πια τίποτα. Μπαίνει στο στούντιο, κι αυτό που συνθέτει, συνήθως είναι εντάξει έτσι όπως είναι».
Το Τανγκό του Σατανά
To 2021 από τη δισκογραφική εταιρεία Arbelos με έδρα το Λος Άντζελες κυκλοφόρησε ο δίσκος βινυλίου 12 ιντσών, ρυθμισμένος στις 45 στροφές, «Music From The Film Satantango» με το σάουντρακ της ταινίας «Satatango» (Το τανγκό του σατανά, 1994) του Bela Tarr, βασισμένης στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Laszlo Krasznahorkai.

Ο Mihaly Vig δημιούργησε μια μοναδική ατμοσφαιρική μουσική που αντλεί στοιχεία από τη μοντέρνα κλασική αλλά κυρίως από την ηλεκτρονική δίνοντας την αίσθηση της ambient με drone, χωρίς να αμελεί και πιο παραδοσιακές νύξεις από τη φολκ και το τάνγκο. Μια μουσική απόλυτα εναρμονισμένη και ταιριαστή στον μαραθώνιο των φιλμικών εικόνων της επτάωρης και πλέον σε διάρκεια ταινίας. Ολόκληρη η ταινία είχε προβληθεί στο πλαίσιο αφιερώματος που περιλάμβανε προβολή όλων των ταινιών του Bela Tarr στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πριν πολλά χρόνια στο Ολύμπιον σε μια προβολή μεταμεσονύκτια όπου τους θεατές, που άντεξαν και παρέμειναν έως το τέλος και ήταν αρκετοί, στην έξοδό τους το πρωί τους περίμενε μπουφές με breakfast από τους διοργανωτές. Μια σκοτεινή ταινία βουτηγμένη στη θλίψη που ζωντάνεψε με μια επώδυνη ησυχία από τον απλό, λιτό, άμεσο τρόπο με τον οποίο γράφει μουσική χρησιμοποιώντας από ηλεκτρονικά έως ακορντεόν ο Mihaly Vig. Προηγουμένως ο Bela Tarr είχε κινηματογραφήσει με ποιητικό τρόπο και έντονη εσωτερικότητα το σπουδαίο μυθιστόρημα του Krasznahorkai.

H μουσική του Mihaly Vig καθηλωτική, ζωντανεύει στα αυτιά και την ψυχή μας όλη την παγωμένη, ασπρόμαυρη, μινιμαλιστική, υπνωτική διάσταση του Bela Tarr υπογραμμίζοντας την τομή του με τη συγκλονιστική ομορφιά του έργου του συγγραφέα. Μουσική αιθέρια, προμηνυτική, φευγαλέα που αγκαλιάζει τις μακροσκελείς σκηνές και τα απίστευτης εικαστικής δύναμης και αισθητικής πλάνα του Bela Tarr τα οποία ξεδιπλώνονται στα 12 μέρη του φιλμ. Μα πάνω από όλα τη στοιχειωτική, σχεδόν διαβρωτική ομορφιά του στοχασμού του.
Μουσική έντονου λυρικού φορτίου που απευθύνεται στο συναίσθημα, ηχητικό περιβάλλον που οικοδομείται μέσα από τον συνδυασμό διηγητικού ήχου, δηλαδή πραγματικού ήχου εκτός μουσικής σύνθεσης όπως συμβαίνει με τη χρήση του ήχου των καμπανών εκκλησιών και την ατμοσφαιρική τους ένταξη στο σάουντρακ, με ακορντεόν όπως στο υπέροχο τάνγκο του δίσκου. Συναρπαστική και συγκινητική μουσική που συχνά εισχωρεί στις βαθιά ζοφερές σκηνές δημιουργώντας μια σκοτεινή συμφωνία εικόνας και ήχου. Τα κομμάτια που συμπεριλαμβάνονται στον δίσκο είναι τα «Harang I», «Pityi», «Eső II», «Halics», «Szabad Egy Tangót?», «Körtánc II» και «Harang II» και όπως αντιλαμβανόμαστε από τις αγγλικές τους μεταφράσεις «Bell I», «Rain II», «Galicia», «May I have this tango?», «Circle Dance II», «Pityi» και «Bell II» αντιπροσωπεύουν συγκεκριμένες σκηνές της ταινίας, μεταξύ των οποίων και αυτές στην παμπ.
Όπως σημειώνει ο Stephane Bouquet στο κείμενό του «Το μεγαλείο του Bela Tarr» που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 510 (Φεβρουάριος 1997) του έγκριτου κινηματογραφικού περιοδικού Cahiers du Cinema: «Η μουσική (οι θλιμμένες λαϊκές μουσικές της Ουγγαρίας που συνοδεύουν και γεμίζουν πολλά πλάνα) έχει ένα πολύ σημαντικό μερίδιο και, κατά κάποιο τρόπο, αναδεικνύεται προκλητικά σαν ευκολία, όργανο γοητείας, δύναμη σαγήνης… Η μουσική συμμετέχει σ΄ ένα ιδιαίτερο κινηματογραφικό καθεστώς, δεν είναι μια αφηγηματική αντίστιξη, θέλει να φτάσει ως τις πύλες της διαίσθησης».

Στο υπέροχο αυτό φιλμ ο μόνιμος συνεργάτης στη μουσική, του Tarr, Mihaly Vig κρατά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ιριμία, ενός προφήτη δηλαδή σε μια ελεύθερη από εμάς αλλά όχι και τόσο αυθαίρετη, όπως αποδεικνύεται, ερμηνεία, αφού στην ταινία ο ρόλος αφορά έναν ψευδοπροφήτη. Επίσης ο Mihaly Vig συνεισέφερε καίρια στη συγγραφή του σεναρίου.
Η υπόθεση του φιλμ κινείται γύρω από τους κατοίκους ενός καταρρέοντος συλλογικού αγροκτήματος που βλέπουν τα σχέδιά τους να καταρρέουν όταν ανακαλύπτουν ότι ο Ιριμίας, ένας πρώην συνάδελφός τους που νόμιζαν ότι ήταν νεκρός, επιστρέφει στην κοινότητα. Ορισμένοι πιστεύουν στην έλευση του Μεσσία, άλλοι στην έλευση του Σατανά. Ένα έπος για την πτώση του κομμουνισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ένα ποιητικό ταξίδι σε αναζήτηση της αλήθειας, ένα κείμενο που ξεχειλίζει από ειρωνεία αλλά και από συμπόνια και ανθρωπιά για την μηδαμινότητα του ανθρώπου που αγωνίζεται να βρει σταθερές βάσεις γνωρίζοντας το περιορισμένο των δυνατοτήτων του.
Σε σημείωμά του που συμπεριλαμβάνεται στη μονογραφία για τον Bela Tarr που εξέδωσε με επιμέλεια της Αθηνάς Τσαγγάρη το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2022 με αφορμή τη ρετροσπεκτίβα για τον σκηνοθέτη με το σύνολο του έργου του, ο Mihaly Vig σημειώνει για το «Satantango» αλλά και τη μουσική του: «Η ταινία δεν είναι παρά μια αναμετάδοση, μια ανακατασκευή στο σελυλόιντ του μυθιστορήματος “Το τανγκό του Σατανά”, που δημοσιεύτηκε το 1985. Χρόνος και δομή, τοπίο και άνθρωπος, περιβάλλων χώρος και πολιτισμός. Λίγοι άνθρωποι είναι ικανοί να κάνουν τομή στην ιστορία τους. Να ξεχωρίσουν απ΄ αυτήν. Να εκτίσουν την ποινή τους. Αλλά ακόμη πιο λίγοι μπορούν να ρίξουν το βλέμμα τους εκτός της ιστορίας. Δε μπορούν να ατενίσουν με καθαρότητα και από απόσταση παρά μόνο την ιστορία των άλλων. Νιώθουμε όλοι μας ότι κάτι το αμετάκλητο βαραίνει πάνω μας, κάτι που οδεύει ήρεμα αλλά σταθερά προς την πραγμάτωσή του, το νιώθουμε όλοι χωρίς να τολμάμε να το παραδεχτούμε.
Προχωράμε μ΄ ένα βήμα που σέρνεται προς μια βελούδινη μελωδία από ακορντεόν, μακριά απ΄ όλα αυτά που είναι η ζωή. Δεν είναι ότι δεν τολμάμε, αλλά δεν μπορούμε ν΄ αντισταθούμε. Ιδού κάποια πράγματα θλιβερά, αλλά μερικές φορές είναι χρήσιμο να ξέρουμε γιατί όλα είναι τόσο απαίσια όσο είναι».
Οι μουσικές του Mihaly Vig για τις ταινίες του Bela Tarr που εκδόθηκαν σε cd
Οι συνθέσεις που υπάρχουν στον δίσκο βινυλίου διάρκειας περίπου 17 λεπτών αποτελούν ένα μέρος του θαυμάσιου cd «Filmzenek Tarr Bela Filmjeihez» που κυκλοφόρησε το 2001 από την ουγγρική δισκογραφική εταιρεία Bahia και επανεκδόθηκε με τον αγγλικό τίτλο «Film Music From The Films Of Bela Tarr» το 2003 από τη επίσης ουγγρική δισκογραφική εταιρεία Periferic Records. Στο cd περιλαμβάνεται η μουσική δημιουργία του Mihaly Vig στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τον σκηνοθέτη Bela Tarr καλύπτοντας ένα ευρύτατο χρονικό φάσμα της φιλμογραφίας του από το 1983 έως το 2001.

Εδώ εκτός από τη μουσική του φιλμ «Satantango» υπάρχουν και οι μουσικές για άλλες τρεις ταινίες του Bella Tarr και συγκεκριμένα για τις «Almanac Of Fall» (Φθινοπωρινό Αλμανάκ), «Damnation» (Κολαστήριο) και «Werckmeister Harmonies» (Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ). Τα ακορντεόν, οι κιθάρες, το πιάνο, τα σαξόφωνα, το μπάσο, το βιολί, το τσέλο, τα ντραμς και βεβαίως τα συνθεσάιζερ χτίζουν το μουσικό σύμπαν του Mihaly Vig.

O δίσκος αρχίζει με έξι μελωδικές βινιέτες (μονόλεπτες έως δίλεπτες) του Mihaly Vig για την ταινία «Almanac Of Fall» που σκηνοθέτησε το 1984 ο Bela Tarr και στις οποίες υπάρχουν και σύντομα λεκτικά αποσπάσματα της ταινίας. Στη δίωρη ταινία η δράση είναι εγκλωβισμένη σε ένα σκοτεινό, ζοφερό διαμέρισμα μιας πλούσιας ηλικιωμένης γυναίκας όπου οι κάτοικοι (ο γιος της, η νοσοκόμα της, ο εραστής της νοσοκόμας της και ένας νέος ένοικος) έχουν την ανάγκη της επικοινωνίας μεταξύ τους και προσπαθούν να εκφράσουν τους πόθους, τις επιθυμίες, τους φόβους, τις ανασφάλειες, τις εμμονές, τις αντιπαλότητές και τα μυστικά τους. Ταινία ορόσημο του Bela Tarr στο μεταίχμιο του ρεαλιστικού ντοκιμαντέρ που εγκαταλείπει ο σκηνοθέτης και της ποιητικής, υπερφυσικής και μεταφυσικής φιλμικής δημιουργίας που διατυπώνεται με τον ιδιοσυγκρασιακό φορμαλισμό του τον οποίο υιοθετεί από εδώ και στο εξής. Η μουσική του Mihaly Vig έρχεται να σχολιάσει με τον καλύτερο τρόπο τις εικόνες και να υπογραμμίσει ιδανικά τον στοχασμό και τη συχνά έντονη νοσταλγική διάθεση του σκηνοθέτη. Μουσική καρδιάς σε μια ταινία με έντονο συναισθηματικό βάθος, κάτι σαν κατάδυση στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής.

Τη σκυτάλη παίρνουν επτά μουσικά θέματα του Mihaly Vig (δυο σχεδόν μονόλεπτα και τα υπόλοιπα σαφώς πιο ολοκληρωμένα) για την αριστουργηματική ταινία «Damnation» του Bela Tarr την οποία σκηνοθέτησε το 1988 σε σενάριο που έγραψε ο ίδιος μαζί με τον Laszlo Krasznahorkai πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα του τελευταίου. Ενας μοναχικός μεσήλικας άντρας στη βιομηχανική επαρχία ζει τη ζωή του μέσα στη «λάσπη» παρατηρώντας εξ αποστάσεως τα βαγονέτα του ορυχείου από όπου απολύθηκε αλλά και τη γυναίκα του που τον εγκατέλειψε για να παντρευτεί κάποιον άλλον. Παρά την προσπάθειά του να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, ο ήρωας δεν ξεφεύγει ποτέ από την κόλαση που είναι η ίδια του η ζωή.

Σε αυτό το καταθλιπτικό φιλμικό διαμάντι που διαβρώνεται όπως και η ζωή του ήρωα από την ανεργία, την ερωτική απόρριψη, τη μοναξιά και τη βροχή που μόνιμα ρέει κατατρώγοντας κάθε αχτίδα ελπίδας, ο Mihaly Vig με τις μελαγχολικές, πικρές μελωδίες του, τα μινιμαλιστικά τάνγκο του και την ανελέητη ρετρό διάθεσή του δίνει τον δικό του τόνο και τη μοναδική υποβλητική ατμόσφαιρα με την οποία η μουσική σφραγίζει τα καθηλωτικά, ανεπανάληπτης εικαστικής ομορφιάς, ασπρόμαυρα πλάνα.
Ακολουθεί η μουσική του «Satantango» όπως την παρουσιάσαμε παραπάνω στον δίσκο που κυκλοφόρησε αυτόνομα το 2021 και ο δίσκος κλείνει με τη μουσική του Mihaly Vig για την ταινία «Werckmeister Harmonies» που ο Bella Tarr σκηνοθέτησε το 2000 βασισμένος στο μυθιστόρημα του Laszlo Krasznahorkai «Η μελαγχολία της αντίστασης» (1989). Η σπουδαία αυτή αλληγορική ταινία με τα εξαίσια, υποβλητικά ασπρόμαυρα μονοπλάνα μεγάλης διάρκειας με κύριο ήρωα τον ταχυδρόμο Βάλιουσκα (ερμηνεία από τον Γερμανό ηθοποιό Lars Rudolph), τον υπερασπιστή μιας ανθρωπότητας λίγο πριν την καταστροφή και σε άλλους ρόλους τους Γερμανούς ηθοποιούς Peter Fitz και Hanna Schygulla, τον Ούγγρο Janos Derzci κ.α., έτυχε μιας κορυφαίας στιγμής της μουσικής δημιουργίας του Mihaly Vig.

To τετράλεπτο «Valuska» και το δεκάλεπτο «Oreq (Old)» αντιπροσωπεύουν υποδειγματικά σε αυτό το cd την εμπνευσμένη, ελεγειακή μουσική του Mihaly Vig που με τους επαναλαμβανόμενους κύκλους σε βυθίζει σταδιακά στο σκοτεινό της σύμπαν. Μουσική βαθιά συγκινητική που σηκώνει το βάρος της τραγικότητας αλλά και της μεγαλοπρέπειας του σπουδαίου αυτού φιλμ.
Μετά τις πρώτες ταινίες του «Οικογενειακή φωλιά» (1977), «Hotel Magnezit» (1978), «Ο Αουτσάιντερ» (1980), «Προκατασκευασμένες σχέσεις» (1982) και «Μάκβεθ» (1982) ο Bela Tarr συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον συνθέτη Mihaly Vig στην ταινία του «Φθινοπωρινό Αλμανάκ» όπου η σχέση αυτή παρέμεινε αναλλοίωτη και άφθαρτη και χωρίς διακοπή σε όλο το μετέπειτα έργο του, ενώ η πρώτη φορά που εγκαινιάστηκε η συνεργασία του Bela Tarr με τον Laszlo Krasznahorkai ήταν στην ταινία «Κολαστήριο».
Οι ανέκδοτες μουσικές του για το φιλμικό σύμπαν του Bela Tarr
Η συνεργασία Mihaly Vig με τον Bela Tarr δεν περιορίζεται στις προαναφερόμενες ταινίες αφού ο Mihaly Vig έγραψε τη μουσική και για άλλες ταινίες του Ούγγρου σκηνοθέτη χωρίς να έχουμε ωστόσο δισκογραφικά δείγματα αυτών των δουλειών του. Έτσι μόνος τρόπος επαφής με τις μουσικές του ήταν η θέαση των ταινιών του, εκεί δηλαδή που η μουσική γίνεται ένα ενιαίο, αδιαίρετο σύνολο με την εικόνα.
Βασισμένη σε δυο αφηγήματα που έγραψε το 1986 ο Laszlo Krasznahorkai, η 24λεπτη έγχρωμη ταινία «Az utolso hajo»/«City Life: The Last Boat» που σκηνοθέτησε ο Bela Tarr το 1990 αποτελεί ένα έξοχο δείγμα συνομιλίας διάφορων τεχνών (κινηματογράφος, λογοτεχνία, εικαστικές τέχνες, μουσική).

Και η μουσική τόσο του Mihaly Vig (μινιμαλιστική με ηλεκτρονικά στοιχεία, μελωδικές βάσεις και ελεγειακό χαρακτήρα) όσο και του Zbigniew Preisner, διάσημου από τη συνεργασία του με τον Krzystof Kieslowski και πολλούς άλλους (νεοκλασική με οπερετικές φωνές), βεβαίως έχει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ξεχωριστή πολιτική ταινία όπου οι αποσκευές των ταξιδιωτών ελέγχονται με ακτίνες Χ και όπου ακούγεται ένα ποίημα που οι στίχοι του εξυμνούν την ελεύθερη ζωή, χωρίς ντροπή ή περιορισμούς, κάτι που εμπεριέχει έντονο το στοιχείο της ειρωνείας αφού η πραγματικότητα της εποχής εκείνης είχε να κάνει με την κομμουνιστική Ουγγαρία και βέβαια με απόλυτα περιορισμένες κινήσεις. Η Βουδαπέστη εκκενώνεται και οι τελευταίοι κάτοικοί της την εγκαταλείπουν. Άνθρωποι που μπαίνουν σε ένα πλοίο, αφήνοντας πίσω τη δυστυχία του παρελθόντος και έχουν άγνωστο και αβέβαιο προορισμό και μια οδυνηρή μετάβαση στο μέλλον με μια ελπίδα σε διαρκή αμφιβολία. Τα λείψανα του κομμουνισμού έχουν θαφτεί και ο καπιταλισμός με τις προκλήσεις του είναι προ των πυλών. Η ταινία είναι μια από τις 12 του πρότζεκτ «City Life» όπου 12 ρηξικέλευθοι σκηνοθέτες «διαβάζουν» με τον δικό τους τρόπο 12 διηγήματα και κατ΄ επέκταση ο καθένας την πόλη που γνωρίζει.
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1995 σε μια σπάνια, μη αφηγηματική ταινία του, μια από τις ελάχιστες έγχρωμες κατ΄ εξαίρεση από το συνολικό έργο του, διάρκειας 35 λεπτών με τίτλο «Utazás az alföldön (Journey on the Plain)» ο Bela Tarr, που συνυπογράφει το σενάριο με τον Laszlo Krasznahorkai, σκηνοθετεί τον Mihaly Vig που εδώ, εκτός από τον ρόλο του συνθέτη, έχει και τον πρωταγωνιστικό μοναχικό, στοχαστικό ρόλο περιπλανώμενος στη μεγάλη ουγγρική πεδιάδα (χώρο που γυρίστηκε και το «Satantango») και απαγγέλλοντας ποιήματα του εθνικού ποιητή της Ουγγαρίας, φιλελεύθερου επαναστάτη και κορυφαίας μορφής της Ουγγρικής Επανάστασης του 1848 Sandor Petofi (1823-1849).

Ανάμεσά τους το τραγούδι ενός πότη που υμνεί τη θεραπευτική δύναμη του κρασιού να διώχνει όλα τα προβλήματα, ποιήματα που ακολουθούν το είδος ενός ψευδο-λαϊκού τραγουδιού και δημοτικά τραγούδια με θέμα το κρασί, τον έρωτα, τους ρομαντικούς ληστές αλλά και τη φιλία, τον θάνατο και το πένθος. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι στίχοι του ποιητή αλλά υπάρχει μια απογειωτική σκηνή με τον πρωταγωνιστή και συνθέτη Mihaly Vig να παίζει εκκλησιαστικό όργανο πάνω σε ένα φορτηγό που περιδιαβαίνει τους λόφους.
To 2004 o Bela Tarr συμμετείχε μαζί με 24 ακόμη σκηνοθέτες όπως οι Aki Kaurismaki, Fatih Akin, Peter Greenaway και πολλοί άλλοι, καθένας από μια χώρα-κράτος, μέλος της τότε Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη μαραθώνια σειρά 25 ταινιών μικρού μήκους «Visions of Europe» με τη δική του μικρού μήκους «Prologue», διάρκειας 5 λεπτών στην οποία συμπυκνώνει τη δική του οπτική για την Ευρώπη.

Μέσα από ένα συνεχές τράβελινγκ κινηματογραφεί πρόσωπα ανθρώπων-εργατών που στέκονται σε μια γιγάντια ουρά και περιμένουν συσσίτιο. Το πλάνο φτάνει σε ένα ανοικτό παράθυρο όπου μια γυναίκα δίνει στον καθένα μια μικρή σακούλα με φαγητό και ένα πλαστικό ποτήρι με ποτό τσεκάροντάς το και προσμετρώντας το στους παραλήπτες του φαγητού. Μια εμφανώς πολιτική ταινία για την οικονομική κατάσταση της Ευρώπης με ασαφές χρονικό και τοπικό πεδίο όπου δεν δηλώνεται χώρα και εποχή και υπονοείται η καθολική φυσιογνωμία του καπιταλισμού, αλλά μόνο υποδεικνύεται η μεσημεριανή ώρα της διανομής (12 το μεσημέρι) από το ρολόι που βρίσκεται πίσω από τη γυναίκα. Ταινία προφητική για την οικονομική κρίση που συνοδεύεται με μια ακόμη σπουδαία μουσική γραμμένη από τον Mihaly Vig η οποία ζωντανεύει όλη την εσωτερική ένταση, τα μελαγχολικά συναισθήματα και τις απογοητευτικές παραπομπές και διατυπώσεις του σκηνοθέτη, με απουσία διαλόγων και οποιουδήποτε λεκτικού. Μουσική συναισθηματικής δύναμης που στο «απρόσωπο» πέρασμα όλων αυτών των κατακερματισμένων προσώπων αφήνει έντονο το χαρακτηριστικό αποτύπωμά της χωρίς να διακρίνει αλκοολικούς, ναρκομανείς, ψυχικά διαταραγμένους ή «απλώς άστεγους» και υποψήφιους που βρίσκονται στο κατώφλι της φτώχιας και της εξαθλίωσης.

Το 2007 είναι η χρονιά που κυκλοφορεί η ταινία «The Man from London» του Bela Tarr και της Agnes Hranitzky σε σενάριο των Tarr και Laszlo Krasznahorkai, οι οποίοι διασκευάζουν για τον κινηματογράφο το μυθιστόρημα «L’Homme de Londres» που ο Georges Simenon έγραψε το 1934. Έπαιξαν ο Τσέχος ηθοποιός Miroslav Krobot, η Αγγλίδα Tilda Swinton και οι Ούγγροι ηθοποιοί Janos Derzsi και Istvan Lenart. O Mihaly Vig σε μια ακόμη σημαντική στιγμή της μακρόχρονης συνεργασίας του με τον Bella Tarr συνθέτει ένα καταθλιπτικό και συντριπτικό score όπου τα συνθεσάιζερ έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο δημιουργώντας την απαραίτητη ambient ατμόσφαιρα.
Το 2011 ο Mihaly Vig γράφει την αριστουργηματική ελεγειακή, μεγαλειώδη αλλά και βαθιά λυπητερή μουσική για την ταινία «The Turin Horse (Το Άλογο του Τορίνο)» των Tarr- Agnes Hranitzky σε σενάριο Tarr- Krasznahorkai.

To απρόμαυρο φιλμ που γυρίστηκε σε 30 μόνο μεγάλης διάρκειας πλάνα εσωτερικών ρυθμών και υπνωτιστικής δύναμης και αντικατοπτρίζει ένα πολύ ιδιαίτερο μινιμαλιστικό και βαθιά αλληγορικό σινεμά πάνω στη νιτσεϊκή σκέψη και στο «τέλος του κόσμου», έτυχε μιας σπάνιας μουσικής. Μουσική υποβλητική και επιβλητική, από τις πιο εφιαλτικές και σκοτεινές που έχουν γραφτεί για τον κινηματογράφο, που αναπνέει με όρους μινιμαλισμού, υπογραμμίζει υποδειγματικά τις επαναλαμβανόμενες, σχεδόν κυκλικές σκηνές της ζωής του ιδιοκτήτη του αλόγου και της κόρης του. Σκηνή ανθολογίας αποτελεί το εκπληκτικό πλάνο του ηθοποιού Janos Derzi πάνω στο άλογο κατά την πορεία του στο παγωμένο λιτό εξωτερικό τοπίο με τη μουσική του Mihaly Vig να καθηλώνει σε ένα από τα ωραιότερα και πιο ατμοσφαιρικά, δραματικά ηχοτοπία καταξιώνοντας πλήρως τη σύνδεση αυτού του «άλλου» σινεμά με τη μουσική. Ένα συγκλονιστικό μουσικό θέμα σε λούπα το οποίο σε ακολουθεί ακατάπαυστα. Η μουσική της ταινίας ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Κινηματογράφου Καλύτερου Συνθέτη το 2011.
O Mihaly Vig έγραψε τη μουσική και για την τελευταία ταινία που σκηνοθέτησε το 2019 ο Bela Tarr με τίτλο «Missing People». Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ 95 λεπτών, αποκλειστικά προορισμένο για το Φεστιβάλ Βιέννης (Wiener Festwochen) που έκανε την παραγγελία στον σκηνοθέτη.

Το ντοκιμαντέρ σε μορφή installation παρουσιάζει συγκλονιστικές και ταυτόχρονα βαθιά συγκινητικές εικόνες των ξένων της κοινωνίας, των φτωχών και καταπιεσμένων, των οποίων οι ζωές αντιπαραβάλλονται με το πλούσιο περιβάλλον της σύγχρονης Βιέννης. Συγκεκριμένα ένα κοινό μεσαίας και ανώτερης τάξης της Βιέννης συγκεντρώνεται σε ένα μουσειακό περιβάλλον με εικόνες πραγματικών άστεγων από την πλούσια πόλη τους, τη Βιέννη, οι οποίοι παρουσιάζονται να καταναλώνουν φαγητό. Η μουσική του Vig βέβαια με όλα τα χαρακτηριστικά και την ευαισθησία της γίνεται ο ιδανικός ξεναγός στο πέρασμα αυτών των εικόνων.
Σάουντρακ για ταινίες άλλων σκηνοθετών και η εμπλοκή του Vig με τους Trabant
Όμως ο Mihaly Vig δεν έγραψε μουσικές μόνο για ταινίες του Bela Tarr στον κινηματογράφο. Έγραψε μουσική για ταινίες των Janos Xantus, Peter Muller, Andras Szirtes, Ildiko Szabo και πολλών άλλων σκηνοθετών.

Ως μέλος των Trabant, ουγγρικού συγκροτήματος του new wave, της ηλεκτρονικής μουσικής και του art rock έγραψε σημαντικό μέρος της μουσικής για την ταινία «Eszkimo Asszony Fazik» (Eskimo Woman Is Cold) του Janos Xantus που κυκλοφόρησε το 1984. Οι Trabant έγραψαν το σάουντρακ της ταινίας και τα μέλη τους εμφανίστηκαν στο φιλμ. Πρωταγωνίστρια της ταινίας ήταν η τραγουδίστρια του γκρουπ και ξεχωριστή προσωπικότητα της ουγγρικής σκηνής Marietta Mehes, η οποία τότε ήταν και σύζυγος του σκηνοθέτη. Η ιστορία της ταινίας αφορούσε σε ένα ερωτικό τρίγωνο αποτελούμενο από την πρωταγωνίστρια, τον κωφάλαλο σύζυγό της και έναν πιανίστα που ερωτεύεται την πρωταγωνίστρια και υπήρχαν πολλές ερωτικές σκηνές. Το γεγονός ότι η ταινία είχε πολύ σημαντική επιτυχία δυσκόλεψε πολύ τη ζωή της Marietta Mehes αφού όλοι οι Ούγγροι την είδαν στην ταινία συνδέοντας τα διαδραματιζόμενα στη μεγάλη οθόνη με την πραγματική ζωή της τραγουδίστριας, κάτι που την ανάγκασε να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ.

Αυτό ήταν το ουσιαστικό τέλος των Tarbant που ωστόσο επανασυστάθηκαν για λίγο καιρό το 2011 για κάποιες συναυλίες όταν η Mehes επέστρεψε για μικρό χρονικό διάστημα στην Ουγγαρία. Τα τραγούδια των Trabant κυκλοφόρησαν ως σάουντρακ της ταινίας «Eszkimo Asszony Fazik» από το κινηματογραφικό στούντιο για την προώθηση της ταινίας σε ένα επτάιντσο EP, αφού λόγω της πολιτικής κατάστασης στην κομμουνιστική Ουγγαρία ήταν αδύνατο να κυκλοφορήσει η μουσική ενός τέτοιου underground συγκροτήματος από τη μοναδική κρατική ουγγρική δισκογραφική εταιρεία, την MHV. Το σάουντρακ κυκλοφόρησε σε 3000 αντίτυπα τα οποία εξαντλήθηκαν σε τρεις μέρες.

Οι Trabant που δανείστηκαν το όνομά τους από το όνομα ενός μικρού αυτοκινήτου της Ανατολικής Γερμανίας που έβγαινε από το 1957 έως το 1991, συμβόλου της οικονομικής στασιμότητας εντός του Ανατολικού Μπλοκ, ιδρύθηκαν το 1980 από τους Gabor Lukin, Janos Veto και Marietta Mehes και ο Mihaly Vig ενσωματώθηκε μαζί με μέλη του τότε συγκροτήματός του Balaton μετά από μια συναυλία τους που παρακολούθησε ο Lukin. Οι Mihaly Vig και Gabor Lukin έγραφαν τη μουσική, ο Janos Veto έγραφε τους στίχους και η Marietta Mehes ερμήνευε αποστασιοποιημένα και με μια συνειδητή απάθεια υιοθετώντας κάπως το εκφραστικό ύφος της Nico.

H εισροή στην μπάντα πλήθους εκλεκτών μουσικών, ολόκληρων συγκροτημάτων αλλά και άλλων καλλιτεχνών προσέδωσε στο μουσικό γκρουπ μια ιδιαίτερη ευρύτητα μετατρέποντάς το σε μια καλλιτεχνική κολλεκτίβα που βρήκε τη θερμή αποδοχή ενός μεγάλου κοινού παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν λόγω καθεστώτος. Τα δυο πρώτα χρόνια τους οι Trabant δεν έκαναν καθόλου συναυλίες και στην πορεία άρχισαν τις ζωντανές εμφανίσεις τους σε πανεπιστημιουπόλεις. Παράλληλα η μουσική τους κυκλοφορούσε σε κασέτες μεταξύ των φίλων τους. Εξαιρετικές ηχογραφήσεις τους από τη διετία 1983-84, περίοδο της ακμής τους κυκλοφόρησαν σε δυο δίσκους βινυλίου με τους τίτλους «Trabant» και «Trabant II» μετά από πολλά χρόνια, τo 2024 και τον φετινό Αύγουστο αντίστοιχα από την εταιρεία purge.xxx.

To 1983 κυκλοφόρησε η σουρεαλιστική ταινία θρίλερ και επιστημονικής φαντασίας «Ex-Kodek» του Peter Muller όπου ο Mihaly Vig έγραψε τη μουσική μαζί με τον Zoltan Farkas, αλλά και έπαιξε ως ηθοποιός. O Mihaly Vig γράφει επίσης το 1988 τη μουσική του ντοκιμαντέρ «Rockterito» (Rock Convert) του Xantus Janos για το επιδραστικό ουγγρικό underground ροκ συγκρότημα των ΄80ς Neurotic, το 2008 τη μουσική για το ντοκιμαντέρ «Sajat halal» (Own death) του Ούγγρου καλλιτέχνη και ανεξάρτητου παραγωγού ταινιών Peter Forgacs, μια αισθησιακή ταινία από μέσα προς τα έξω, μια ιστορία γύρω από μια μέρα καρδιακής προσβολής που κινείται στα όρια της ζωής και του θανάτου: μπρος-πίσω, αλλά και το ντοκιμαντέρ «GermanUnity@Balaton-Honeyland» (2011) του Peter Forgacs όπου ιδιωτικές ταινίες, συνεντεύξεις, φωτογραφίες και έγγραφα από τα αρχεία της μυστικής αστυνομίας της Ανατολικής Γερμανίας και της Ουγγαρίας ανασυνθέτουν την ατμόσφαιρα των καλοκαιριών στην περιοχή της λίμνης Balaton κατά την ύστερη σοσιαλιστική περίοδο.
Το 2013 μαζί με τον Τούρκο συνθέτη Doga Ebrisim υπογράφει τη μουσική της τούρκικης ταινίας «A hosszú út hazafelé» (The Long Way Home) του Alphan Eseli ο οποίος κινηματογραφεί την προσπάθεια επτά ανθρώπων από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, μετά τη μάχη του Σαρικάμι το 1915, να ξεφύγουν από την εμπόλεμη ζώνη και να βρουν ένα ασφαλές μονοπάτι με προορισμό το σπίτι τους.

Στο cdr «A Fallible Girl» του 2013 που μοιράζονται ο Vig και η Orchestra Elastique και εμπεριέχεται η μουσική για την οπτικά εντυπωσιακή ταινία «A Fallible Girl» του με έδρα την Κίνα κοσμοπολίτη σκηνοθέτη Conrad Clark που πραγματεύεται θέματα όπως τη φιλοδοξία, την αγάπη, την ταυτότητα, τον ξεριζωμό και την σύγκρουση των πολιτισμών, ο Mihaly Vig συνεισφέρει με τρία κομμάτια (δύο δίλεπτα και ένα πεντάλεπτο).

Ο Mihaly Vig υπογράφει τη μουσική για τρία ντοκιμαντέρ του ανεξάρτητου κινηματογραφιστή και δοκιμιογράφου Ross Lipman. Το πρώτο είναι το «Notfilm» (2015), ένα πειραματικό δοκίμιο 130 λεπτών του Lipman για τον κινηματογράφο, τον συγγραφέα του θεάτρου Samuel Beckett, τον πρωταγωνιστή του σινεμά Buster Keaton, την κινηματογραφική παραγωγή και τις φιλοσοφικές προεκτάσεις της 7ης Τέχνης, χρησιμοποιώντας επιπλέον λήψεις, πρωτοφανείς ηχογραφήσεις από τις συναντήσεις παραγωγής και άλλα σπάνια αρχειακά στοιχεία. Το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε στα διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου του Λονδίνου, του Ρότερνταμ, του Δουβλίνου, του Χονγκ Κονγκ κ.α. Ο Mihaly Vig συνθέτει μια εξαιρετικά εμπνευσμένη μουσική που ακολουθεί το ύφος των μινιμαλιστών δημιουργών αλλά και αποκαλύπτει ευαίσθητες και εκφραστικές, συναισθηματικές μελωδικές διαδρομές.

Το δεύτερο είναι το «Between two cinemas» (2018), διάρκειας 85 λεπτών που, όπως μαρτυρά ο τίτλος του, διερευνά τη σχέση μεταξύ αμερικάνικης πειραματικής πρωτοπορίας και ανεξάρτητου καλλιτεχνικού κινηματογράφου (arthouse). Κάτι σαν αυτοβιογραφία που ανατρέχει στην ελικοειδή πορεία του σκηνοθέτη/αρχειονόμου Ross Lipman στο μεταίχμιο αυτών των δύο διαφορετικών χώρων του κινηματογράφου μέσα από αποκαταστάσεις παλιών ταινιών του καθώς και ένα νέο ντοκιμαντέρ/δοκίμιο που τις συνδέει, αλλά και μέσα από την παράθεση άγνωστου αρχειακού υλικού για τον Αμερικανό πειραματικό σκηνοθέτη Stan Brakhage και τον Andrei Tarkovsky και την αναφορά σε νέες του συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως ο οραματιστής πειραματιστής Bruce Baillie, η κινηματογραφίστρια της Jeanne Dielman, Babette Mangolte, ο συνθέτης Mihaly Vig, και ο πρωτοπόρος του συνθεσάιζερ, Patrick Gleeson. Το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε σε σημαντικά διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων αυτά του Λονδίνου και του Χονγκ Κονγκ.

«The Case of the Vanishing Gods» (Η Περίπτωση των Εξαφανισμένων Θεών) είναι ο τίτλος του ντοκιμαντέρ του Ross Lipman που κυκλοφόρησε το 2021 και προβλήθηκε την ίδια χρονιά στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο και στο Διεθνές Φεστιβάλ Ανεξάρτητου Κινηματογράφου του Μπουένος Άιρες το 2022. Μια φιλόδοξη, συναρπαστική αφήγηση των άπειρων συγχωνεύσεων και μεταλλάξεων υλικών, κινηματογραφικών και ψυχολογικών περιοχών, μπολιασμένη με πολύ χιούμορ και σπάνια ευρηματικότητα, ένα ντοκιμαντέρ που διατυπώνει με τόλμη και ανοικτούς ορίζοντες τα ερωτήματα και τους προβληματισμούς του για την ύπαρξη πολλών θεών και μαριονετών που κυκλοφορούν ελεύθερα και χωρίς δεσμά γύρω μας. Ο Mihaly Vig συνθέτει μια παράξενη, συχνά παιγνιώδη και ατμοσφαιρική μουσική που ταιριάζει στις περίεργες εικόνες αλλά και στον στοχασμού του 75λεπτου αυτού υβριδικού, δοκιμιακού ντοκιμαντέρ.

Το 2018 συνθέτει το σάουντρακ της ουγγρικής δραματικής ταινίας «Genesis» του Arpad Bogdan, που προβλήθηκε στο Πανόραμα του 68ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Mε τη λυρική μουσική του παρακολουθεί τις τρεις αλληλένδετες ιστορίες με ρατσιστικές επιθέσεις τη διετία 2008-09 σε έναν ουγγρικό οικισμό Ρομά αλλά και την επίδρασή τους τόσο στα θύματα όσο και στην ουγγρική κοινωνία.
To 2023 για την ταινία μικρού μήκους «The More I Zoom in on the Image of These Dogs, the Clearer it Becomes That They Are Related to the Stars» του εξαιρετικού και πολύ ελπιδοφόρου Γεωργιανού σκηνοθέτη Aleksandre Koberidze, γνωστού από το βαθιά ποιητικό φιλμ του «Τι Βλέπουμε Όταν Κοιτάμε τον Ουρανό;» (2021) γράφει μια υπέροχη, αισθαντική μουσική εξαιρετικά λεπτών τόνων με το κύριο θέμα να αναπτύσσεται βουτηγμένο στα μοναχικά, δυσοίωνα πλήκτρα του πιάνου και στη σπαρακτική έγχορδη χροιά του τσέλου.
Η μουσική έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία καλύπτοντας όλη τη διάρκειά της. Η ταινία του Koberidze γυρίστηκε για την χρυσή επέτειο του Film Fest Gent στο πλαίσιο μιας συνολικής, γενικότερης παραγγελίας των διοργανωτών σε 25 συνθέτες οι οποίοι κλήθηκαν να γράψουν ο καθένας ένα σύντομο μουσικό έργο. Στη συνέχεια, 25 κινηματογραφιστές εμπνεύστηκαν από τη μουσική για να δημιουργήσουν μια ταινία μικρού μήκους. Ο σκηνοθέτης, καταξιωμένος από τις έως σήμερα φιλμικές του δουλειές για την πειραματική κινηματογραφική του γλώσσα, δημιουργεί μια τετράλεπτη ιστορία για σκύλους γεμάτους pixel σε ένα περβάζι παραθύρου μέσα από ένα ζουμ σε μια στατική εικόνα χαμηλής ανάλυσης που αποκαλύπτει κάτι κρυμμένο. Μέσα από τη ματιά του σκηνοθέτη τα σκυλιά που στον πραγματικό κόσμο προκαλούν την τρυφερότητα και την αγάπη μας, συμπιέζονται και εξοντώνονται ανελέητα από τον ψηφιακό πυρετό που προσπαθεί να εξαπλωθεί. Το πραγματικό μειώνεται άπειρα στο τίποτα. Όσο περισσότερο μεγεθύνεται η εικόνα αυτών των σκύλων, τόσο πιο σαφές γίνεται ότι σχετίζονται με τα αστέρια. Κάτι που με μια φιλοσοφική αναγωγή παραπέμπει και στους ανθρώπους. Το αποτέλεσμα ταίριαξε απόλυτα στη φυσιογνωμία του Film Fest Gent: 25 εξαιρετικές συμβιώσεις μουσικής και κινηματογράφου, ανερχόμενων ταλέντων και καταξιωμένων ονομάτων.
Προσωπικοί δίσκοι εκτός κινηματογραφικής μουσικής
Από την υπόλοιπη, εκτός κινηματογραφικής μουσικής, προσωπική του δισκογραφία θα υπογραμμίζαμε το άλμπουμ του «Ciganydalok» (Τσιγγάνικα τραγούδια), που κυκλοφόρησε σε mini cd 18 λεπτών το 1998 από τη δισκογραφική εταιρεία Bahia Music με διασκευές gypsy folk τραγουδιών ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, ο οποίος είχε συγκεντρώσει τα τραγούδια των Ρομά ενώ ήταν μέλος της επιτροπής εθνο-μουσικής της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών.

Στον δίσκο αυτό εμπεριέχονται χορωδιακά τραγούδια απελπισίας των Ρομά.
Τέσσερα χρόνια αργότερα από την ίδια δισκογραφική εταιρεία κυκλοφορεί ο δίσκος του «Egy Elfeledett Műfaj Avagy Nincs Új A Nap Alatt» όπου στο επίκεντρο βρίσκονται τρεις ποιητές. Ένας ζωντανός, δύο νεκροί. Ο ένας από αυτούς δεν έχει τον ρόλο του ποιητή αλλά του ερμηνευτή που στέλνει ποιήματα του εθνικού ποιητή της Ουγγαρίας Sandor Petofi και του σπουδαιότερου Ούγγρου ποιητή του 20ού αιώνα Endre Ady (1877-1919) στη μητέρα του η οποία τον έμαθε να διαβάζει.

Στον δίσκο δεν ακούγεται μουσική αλλά μόνο η εκφραστική ανθρώπινη φωνή. Η φωνή του Vig που με τη βραχνάδα της και την τάση της να μουρμουρίζει αναδεικνύεται σε στυλιστικό χαρακτηριστικό του άλμπουμ, άμεσα συνδεδεμένο με τον χαρακτήρα των ποιημάτων. Η βροντερή φωνή του Mihaly Víg που απαγγέλλει τους συγκινητικούς στίχους του ποιήματος του Petofi «A Munkacsi varban» ακούγεται σαν απαλή μουσική, ενώ η αισθαντική ερμηνεία στο ποίημα «A Meghivott Halal» (Προσκεκλημένος θάνατος) του Endre Ady γίνεται γέφυρα ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς.

Επίσης ο Vig τέλος συμμετέχει με 16 συνθέσεις του στον τριπλό δίσκο βινυλίου «Cseh-Víg Album» που συνυπογράφει με τον Ούγγρο μουσικό, συνθέτη, τραγουδιστή και ηθοποιό Cseh Tamas και κυκλοφόρησε το 2023 από τη δισκογραφική εταιρεία Kliofilm.
Τα χρόνια της νεότητας και οι Balaton, το κορυφαίο γκρουπ του, σύμβολο της ουγγρικής ροκ σκηνής
Γεννημένος το 1957, ο Mihaly Vig μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που κυριαρχούσε η μουσική με τον εθνομουσικολόγο πατέρα του να ακούει δίσκους στο σπίτι. Από νεαρή ηλικία ο Mihaly Vig προσέγγισε την κλασική και την πειραματική μουσική ακούγοντας από νωρίς Karlheinz Stockhausen, Zoltan Kodaly και Igor Stravinsky αλλά και ροκ. Από παιδί έπαιζε βιολί και πιάνο και λίγο αργότερα κιθάρα.

Στα 16 του έφυγε από το σπίτι και έζησε στη δεκαετία του ΄70 με μουσικούς και παρέες. Στη δεκαετία του 1980 έγινε πολύ δημοφιλής μέσα από τα συγκροτήματα των Trabant και των Europa Kiado των οποίων έγινε μέλος αλλά κυρίως μέσα από το δικό του πρωτοποριακό ροκ συγκρότημα Balaton που ίδρυσε με τον κιθαρίστα Karoly Hunyadi το 1979 παίζοντας κιθάρα, πλήκτρα και τραγουδώντας. Επίλεκτο γκρουπ της underground ροκ σκηνής της Βουδαπέστης μέσα στο κομμουνιστικό καθεστώς, με όνομα δανεισμένο από το όνομα της λίμνης Μπάλατον, της μεγάλης ουγγρικής λίμνης και βασικού τουριστικού προορισμού της χώρας. Στο ξεκίνημά τους οι Balaton εκτός του σημαντικού και πρωτότυπου συνθετικού τους έργου για το οποίο ευθυνόταν κυρίως ο Vig, έκαναν διασκευές ποιημάτων Ούγγρων ποιητών όπως ο Janos Veto και ο Gyorgy Kozma. Μετά τη διάλυση των Trabant, του άλλου κορυφαίου ουγγρικού συγκροτήματος της εποχής, οι Balaton συνεργάστηκαν με τους Europa Kiado μεταξύ 1984 και 1987. Οι Balaton διαλύθηκαν το 1987, επανενώθηκαν το 1991 και δραστηριοποιούνται έως σήμερα.

Οι μουσικές τους κυκλοφορούσαν κυρίως σε κασέτες ενώ ένα εκλεκτό δείγμα της δουλειάς τους μαζί με των Europa Kiado κυκλοφόρησε το 1998 σε διπλό cd με τον τίτλο «A Zichy Kastelyban» από τη δισκογραφική εταιρεία Bahia Music. Επίσης το 2019 κυκλοφόρησε το cd τους «Lassan Már… Hiába… Stb.» από τη δισκογραφική εταιρεία FF Film & Music, ενώ κομμάτια τους μπορούμε να βρούμε και σε κάποια CDr που κυκλοφόρησαν.
Η μουσική του Mihaly Vig σε μεγάλο μέρος της, εκτός των υπέροχων λυρικών ινστρουμένταλ συνθέσεών του, επικοινωνεί ιδανικά με τους στίχους που ο ίδιος γράφει. Πρόκειται για στίχους που στρέφονται γύρω από οικουμενικά θέματα όπως η αγάπη, η φιλία, η ελευθερία. Τους στίχους του αλλά και πεζά κείμενά του μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο του «Versek es novellak» (Στίχοι και νουβέλες) που κυκλοφόρησε το 1996.
Mihaly Vig και Ελλάδα
Οι ζωντανές εμφανίσεις του Mihaly Vig στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν στις 7 και 8 Οκτωβρίου 2016 στο Θέατρο Σφενδόνη της Αθήνας με σκοπό την υποστήριξη και οικονομική ενίσχυση του θεάτρου προκειμένου να μην κλείσει και να υλοποιήσει το καλλιτεχνικό του πρόγραμμα.

Πριν τις συναυλίες του Vig προβλήθηκαν οι ταινίες του Bela Tarr “Το άλογο του Τορίνο» και «Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ». Στο πρώτο μέρος της συναυλίας ο Mihaly Vig στα keyboards αυτοσχεδίασε πάνω σε εικόνες από την ταινία «Satantango» του Bela Tarr και στο δεύτερο μέρος με τη συνοδεία της κιθάρας του παρουσίασε ένα πανόραμα από παλαιότερα και σύγχρονα τραγούδια του.
Ο Mihaly Vig ξαναήλθε στην Ελλάδα στις 9 Οκτωβρίου 2023 ως προσκεκλημένος του οργανισμού «Ελευσίνα-Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2023» όπου παρουσίασε στο πλαίσιο της δράσης «Μυστήριο 62: Νύχτες Βραδύτητας – Ομιλίες για τον Χρόνο» έναν ζωντανό αυτοσχεδιασμό πάνω σε σκηνές της ταινίας του Bela Tarr «Satantango» που προβάλλονταν. Πριν λίγες μέρες, στις «31ες Νύχτες Πρεμιέρας», στο γνωστό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας που πραγματοποιήθηκε από 1 έως 12 Οκτωβρίου προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ «There was a tower: A portrait of Mihaly Vig», παραγωγής 2022, του Ούγγρου σκηνοθέτη, συγγραφέα και παραγωγού για την τηλεόραση Andras Kecza, βοηθού σκηνοθέτη του Bela Tarr.
Ένα ντοκιμαντέρ για τον Mihaly Vig, ένα ιδιαίτερο ταλέντο και έναν αντισυμβατικό χαρακτήρα και βέβαια για μια συναρπαστική και περιπετειώδη ανθρώπινη ζωή. Η Tilda Swinton ήταν εκτελεστική παραγωγός.
Ο Mihaly Vig με ένα τεράστιο εύρος δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν τις ιδιότητές του ως συνθέτη, τραγουδοποιού, μουσικού, τραγουδιστή, ηθοποιού, σεναριογράφου, στιχουργού και ποιητή και ταυτόχρονα με μια μακροχρόνια ενασχόληση στον χώρο της μουσικής που εμπεριέχει πλήθος διαφορετικά είδη και στιλιστικές ιδιομορφίες. Από τον χώρο της ηλεκτρονικής, της ροκ, της new wave που καθόρισε την άνοιξη του ουγγρικού underground, περνώντας στη φολκ, στα παραδοσιακά κομμάτια, στα τσιγγάνικα (romani), στα τάνγκο και στα βαλς που αναπνέουν μέσα από τον γλυκόπικρο ήχο του ακορντεόν και καταλήγοντας στις φορτισμένες και απαιτητικές μινιμαλιστικές, σύγχρονες, πρωτοποριακές, νεοκλασικές ή ηλεκτρονικές δημιουργίες του που εκφράστηκαν στον κινηματογράφο, παρέμεινε πάντα ένας ασυμβίβαστος και αταξινόμητος ταξιδιώτης των ατμοσφαιρικών ηχοτοπίων, ένας γνήσιος πειραματιστής, ένας αθεράπευτος μποέμ που έδινε προτεραιότητα στα μονοπάτια της ψυχής και στις ασυνήθιστες εξερευνήσεις.

Ένας «οριακός ποιητής της μουσικής» που έδωσε λυρικό βάθος και στοχαστική υπόσταση σε όλα τα εγχειρήματά του και που μένει ενεργός και δημιουργικός μέχρι και σήμερα στα 68 του, παράγοντας νέο έργο.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














