Τι είναι το Τι είναι ένας κάμπος ; (του Χρήστου Δανιήλ)

0
304

 

 

του Χρήστου Δανιήλ

Το Τι είναι ένας Κάμπος είναι το δεύτερο πεζογραφικό βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου. Η Νάσια Διονυσίου γεννήθηκε το 1979 στη Λευκωσία και σπούδασε Νομικά. Το 2017 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Περιττή ομορφιά, Ροδακιό, αποσπώντας την προσοχή των κριτικών και αρκετές διακρίσεις (Κρατικό Βραβείο διηγήματος/νουβέλας στην Κύπρο, μικρή λίστα Βραβείων του Αναγνώστη). Το νέο της βιβλίο αναφέρεται στα στρατόπεδα κράτησης Εβραίων που είχαν δημιουργήσει οι Άγγλοι στην Κύπρο μεταξύ των χρόνων 1946-1949 και στα οποία κρατήθηκαν περίπου 50.000 Εβραίοι πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Πρόκειται δηλαδή για μια εντελώς παρθένα θεματική στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας (ίσως και της παγκόσμιας).

Η δράση του έργου, το αφηγηματικό του παρόν, εκτυλίσσεται σε λίγες μόνο ημέρες: από το Σάββατο 26 Απριλίου 1947 έως και την Κυριακή 11 Μαΐου 1947 μέσα από τις ημερολογιακές καταγραφές ενός Κύπριου δημοσιογράφου ο οποίος επισκέπτεται τα στρατόπεδα αυτά, τα camps, (όρα κάμπος), προκειμένου να ακούσει και να καταγράψει τα αιτήματα των κρατουμένων. Ο δημοσιογράφος καταγράφει τις μαρτυρίες των προσφύγων και ετοιμάζει το σχετικό ρεπορτάζ.

Στις ημερολογιακές όμως καταγραφές ενσωματώνονται οι μαρτυρίες των Εβραίων προσφύγων, μαρτυρίες πολλών προσώπων και οι οποίες διανοίγονται στο χώρο και στο χρόνο. Πρόκειται για μεταπλασμένες λογοτεχνικά αυθεντικές μαρτυρίες που η συγγραφέας έχει αντλήσει από διάφορες πηγές (ιστορικές, αρχειακές, δημοσιογραφικές) και αφορούν Εβραίους από διάφορα σημεία της Ευρώπης (Γερμανία, Πολωνία, Ολλανδία, Ρουμανία κ.ά.)× προς το τέλος μάλιστα του έργου παρατίθενται και αυτούσιες επιστολές προσφύγων. Παράλληλα η ημερολογιακή καταγραφή, στην οποία συνδυάζεται το ρεαλιστικό με το ονειρικό στοιχείο, διακόπτεται από τρεις αυτόνομες ιστορίες τριτοπρόσωπης αφήγησης, για την ύπαρξη των οποίων μάλιστα δεν δίνεται καμία εξήγηση, δεν δικαιολογούνται κειμενικά με κανενός είδους τέχνασμα ή πρόφαση, τρεις ιστορίες που μπορούν και λειτουργούν είτε αυτόνομα και ανεξάρτητα είτε σε συλλειτουργία μεταξύ τους και με την κύρια αφήγηση (μια αγρότισσα κρύβει στο σπίτι της έναν Γερμανό αιχμάλωτο που δραπέτευσε, μια Εβραία της Θεσσαλονίκης μνημονεύει την πόλη της, ένας νεαρός οδηγός του στρατοπέδου βγάζει κρυφά μερικά παιδιά από αυτό). Τέλος, εντός του κειμένου (είτε στην κύρια αφήγηση ημερολογιακού τύπου είτε με τη μορφή ονείρων είτε στις αυτόνομες ιστορίες) ενσωματώνονται δραματουργικά και αξιοποιούνται ποικίλες λογοτεχνικές ή άλλες καλλιτεχνικές αναφορές: στίχοι του Εβραίου ποιητή Paul Celan που αναφέρονται στο Ολοκαύτωμα, στίχοι σεφαραδίτικου τραγουδιού σχετικού με την μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης το 1917, πίνακας ζωγραφικής του Pablo Picasso που εικάζεται πως απεικονίζει τις μαζικές δολοφονίες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Δεν είναι όμως τα παραπάνω που καθιστούν, κατά τη γνώμη μου, το βιβλίο ως ένα από τα πλέον επιτυχημένα και αξιοσημείωτα λογοτεχνικά έργα της σύγχρονης βιβλιοπαραγωγής, αν και πιθανώς να αρκούσαν. Στο Τι είναι ένας Κάμπος, η Διονυσίου, χειρίζεται με εξαιρετική επιτυχία τον υπαινικτικό λόγο, την αμφισημία και την πολυσημία χωρίς να υποχωρεί σε εύκολους συμβολισμούς, σε συναισθηματισμούς και συνθηματολογία ή σε επικαιρικά σχόλια. Έτσι, μολονότι σε επίπεδο καταδήλωσης ο βασικός θεματικός άξονας του βιβλίου είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Εβραίων προσφύγων που στήθηκαν έξω από την Αμμόχωστο το 1946, μέσω της αξιοποίησης της μυθικής μεθόδου το βιβλίο (θα μπορούσε να) αναφέρεται και στα στρατόπεδα προσφύγων που στήθηκαν στην Κύπρο έπειτα από την τούρκικη εισβολή του 1974, αλλά και στα στρατόπεδα της πρόσφατης προσφυγικής κρίσης ή ακόμη και στους πρόσφυγες του πολέμου στην Ουκρανία (ο οποίος, βέβαια, ξεκίνησε μετά την κυκλοφορία του βιβλίου). Υπαινιγμός, πολυσημία και αφαίρεση, διαχρονικότητα. Με άλλα λόγια, ποιητικότητα:

 

Όμως συλλογιέμαι πως πίσω από τη δόξα κρύβεται κάθε φορά η αρπαγή, ο ξεριζωμός, το μοιρολόγι, τότε και πάντα. Και θυμάμαι πως την πόλη της Σαλαμίνας την είχε ιδρύσει ο Τεύκρος για να του φέρνει στον νου την πατρίδα του. Ο Τεύκρος, συνειδητοποιώ, ο πρώτος εξόριστος της ιστορίας μας× από αυτόν καταγόμαστε όλοι (σ.15).

 

ή

 

Ξέρει ακόμα πως με το γύρισμα της μοίρας μπορεί ο ένας να βρεθεί στη μεριά του άλλου, διότι είναι τέτοιες οι μοίρες των ανθρώπων, που ανακατώνονται, ποιος φεύγει και πού έρχεται, ποια χώρα κάρπισε και ποια θα γερημώσει, πόσες ανεστραμμένες διαδρομές πάνω στην ίδια θάλασσα, κι η θάλασσα πάντοτε αλμυρή, η θάλασσα πάντοτε κλάμα. Ποιος σκοτωμός τάχα να δικαιώθηκε ποτέ (σ.29-30);

 

ή

 

Ένα μίλι μακριά η Αμμόχωστος, μια πόλη-φάντασμα για τούτους εδώ τους ανθρώπους, μακρινό το βούισμά της, πολύ μακρινό. Η γεωγραφία, λέω, είναι πράγμα ασυνάρτητο. Τριγύρω σκληρή η σιγή (42).

 

Το βιβλίο, στους λίγους μήνες της κυκλοφορίας του, ευτύχησε της προσοχής και της αποδοχής κοινού και κριτικών× ήταν μάλιστα υποψήφιο και για το βραβείο του περιοδικού Αναγνώστης στην κατηγορία της νουβέλας. Προσωπικά διαφωνώ. Όχι με την συμπερίληψή του στη βραχεία λίστα με τα υποψήφια προς βράβευση βιβλία, αλλά για την κατηγορία στην οποία αυτό εντάχθηκε, μολονότι, σύμφωνα και με το εξώφυλλό του, αυτό αυτοπροσδιορίζεται ως νουβέλα.

Ο χαρακτηρισμός αυτός θεωρώ πως δίνεται κατά παραχώρηση προκειμένου να δηλωθεί η μέση έκταση που διαθέτει το κείμενο: 91 τυπωμένες, όχι ιδιαιτέρως πυκνογραμμένες, σελίδες· πολλές για να προσδιοριστεί ως διήγημα, λίγες για να χαρακτηριστεί ως μυθιστόρημα· με ποσοτικά κριτήρια νουβέλα.

Το ποσοτικό όμως δεν είναι το μόνο, και ασφαλώς δεν είναι ασφαλές κριτήριο για την ειδολογική κατάταξη ενός κειμένου. Οι γραμματολόγοι συνήθως προσθέτουν πως η νουβέλα από άποψη τεχνικής δεν είναι τόσο μονοδιάστατη όπως αυτή του διηγήματος, αλλά λιγότερο περίπλοκη από ό,τι του μυθιστορήματος. Εάν το βιβλίο αποτελούνταν μόνο από τις ημερολογιακές καταγραφές, το κείμενο θα διέθετε ενότητα χώρου, χρόνου και δράσης, κι έναν βασικό πρωταγωνιστή, θα διέθετε δηλαδή γνωρίσματα που προσιδιάζουν στο διήγημα ή/και στη νουβέλα. Είδαμε όμως πως στο βιβλίο συνδυάζεται η ρεαλιστική αφήγηση με το ονειρικό στοιχείο και την παράθεση τεκμηρίων, πως ενσωματώνονται και τρεις άλλες αυτόνομες αφηγήσεις με διαφορετικούς κάθε φορά ήρωες ενώ σε όλη την έκτασή του αρθρώνεται πάνω σε ένα πυκνό πλέγμα διακειμενικών και καλλιτεχνικών παραπομπών. Διαθέτει επομένως τεχνική και δομή πολυδιάστατη και περίπλοκη που προσιδιάζουν στο μυθιστόρημα. Το κρίσιμο όμως σημείο για την κατάταξή του είναι, κατά τη γνώμη μου, το πού τοποθετεί κανείς το τέλος του κειμένου, το τέλος του βιβλίου. Το Τι είναι ένας Κάμπος ολοκληρώνεται τυπικά στη σελίδα 91 με την τελευταία ημερολογιακή καταγραφή της Κυριακής 11 Μαΐου. Μάλιστα, κατά περίεργο τρόπο, η συγγραφέας τοποθετεί με κεφαλαιογράμματη γραφή τη λέξη -ΤΕΛΟΣ- στο κάτω μέρος της σελίδας, πρακτική που σπανίως ακολουθείται στις μέρες μας. Ακολουθεί αμέσως μετά το Επίμετρο χωρίς να διακρίνεται τυπογραφικά από το κυρίως σώμα του έργου (εννοώ πως έχει την ίδια γραμματοσειρά και το ίδιο μέγεθος στοιχείων), ενώ ακολουθεί και δισέλιδη ενότητα με Σημειώσεις, στις οποίες δίνονται, κυρίως, επεξηγηματικές πληροφορίες για συγκεκριμένα σημεία ή δάνειες φράσεις του βιβλίου αλλά και ένα δισέλιδο Γλωσσάρι με επεξηγήσεις λέξεων του κειμένου που προέρχονται από το κυπριακό ιδίωμα.

Κατά την άποψή μου όλα αυτά τα στοιχεία του συγγραφικού περικειμένου αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του συνολικού έργου, του βιβλίου δηλαδή που ονομάζεται Τι είναι ένας κάμπος (το οποίο και αρθρώνεται με τον τρόπο αυτό συνολικά σε 100 σελίδες). Η συγγραφέας συνειδητά επιλέγει να δώσει σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες για τον τρόπο που συνέθεσε το κυρίως κείμενο, να δώσεις επεξηγήσεις και διακειμενικές πληροφορίες, να κατευθύνει τον αναγνώστη για τον τρόπο που θα πρέπει να εκλάβει τα συστατικά στοιχεία του έργου της. Όλα αυτά θα μπορούσε να τα δηλώσει σε κάποια από τις συνεντεύξεις της, να τα παραθέσει σε κάποιο άρθρο επ’ ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου της ή να τα αναφέρει σε κάποια από τις δημόσιες παρουσιάσεις του. Προτιμά όμως να εκθέσει το εργαστήρι της, την κουζίνα της, ευθύς μετά την ολοκλήρωση της «νουβέλας» της και την αναγραφή της λέξης ΤΕΛΟΣ σε αυτή. Κατά τη γνώμη μου επομένως το λογοτεχνικό έργο Τι είναι ένας κάμπος θα πρέπει να εκληφθεί ως ενιαίο και συνθετικό δημιούργημα που υπερβαίνει κατά πολύ τον περιοριστικό όρο νουβέλα που του αποδίδεται ή αλλιώς, η «νουβέλα» με τις ημερολογιακές καταγραφές του δημοσιογράφου είναι μέρος ενός ευρύτερου συνθετικού έργου υπό τον τίτλο Τι είναι ένας κάμπος. Από το εξώφυλλο (ο πίνακας ζωγραφικής που κοσμεί το εξώφυλλο απεικονίζει τις σκηνές από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στο «αυτί» του βιβλίου παρέχεται η πληροφορία πως πρόκειται για το στρατόπεδο της Αμμοχώστου και πως ο δημιουργός του, ο Shmuel Katz, το φιλοτέχνησε το 1947 ενώ ήταν ο ίδιος κρατούμενος σε αυτό) και το motto (ένα δίστιχο από την «Έγκωμη» του Γ. Σεφέρη) έως τις Σημειώσεις και το Γλωσσάρι, το Τι είναι ένας κάμπος είναι ένα πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο μοντερνιστικό έργο που παρά την σχετικώς περιορισμένη έκτασή του, προσωπικά, το εκλαμβάνω ως ένα ώριμο πολυπρισματικό μοντερνιστικό μυθιστόρημα· και σπεύδω να διευκρινίσω πως η υιοθέτηση του όρου δεν γίνεται με όρους αξιολογικούς, ότι τάχα το μυθιστόρημα είναι ανώτερο λογοτεχνικό είδος από την νουβέλα, αλλά με όρους συνθετότητας και πολυπλοκότητας. Με την ευκαιρία, θυμίζω πως το μυθιστόρημα του Θανάση Βαλτινού Τρία ελληνικά μονόπρακτα εκτείνονταν σε 82 μόλις σελίδες, μικρού, μάλιστα, μεγέθους.

[Σημείωση: Η μοναδική ένσταση που διατηρώ για την παράθεση όλων αυτών των στοιχείων είναι για την αναγκαιότητα ύπαρξης του Γλωσσαρίου. Έχω κι αλλού υποστηρίξει πως τα λογοτεχνικά έργα που γράφονται και με την αξιοποίηση γλωσσικών ιδιωμάτων δεν έχουν ανάγκη υποστήριξης από γλωσσάρια ή σε κάθε περίπτωση δεν είναι δουλειά του συγγραφέα τους να τα παράσχει στους αναγνώστες του. Η λογοτεχνική ανάγνωση λειτουργεί διαφορετικά από τη γλωσσική ανάγνωση, βασίζεται κυρίως στα συμφραζόμενα. Μας το έδειξε πολύ καλά αυτό ο Σωτήρης Δημητρίου ήδη από το Να ακούω καλά τ’ όνομά σου και ο Νίκος Καββαδίας πολύ πριν από αυτόν.]

Και εάν η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε παραπάνω για την ειδολογική κατάταξη του έργου δεν υπήρξε πειστική ή κρίνεται, ενδεχομένως, υπερβολική, προσωπικά θα δεχόμουν τον όρο «Μυθιστόρημα» για το συγκεκριμένο έργο για έναν άλλο λόγο, διαφορετικής υφής, σε σχέση με τους παραπάνω: ως αναφορά και απότιση τιμής, ως homage στον Γιώργο Σεφέρη (και στο δικό του Μυθιστόρημα), ο λόγος και το έργο του οποίου διαποτίζουν έντονα το όλο έργο της Διονυσίου: θεματικά, υφολογικά, γλωσσικά αλλά και δομικά. Άλλωστε και το σεφερικό Μυθιστόρημα εμπεριέχει σημειώσεις και συγγραφικά αυτοσχόλια που λειτουργούν καθοδηγητικά προς τον αναγνώστη και επηρεάζουν την πρόσληψή του. Η Διονυσίου ολοκληρώνει το Επίμετρό της με την εξής σημείωση: «Θα ήθελα, τέλος, να αναφέρω ότι για τη σύνθεση των ημερολογιακών εγγραφών και τη διαμόρφωση του ύφους του αφηγητή έχω καθοδηγηθεί από τις Μέρες, καθώς και την ποίηση, του Γιώργου Σεφέρη, θέλοντας να αποτίσω τιμή στον δημιουργό, ο οποίος μνημόνευσε κι αγάπησε τον κόσμο της Κύπρου». Και πράγματι, θεωρώ, το όλο εγχείρημα της δημιουργικής ένταξης και αφομοίωσης του σεφερικού τρόπου γραφής σε ένα νέο κείμενο από τα πλέον εύστοχα και λειτουργικά εγχειρήματα που έχει να παρουσιάσει η νεοελληνική λογοτεχνία.

Η Νάσια Διονυσίου και με το νέο της βιβλίο εγγράφεται με τρόπο ιδιαιτέρως επιτυχημένο στην σύγχρονη νεοελληνική πεζογραφία. Η ενδιαφέρουσα θεματική, η επιτυχημένη και λειτουργική δομή, η συνθετική ικανότητά της προσέχθηκαν και αναδείχθηκαν ήδη από την κριτική και το κοινό. Εκείνο όμως που δεν έχει επισημανθεί, στο βαθμό που του αναλογεί, είναι η έντονη, σεφερικής καταβολής, ποιητικότητα του έργου της. Μέσα στο κείμενό της εντοπίζονται διάσπαρτες φράσεις, περίοδοι, ακόμη και παράγραφοι καθάριας και μοντέρνας ποίησης. Παραθέτω ενδεικτικά κάποιες διάσπαρτες φράσεις από το βιβλίο, εν δυνάμει στίχους:

 

Ο τόπος μας είναι μικρός, οι καλλιέργειες ρημαγμένες/ δεν αργεί ο καιρός που θα σωθεί το στάρι, το λιόλαδο, τα σταφίδια/ οι στέρνες αρχίσαν κιόλας να στεγνώνουν (σ. 17).

 

Ήμασταν όμως μαθημένοι να τη στοχαζόμαστε αλλιώς την καλοσύνη. (σ.17)

 

Πώς μπορεί να κοιμάται; Δεν έρχονται στον ύπνο του οι πεθαμένοι; (σ.31)

 

Ο μεγάλος πόνος μένει κρυφός, αφανέρωτος, δεν κουβεντιάζεται. (σ. 35)

 

Τόσα άκλαυτα δάκρυα, σκέφτομαι, τόσο κακό και ποιος θα το εξαγοράσει;/ Μου ’ρχεται να μουγκρίζω. (σ. 40)

 

Πίσω μου έμενε η θάλασσα, αιώνιος μάρτυρας, και ποιος να την εξαντλήσει; (44)

 

Τέλος, μεταγράφω σε στίχους δύο παραγράφους του βιβλίου (σ. 18-9 και 42), που, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να σταθούν ως αυτόνομα, σεφερικού χαρακτήρα, ποιήματα:

 

Σκέφτομαι πως στον καθένα έρχεται η ώρα που πρέπει να αποφασίσει μια για πάντα σε τι θα ωφελήσει η ζωή του.

Εγώ δεν έχω τίποτα παρά μόνο τις λέξεις -που αν από δικές μου δεν γίνουν των άλλων, μένουν του κανενός.

Ρωτιέμαι αν τούτο μονάχα αρκεί: το να μιλήσει κανείς την αλήθεια κι έτσι να σταθεί απέναντι στη λήθη×

απέναντι, εννοώ απ’ τη μεριά της ανθρωπιάς.

 

Λέω πως, ναι, έστω, αρκεί.

Και πως μ’ αυτόν τον τρόπο ίσως κάποτε να λυτρωθούμε από την ελεεινή την αίσθηση πως καθόμαστε με σταυρωμένα τα χέρια,

ενώ το κακό εξακολουθεί να συμβαίνει αδιάκοπα.

 

Και

 

Έφτασα πλάι στο φράχτη

Λιγοστό χορτάρι εκεί, αγκάθια μυρωδιές από σκίνο

Πιο πέρα το κύλισμα των κυμάτων, αχάρακτη η θάλασσα κι αυτή η έρημη

συννεφιασμένη ακρογιαλιά

Ένα μίλι μακριά η Αμμόχωστος

Πόλη-φάντασμα για τούτους εδώ τους ανθρώπους

Μακρινό το βούισμά της, πολύ μακρινό

 

Η γεωγραφία, λέω, είναι πράγμα ασυνάρτητο.

Τριγύρω σκληρή η σιγή.

Νάσια Διονυσίου, Τι είναι ένας κάμπος, Πόλις 2022.

 

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΣυζήτηση : Ελληνική λογοτεχνία – Crisis tourism; (της Άντζελας Δημητρακάκη)
Επόμενο άρθρο10 χρόνια “Α” :Ο πρώτος σεισμός (του Δημήτρη Σωκιαλίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ