Στα χρόνια του κόκκινου Κόμη (του Λάκη Δόλγερα)

0
115
Ο συγγραφέας με ρουμάνους φίλους του

 

του Λάκη Δόλγερα (*)

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος μετά από μια μακρά θητεία στην ποίηση, (έχει δημοσιεύσει πολλές ποιητικές συλλογές για τις οποίες απέσπασε επαίνους από ιδιαίτερους κριτικούς), πέρασε στην διηγηματογραφία. Η πρώτη του συλλογή Ο θάνατος του Αστρίτη και άλλες ιστορίες κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος.

Λέγεται ότι η εμπειρία της ποίησης είναι βάρος αταίριαστο με την πεζογραφία. Όμως ο Δημήτρης κατάφερε να την κάνει εφόδιο. Εκεί, νομίζω πρέπει ν’ αναζητήσουμε την ωριμότητα της γραφής του όπως εμφανίστηκε κι επιβραβεύτηκε από την πρώτη συλλογή.

Έχουμε, λοιπόν να κάνουμε μ’ έναν Αφηγητή, έναν μυθοπλάστη, παλιά θα τον λέγαμε παραμυθά, σήμερα storyteller.

Στα διηγήματά του έχεις την εντύπωση ότι κάθε λέξη μπαίνει για να υπηρετήσει τον μύθο, για να οικονομήσει την πλοκή, καμιά δεν περισσεύει,  καμιά δεν λείπει, όμως, πράγμα σπουδαίο δίχως αυτό να χτυπάει το μάτι του αναγνώστη. Εκείνο που βλέπει κανείς είναι ένα κείμενο που ρέει, μια ιστορία που γοητεύει.

Αλλά ας τα πιάσουμε από την αρχή.

Το 1978, εν μέσω ψυχρού πολέμου, και τεσσάρων χρόνων μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, ο νεαρός Δημήτρης Κανελλόπουλος φεύγει για σπουδές έξω. Επιλέγει σπουδές όχι στην συνηθισμένη και οικονομικά υποσχόμενη Ιατρική ή Οδοντιατρική αλλά στην Ιστορία και την Φιλοσοφία.

Περνάει το διαχωριστικό όριο των δύο κόσμων, αυτό που ονομάστηκε από την εδώ πλευρά, Σιδηρούν Παραπέτασμα, και πάει στην πόλη Κλουζ της Ρουμανίας. Κάνει ένα άλμα, μια μετάβαση στο άγνωστο.

Ποια είναι τα πολιτικά και τα πνευματικά του εφόδια;

Έχει βιώσει την καταπίεση και την αντίθεση στην  ελληνική χούντα ως εργαζόμενος μαθητής σε νυχτερινό σχολείο καθώς και την έκρηξη της δημοκρατικής μετάβασης των τεσσάρων πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, με τα πολύπλευρα αιτήματα ελευθερίας, σεξουαλικής απελευθέρωσης, αμφισβήτησης του αστικού καθεστώτος, εθνικής ανεξαρτησίας κλπ.

Όσον  αφορά  τις ανατολικές χώρες, τις τόσο κοντά και τόσο μακριά, εκείνα τα χρόνια η κατάσταση ήταν ακόμη σχετικά άγνωστη και ανοικτή, άλλοι πίστευαν ότι εκεί οικοδομούνταν μια ιδανική κοινωνία, άλλοι βαστούσαν μικρό καλάθι, άλλοι μιλούσαν για κόκκινες δικτατορίες, αλλά σε κάθε περίπτωση η παλιά αρνητική εντύπωση είχε αμβλυνθεί.

Ο Δημήτρης φθάνοντας στην χώρα των σπουδών του ξεπερνάει τις όποιες προϊδεάσεις. Θα έλεγα έχει κάπως ευνοϊκά, όμως οπωσδήποτε, ανοιχτά τα μάτια του, πράγμα που κάνει πάντα και παντού εξ άλλου.

Τα διηγήματα λοιπόν της νέας του συλλογής, Στα χρόνια το κόκκινου κόμη, δίνουν  την γενική εικόνα της Ρουμανικής κοινωνίας και ζωής μέσα από μια ειδική ματιά, εκείνη του μικρού, του καθημερινού του μη σημαντικού, των συνηθισμένων ανθρώπων. Συγκεκριμένα μιας πολυεθνικής παρέας νέων, φοιτητών στην πόλη Κλουζ. Αυτή η δυναμική παρέα αρθρώνεται όμως βαθιά μέσα στην τοπική κοινωνία. Παρατηρούνται και βιώνονται τα τεκταινόμενα μέσα από πρόσωπα και καταστάσεις αυτής της κοινωνίας.

Συγκεκριμένα, μέσω μιας γυναικείας φιγούρας που πουλάει λουλούδια, ενός αρωματοποιού που απελπίζεται κι ανατινάζει την βιοτεχνία του, ενός καθηγητή εντομολογίας που αξιολογείται από την κομμουνιστική επιτροπή του πανεπιστημίου αποτελούμενη από εργάτες και μικροεπαγγελματίες, μια ομάδας φοιτητών που αντιμετωπίζει με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο το πρόγραμμα επιστημονικής σίτισης του καθεστώτος, κ.λπ.

Από την πρώτη σελίδα της συλλογής, στο διήγημα «Η κυρία με τα λουλούδια», παρουσιάζεται η εμβληματική εικόνα της Ρουμανίας εκείνης της εποχής μέσα από το πρόσωπο μιας γυναίκας:

Σχεδόν πάντοτε, κάθε φορά που έβγαινα με τη φίλη μου, μόνος ή με την παρέα μου, όπου κι αν πήγαινα στο πιο ακριβό ρεστοράν, ας πούμε στο «Μπελβεντέρε», μέχρι το πιο φτωχομάγαζο, όπως το «Κράμα», παντού την έβλεπα. Έσερνε τα πόδια της στο χιόνι, χωμένη μέσα σ’ εκείνο το παλιό και φθαρμένο παλτό, που ωστόσο διατηρούσε κάτι από το οποίο πρόδιδε την ευγενική της καταγωγή. Ήταν τυλιγμένη μ’ ένα τεράστιο γκρι κασκόλ, και φορούσε σκούρο πλεκτό μπερέ στο κεφάλι. Το πρόσωπό της παρά τις αμέτρητες ρυτίδες, διατηρούσε την φωτεινότητά του, αλλά τα μάτια της είχαν ξεθωριάσει. Ποτέ δεν με είχε κοιτάξει στα μάτια, παρά το γεγονός ότι εγώ την κοίταζα κατευθείαν στα δικά της.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι τα διηγήματα αυτά προέκυψαν κυρίως από τις εμπειρίες της φοιτητικής ζωής (1978-1982), στο Κλουζ, (τόπο που ο Κανελλόπουλος αγάπησε κι εκείνος τον αγάπησε), και δευτερευόντως από τις κατοπινές του επισκέψεις και την γενικότερη επαφή που κράτησε με τον τόπο. Δημιουργείται ένα πανόραμα καταστάσεων με πηγή τον πλούτο των προσωπικών εμπειριών του συγγραφέα.

Πιστεύω ότι στο θέμα με το οποίο καταπιάστηκε ο Κανελλόπουλος κρύβεται μία παγίδα. Θα ήταν πολύ εύκολο να γλιστρήσει κανείς, στην καταγγελία του καθεστώτος που είχε απορριφθεί παντελώς και από τους πάντες. Εκείνος, όμως, κατόρθωσε να αποφύγει την καταγγελία, να κάνει λογοτεχνία, ερεθιστική και γοητευτική, ν’ αφηγηθεί τις ιστορίες του κρατώντας την απαιτούμενη αυστηρότητα.

Τα περισσότερα από τα δώδεκα διηγήματά του αφορούν μια παρέα νεαρών σπουδαστών, όπως προανάφερα. Μου θύμισαν κάποιους άλλους, τους Βιτελόνι της Ιταλίας του Φελίνι, κυρίως όσον αφορά την ανεμελιά της νεότητας. Όμως, αλίμονο εδώ τα πράγματα ήταν δύσκολα, ασφυκτικά, προσαρμόστηκαν, λοιπόν, αναγκαστικά  στην κατάσταση των συνεχών κρίσεων του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Οι Βιτελόνι της Ρουμανίας  λειτουργούν ως αντάρτες πόλεων με αντικείμενό όχι την δια της βίας ανατροπή του καθεστώτος, αλλά τον απλό καθημερινό επισιτισμό των ίδιων και των φίλων τους.

Τα δώδεκα διηγήματα του βιβλίου, θα μπορούσε κανείς να πει ότι συγκροτούν  σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Το ενοποιεί ο πρωτοπρόσωπος ενιαίος αφηγητής, που φυσικά ο αναγνώστης τον ταυτίζει με τον συγγραφέα, (αν και σε κάποια διηγήματα υπάρχουν δευτερεύοντες αφηγητές) και τα κοινά πρόσωπα.

Τα εννιά απ’ αυτά αφορούν την Ρουμανία του Τσαουσέσκου, σε κάποια υπάρχουν αναφορές της μετακομμουνιστικής εξέλιξης,  ένα  την Ρουμανία της σύγχρονης εποχής. Το τελευταίο έχει τελείως διαφορετικό κλίμα, δημιουργώντας μια έντονη αντίστιξη των δύο καθεστώτων, όπου στην πρώτη περίπτωση τα πάντα μπορούν να συμβούν, καθώς οι ήρωες ζουν στην κόψη του ξυραφιού, ενώ στην δεύτερη έχει εγκατασταθεί μια αδιατάρακτη και σταθερή κανονικότητα την οποία μόνο ένα ατύχημα που οφείλεται σε φυσικά αίτια μπορεί να διαταράξει.

Άλλο διαδραματίζεται στην κομμουνιστική Ουγγαρία, η οποία παρουσιάζεται εντελώς διαφορετική από την Ρουμανία, χρησιμοποιείται μια ενδοκομμουνιστική σύγκριση καθεστώτων, ώστε να επισημανθεί ότι ακόμη και τα κομουνιστικά καθεστώτα δεν ήταν ντετερμινιστικά καθορισμένα, παράγοντας συγχρόνως μια αντίστιξη που δίνει βάθος στην όλη διήγηση.

Ο χώρος, η πόλη Κλουζ,  πρωταγωνιστεί σε όλα τα διηγήματα, ιδιαίτερα στο διήγημα «Η γνωριμία με τον Έντι Βαρχόλα», δρόμοι, ποτάμια, στέκια, εστιατόρια, καφετέριες, πανεπιστήμιο, ινστιτούτα είναι εκεί. Στο τέλος γίνονται οικεία και στον αναγνώστη.

Είναι δύσκολο να γράψει κανείς και να εμβαθύνει σε μια ξένη χώρα στην οποία παρέμεινε περαστικός για τέσσερα χρόνια. Σπάνια είναι η σχετική λογοτεχνία. Ο Κανελλόπουλος κατάφερε να δώσει στην διήγησή του το χαρακτηριστικό της αυθεντικότητας. Πιστεύω ακράδαντα ότι η συλλογή μπορεί να μεταφραστεί στα Ρουμανικά και να διαβαστεί με μεγάλο ενδιαφέρον και στην χώρα αυτή.

Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη, η επιμέλεια καλή (παρά τα κάποια λάθη που έχουν ξεφύγει) και η εικονογράφηση του σκληρού εξώφυλλου πολύ πετυχημένη.

 

(*) Ο Λάκης Δόλγερας είναι συγγραφέας

 

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Στα χρόνια του κόκκινου Κόμη, Καστανιώτη, Αθήνα, 2022.

Προηγούμενο άρθροΤο πιο δύσκολο αστυνομικό ανάγνωσμα (του Κώστα Καλφόπουλου)
Επόμενο άρθρο«Θείος Βάνιας»: Περισσότερη οργή, λιγότερη συντριβή (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ