Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ «Cleansed», Σάρα Κέιν: ο Δ. Καραντζάς δεν απάλυνε τη βία, μεγέθυνε την...

«Cleansed», Σάρα Κέιν: ο Δ. Καραντζάς δεν απάλυνε τη βία, μεγέθυνε την αγάπη (της Όλγας Σελλά)

0
7298
Spread the love

 

της Όλγας Σελλά

Ανήκω στην κατηγορία των θεατών που δεν είχε δει το έργο της Σάρα Κέιν (1971-1999) στην πρώτη του παρουσίαση στην Ελλάδα, το 2001, σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη («Καθαροί πια» το είχε μεταφράσει) και σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Οι αφηγήσεις σκηνών από εκείνη την παράσταση, όμως, από τους τότε θεατές, με είχαν σχεδόν… τρομοκρατήσει καθώς πήγαινα να δω το ίδιο έργο, με τον τίτλο «Cleansed» τώρα, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.  Ήμουν προετοιμασμένη να δω μια παράσταση ακραίας βίας και σκληρότητας. Κι όμως…

Είδα τι μπορεί να κρύβεται κάτω από την ακραία βία και τη σκληρότητα. Είδα ακραία ποίηση και παράτολμη αφοσίωση. Είδα ακραία ευαισθησία και υπέρτατη δοτικότητα. Κι όλα αυτά μέσα σε συνθήκες απόλυτου εγκλεισμού και καταναγκασμού, σε ένα περιβάλλον πλήρους ανελευθερίας και αδιανόητης κακοποίησης.

Η ιστορία αυτών των επτά ανθρώπων συμβαίνει μέσα σ’ ένα περίεργο Ίδρυμα (Πανεπιστημιακό; Σωφρονιστικό; Ιατρικό;). Εκεί υπάρχει αυτός ο τα πανθ’ ορά, ο παντεπόπτης, ο Τίνκερ (Χρήστος Λούλης) -το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, αποτύπωσε μοναδικά και τον απόλυτο έλεγχο, καθώς ο Τίνκερ βρισκόταν σ’ έναν «πύργο ελέγχου» αυτού του κτίσματος, σιωπηλός, ψυχρός, αποφασισμένος, γνωρίζοντας τι κάνει ο καθένας από τους τροφίμους αυτού του Ιδρύματος. Έξι άλλοι άνθρωποι βρίσκονται εκεί: άλλοι έγκλειστοι, άλλοι γιατί ψάχνουν κάποιον που ήδη βρίσκεται εκεί. Ο  Γκράχαμ (Δημήτρης Καπουράνης) αναζητεί τη διαφυγή στα ναρκωτικά. Η Γκρέις, η αδελφή του (Μαίρη Μηνά) τον αναζητεί, θέλει να καταλάβει πώς σκεφτόταν, θέλει να γίνει εκείνος, όταν εκείνος ήταν πια απών. Ο Καρλ (Νικολάκης Ζεγκίνογλου) θέλει απόλυτη αφοσίωση από τον σύντροφό του, τον Ροντ (Γιώργος Ζυγούρης), ο οποίος διεκδικεί την αυτοτέλεια μέσα στη σχέση («δεν θα γίνω άντρας κανενός», λέει στον Καρλ). Ο Ρόμπιν (Θανάσης Ραφτόπουλος) είναι ένα καλόβολο και βασανισμένο πλάσμα που ακούει διαρκώς φωνές στο κεφάλι του, αλλά και στην πραγματικότητα, όταν υφίσταται τη κακοποίηση από τον Τίνκερ. Και η Γυναίκα (Νατάσα Εξηνταβελώνη), ένα πλάσμα χωρίς όνομα, κάνει αυτό που έχει μάθει να κάνει, σαγηνεύει μέσω του κορμιού της.

Έξι άνθρωποι που αναζητούν κατεύθυνση, γαλήνη, κάθαρση -συνειδητά ή ασυνείδητα, λογικά ή παράλογα. Έξι άνθρωποι, γυναίκες και άνδρες, που έχουν γνωρίσει την αδιαφορία, την αποστροφή, τη χλεύη των γύρω τους ο καθένας και η καθεμιά για διαφορετικούς λόγους. Έξι άνθρωποι που, παρ’ όλα αυτά, έχουν αποθέματα ευαισθησίας, τρυφερότητας, αγάπης. Αυτής που αναζητούν, αυτής που θέλουν να μοιραστούν. Αυτής που αναδύεται ξαφνικά μέσα στο ψυχρό και ασφυκτικό Ίδρυμα, δημιουργώντας μικρές γωνιές φωτεινές και ανθισμένες, σαν μικρούς, στιγμιαίους, παραδείσους. Έτσι κι αλλιώς και τα όνειρα, στιγμές είναι…

Αυτή την ιδιοφυή αλληγορία πόνου και κάθαρσης, καταστολής και ελευθερίας, αυτή την ιδιότυπη κραυγή της ασφυκτικής πραγματικότητας την φώτισε με ευφυΐα, αφοσίωση, μόχθο, φαντασία, έμπνευση, ο Δημήτρης Καραντζάς. Αναδεικνύοντας αυτό ακριβώς που σπανίζει, αυτό ακριβώς που είναι καλά κρυμμένο στο κείμενο της Σάρα Κέιν: την τρυφερότητα, την κατανόηση, την αποδοχή, την αγάπη, την ενσυναίσθηση. Αφουγκράστηκε όλους τους ψιθύρους από το σύμπαν της Σάρα Κέιν, και τη διαρκή της αγωνία για το πώς μπορεί να επιβιώσει κανείς σ’ αυτόν τον κόσμο, και μετέγραψε σ’ αυτό το σύμπαν τις σύγχρονες αγωνίες για το πώς μπορεί να επιβιώσει κανείς σε τούτον τον κόσμο.

Δεν απάλυνε τη βία, μεγέθυνε την αγάπη στην παράστασή του ο Δημήτρης Καραντζάς. Ανέδειξε ποίηση από το «απαγορευμένο» και το ανήκουστο. Και το έκανε με κάθε τρόπο:  όταν υπογράμμιζε τη βία σ’ εκείνο το αλλόκοτα υπέροχο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, -που αποτύπωνε το αδιέξοδο, τον εγκλεισμό, την επιβολή και τον καταναγκασμό.

Το έκανε με τους φωτισμούς, με τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, που είχαν ταυτότητα (δεν είναι τυχαίο ότι η Γκρέις ενδύεται –μαγική σκηνή- τα ρούχα του Γκράχαμ, για να μπει στην ψυχή του).

Με τη μουσική του Γιώργου Ραμαντάνη, που γινόταν στριγκή, όταν έδινε ήχο στις στιγμές εξόντωσης.

Με την κίνηση του Τάσου Καραχάλιου (αξέχαστος εκείνος ο χορός των δύο αδελφών του Γκράχαμ και της Γκρέις, του Δημ. Καπουράνη και της Μαίρης Μηνά, που ξεκίνησε σαν λίκνισμα, για να γίνει κοινός βηματισμός, απογείωση, ταύτιση: «Εγώ εσένα σκεφτόμουν κάθε που…»).

Και ασφαλώς το έκανε με την καθοριστική παρουσία των επτά ηθοποιών του πάνω στη σκηνή και τον τρόπο που συνομίλησαν με το κείμενο της Σάρα Κέιν και με την προσέγγιση του Δημήτρη Καραντζά. Είναι αρκετές οι ξεχωριστές στιγμές σ’ αυτή την παράσταση. Θα θυμάμαι με δέος τον χορό και την ένωση του Γκράχαμ (Δημήτρης Καπουράνης) με την Γκρέις (Μαίρη Μηνά) και το απελπισμένο αλλά απελευθερωτικό -και γι’ αυτό σπαρακτικό- πάθος του Ροντ (Γιώργος Ζυγούρης) με τον Καρλ (Νικολάκης Ζεγκίνογλου)  –από τις πιο ωραίες ερωτικές σκηνές που έχω δει. Όσο για τη βία ήταν πιο αφόρητη όταν είχε «γλυκιά» γεύση (στην αδιανόητα σκληρή σκηνή που ο Τίνκερ μπουκώνει με γλυκά τον Ρόμπιν) και χάρη στον εξαιρετικό –και σ’ αυτό το σημείο- Θανάση Ραφτόπουλο.

Και ο  Τίνκερ του  Χρήστου Λούλη; Αυτού του εξουσιαστή που επιβαλλόταν χωρίς να κραυγάζει; Αυτού που πλησίαζε τους ανθρώπους κυρτώνοντας το σώμα του; Αυτού που μισούσε και κατέστρεφε όσα και ό,τι επιθυμούσε; Αυτού που ενώνεται με εκείνην (Νατάσα Εξηνταβελώνη) που εκπροσωπεί όσα υποτιμά και βδελύσσεται;

Μέσα από τον ζόφο των εξευτελισμών, της οδύνης, της υποτέλειας, του πόνου κάθε είδους, ανέσυρε το μεγαλείο ο Δημήτρης Καραντζάς, φωτίζοντας τις απεγνωσμένες κραυγές για αγάπη, έρωτα, αποδοχή, ηδονή, εμπιστοσύνη, αυτοθυσία –αυτές που κυρίως στριμώχνονται, καταπίνονται, σβήνονται.

Αναμφίβολα μία από τις καλύτερες παραστάσεις της τρέχουσας σεζόν, οπωσδήποτε από τις πιο ώριμες στιγμές του Δημήτρη Καραντζά.

Απαραίτητες οδηγίες για τους θεατές

  1. H παράσταση είναι αυστηρώς ακατάλληλη για ανηλίκους.
  2. Η παράσταση περιέχει σκηνές βίας και σεξουαλικής αναπαράστασης. 
  3. Μετά την ανακοινωμένη ώρα έναρξης της παράστασης ο διοργανωτής δεν επιτρέπει την είσοδο σε αργοπορημένους θεατές. Οι αργοπορημένοι θεατές που δεν τους επιτράπηκε η είσοδος δεν δικαιούνται αποζημίωση ή επιστροφή χρημάτων.
  4. Απαγορεύεται η φωτογράφιση και η βιντεοσκόπηση της παράστασης.
  5. Θα δοθούν στους θεατές σακουλάκια που θα τοποθετήσουν μέσα το κινητό τους καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. 
  6. Στην παράσταση γίνεται χρήση στροβοσκοπικών φωτισμών (strobe lights), καπνού (haze) και δυνατών ήχων.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος, Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς, Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος, Μουσική: Γιώργος Ραμαντάνης, Φωτισμοί : Ελίζα Αλεξανδροπούλου, Φωτογραφίες & Trailer: Γκέλυ Καλαμπάκα, Βοηθός Σκηνοθέτη: Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος, Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Καλοφούτη, Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου

 ΔΙΑΝΟΜΗ

Τίνκερ: Χρήστος Λούλης

Γκρέις: Μαίρη Μηνά

Γκράχαμ: Δημήτρης Καπουράνης

Γυναίκα: Νατάσα Εξηνταβελώνη

Ροντ: Γιώργος Ζυγούρης

Καρλ: Νικολάκης Ζεγκίνογλου

Ρόμπιν: Θανάσης Ραφτόπουλος

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

Τετάρτη και Κυριακή στις 7μ.μ., Πέμπτη στις 8μ.μ., Παρασκευή στις 9μ.μ. Σάββατο 5.30μ.μ. και 9μ.μ.

Προηγούμενο άρθρο20 non fiction που δεν “συχνάζουν” σε λίστες (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΤώρα τι κλαις και τι γκρινιάζεις / Πρωτοχρονιά είναι και γιορτάζεις

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ