Σπύρος Γούλας: Ραγίσματα, μια αφήγηση ζωής (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
133

της Βαρβάρας Ρούσσου

Στα Οριστικά φαινόμενα, τη δεύτερη συλλογή του, τον Σπύρο Γούλα απασχολούν  κυρίως οι θεματικές έρωτας και ποίηση ενταγμένες στη σύγχρονη πραγματικότητα όπου κυριαρχούν εικονικός κόσμος, τεχνολογία, έλλειψη πίστης σε οποιαδήποτε υπερβατική δύναμη, θραυσματικοί/τραυματισμένοι εαυτοί. Θα έλεγα μάλιστα ότι σε αυτή την πραγματικότητα επικεντρώνεται τελικά γιατί σε αυτήν μορφώνονται τα βιώματα που κινητοποιούν την ποίηση. Ο Γούλας δε θρηνολογεί γι’ αυτή την εποχή, δε ρομαντικοποιεί την ποιητική ιδιότητα ως άχθος και οδύνη και επιχειρεί δεν μετατρέπει σε μελό κλισέ τον έρωτα. Καταθέτει δηλαδή μια ποίηση που απαντά στο ερώτημα: πώς ένας νέος άνθρωπος (δεν) μπορεί να βιώνει όλα αυτά στο σήμερα και πώς μπορεί η επικοινωνία να γίνεται (και) με την ποίηση.    

Τίτλοι που, φαινομενικά, συνδέονται με το ποίημα λίγο ή καθόλου αλλά απαιτούν προσεκτικές συνδέσεις, λεκτικά παιχνίδια που επιχειρούν να αποδομήσουν το προφανές ταυτόχρονα δομώντας ένα άλλο νόημα,  λεξιλόγιο καθημερινό και συχνά τεχνικό και μη ελληνικές οικειοποιημένες όμως τρέχουσες λέξεις (sms, googlάρω), καταλυτικό και όχι ατακαδόρικο ή εξυπνακίστικο χιούμορ, ποικιλία μορφολογικών επιλογών (πέρα από τη μελετημένη χρήση του ελεύθερου στίχου η πολλαπλή λειτουργικότητα των έμμετρων τμημάτων), πύκνωση και ταυτόχρονα ιδιόφωνη αφαιρετική εικόνα, αναφορικότητα και ποιητική αυτοαναφορικότητα, εναλλαγή κυριολεξίας και μεταφοράς που παράγει ένταση, ερωτηματικά που γίνονται ποιήματα ενώ οι βεβαιότητες δεν έχουν θέση, κριτική στάση χωρίς επίθεση, το απόσταγμα των προβληματισμών για το πώς «είναι να ράψεις την πληγή».

Μεταξύ μοντερνισμού και πιθανόν μεταμοντερνισμού και στα δυο βιβλία του ο Γούλας, ως μηχανικός υπολογιστών, έχει εντρυφήσει στην «άφωνον γλώσσαν» της υπολογιστικής νοημοσύνης αλλά και στις δυνατότητες της ανθρώπινης γλώσσας να λειτουργήσει πέρα από την επιστημονική κυριολεξία. Η ηλικία του (γ. 1991) επιτρέπει τη συνάφεια με άτομα που γράφουν, διαβάζουν και συνεννοούνται (και) σε διαφορετικές γλώσσες και έχουν θέσει στο επίκεντρο μια σειρά άλλων προβληματισμών (επισφάλεια, παγκοσμιοποίηση, μετακινήσεις/μετανάστευση, κλιματική αλλαγή, ταυτότητες, διαφορετικότητες, φύλα, σεξουαλικότητες κ.ά.). Ως νεότερος ποιητής αντλεί από αυτό το περιβάλλον το υλικό του για τα 36 ποιήματα του βιβλίου χωρίς να αγνοεί το ιστορικό παρελθόν ενώ παράλληλα είναι ορατή η αναγνωστική εξοικείωση με τη μοντέρνα και παλαιότερη λογοτεχνία όπως και με τη σύγχρονη.

Πώς αντιλαμβάνεται ο Γούλας το σύγχρονο ποιητή προκύπτει από το ποίημα «Ιππόκαμπος & Χειρομάντης»: «Μην επιτρέψεις στις πρόσφατες εξελίξεις να/ σε αποπροσανατολίσουν» τον στρέφει στη διύλιση του επίκαιρου//εμείς που ήρθαμε εδώ/όλοι θα διαβαστούμε/σαν του ψαριού τα σωθικά/σαν του πουλιού τα σπλάχνα// και θα φανεί ποιο το ‘χει μέσα του/και ποιος απλώς μπλοφάρει.».

Ο ποιητής είναι ταυτόχρονα ιππόκαμπος, το όρθιο σκληρόδερμο ψάρι, και μάντης που προβλέπει από τις γραμμές του χεριού. Σε κάθε περίπτωση η συμβουλή (προς εαυτόν;) ακτινογραφεί το ποιητικό διολίσθημα στην επικαιρότητα έναντι της αναμονής που επεξεργάζεται το βίωμα. Μήπως όμως τα πράγματα είναι αντίστροφα; Η «συμβουλή» δε βρίσκεται στην πρώτη αλλά στις επόμενες στροφικές ενότητες έμμεσα προτείνοντας ότι το σύγχρονο γεγονός είναι το ποιητικό θέμα και οι πρώτοι δυο στίχοι δεν αποτελούν παρά ειρωνεία; Το συλλογικό «εμείς» του ποιήματος, εκλαμβάνεται ως αναφορά σε ένα πολυσύνθετο ποιητικό πεδίο όπου οι ποιήτριες και ποιητές βρίσκονται εκτεθειμένοι στον εαυτό τους και στο αναγνωστικό κοινό του σήμερα. Χωρίς ο Γούλας να ορίζει τους κριτές και τις αισθητικές αρχές, χωρίς προσδοκία αιωνιότητας, βρίσκω το ποίημα σε διάλογο, τηρουμένων των αναλογιών και των τρόπων των ποιητών, με το «Πρώτο σκαλί»: θα αντέξει εκείνος ο ποιητής που δεν μπλοφάρει είναι το στοίχημα και στις δυο περιπτώσεις.

Ο Γούλας (ανα)γνωρίζει ένα πολυσύνθετο σύγχρονο ποιητικό τοπίο και έχει εξάλλου, σε συνέντευξή του, δηλώσει ρητά την επιδραστική σχέση της ποίησής του με τους Γιάννη Στίγκα (από την πρώτη ήδη συλλογή) και Θωμά Τσαλαπάτη.[1] Τον ενδιαφέρει πώς λειτουργεί το σύγχρονο ποιητικό δυναμικό με την πολλαπλότητά του: «Γράψανε τόσοι/ τόσα, που παρέλειψαν/κάτι να μας πουν/» γράφει στο πρώτο από τα «Τέσσερα  haiku κάνουν». Το  tryhard οδηγεί στο επόμενο  χαϊκού: «Ο κόπος φτιάχνει/τεχνική, το ταλέντο/σπάει τη φόρμα». Αν και φαίνεται η ασαφής έννοια του (έμφυτου; ) ταλέντου ως κύριος παράγοντας πρωτοτυπίας και ιδίως ανατροπής, είναι εμφανής η ειρωνεία. Ο Γούλας στέκεται με σκεπτικισμό τόσο στον ποιητικό πληθωρισμό όσο και στην τεχνική άσκηση που δεν αρκεί για το ποίημα  και βέβαια δεν  ανάγει τη δημιουργία του στη σφαίρα του μεταφυσικού. Η αμφιβολία για το τι κάνει το ποίημα δίνεται μεταφορικά στο τελευταίο χαϊκού: «Παιχνίδι απλό, πάρε αν θες τα λευκά/πάλι θα χάσεις.». Διαβάζω εν μέρει και το «Πολυτελή πλωτά και ελικοφόρα» ως ειρωνική απόσταση και αμφισβήτηση στον κοινωνικό χαρακτήρα της ποίησης που ομφαλοσκοπείται αποστασιοποιημένη στην ποιητικότητα ενός αταίριαστου λυρισμού: «σας παρακαλώ, αφήστε τον αφαλό σας ήσυχο»[…]τίθεται δηλαδή ζήτημα ευνοικρατίας/από θάλασσες, πουκάμισα, χούφτες/πράγματα ποιητικά που γενικά και αόριστα αγκαλιάζουν/μα ειδικά και συγκεκριμένα πνίγουν/». Ωστόσο, δεν πρόκειται μόνο για ποίημα ποιητικής ούτε έχει μόνο κοινωνική διάσταση. Στην ίδια διπλή ανάγνωση εμπίπτει και το «Πολλοί αρχηγοί, ελάχιστοι Ινδιάνοι»: πολλοί ποιητές αλλά «δεν γεννιέσαι Ηρακλής/αλλά με κόπο πολύ/ίσως να απομείνεις.». Το «Αυτοκρατορικός πλανητολόγος» θέτει την προβληματική για το ρόλο του ποιητή ενώ το «Οι αγγελίες του books’ journal» στρέφεται στο υπόβαθρο του ποιητικού εαυτού.

Ορισμένα ποιήματα της συλλογής αποτελούν προτάσεις για μια εναλλακτική γραφή και ανάγνωση της ποίησης, πιθανόν πιο κοντά στην αναζήτηση τρόπων επικοινωνίας με νεότερο ηλικιακά αναγνωστικό κοινό. Ο Γούλας επιδιώκει να απαντήσει στο με ποια λεκτικά μέσα μπορεί να γράφεται και να διαβάζεται η ποίηση, π.χ. με το «μετάl(αξη»: «(εγ)/(κλ)/(ει)/ s m s». Το λεκτικό παιχνίδι δεν ανακαλεί μόνο την απομάκρυνση-απομόνωση, την επικοινωνία μέσω τεχνολογίας ή τα sms άδειας εξόδου αλλά προτείνει νέους τρόπους γραφής οικείους στην καθημερινότητα, θέτοντας υπόρρητα το ερώτημα για την αναγνωσιμότητα της ποίησης και το βαθμό ανταπόκρισής της στο σήμερα. Το ποίημα «QR σε έναν νέο ποιητή» αποτελεί την κορύφωση σε αυτό το ερώτημα μαζί με μια σειρά λέξεων της συλλογής δανεισμένων από την τεχνολογία και την επιστήμη όπως ο τίτλος «O-Ring» το λαστιχένιο δαχτυλίδι διαφόρων τύπων που εξασφαλίζει σε πολλές εφαρμογές στεγανότητα και σταθερότητα, έννοιες σε αντίστιξη με την κατάληξη του ποιήματος: «καλό παιδί/μα πάει χαμένο.».

Όλα αυτά πλαισιώνονται από μια  δυστοπική εικόνα ενός εγκαταλειμμένου από Πατέρα κόσμου («But you’re killing said he»), ενός δηλαδή κόσμου όπου το πατρικό νόημα διαφεύγει («αν πρέπει να μιλήσω για ορισμό ή για κλίμακα») επιτείνοντας τη σύγχυση, τη μοναξιά, την απουσία οποιασδήποτε πίστης, την εικονικότητα του θεάματος. Δηλαδή μια παραπομπή στο «Τανγκό του Σατανά» του Λάσλο Κρασναχορκάι. Σε αυτή την πραγματικότητα ποια είναι η αντίδραση/αντίσταση και πόσο μπορεί να κριθεί μαζική; Το «Οι ωραίοι παίζουν σέντερ φορ», δηλαδή κεντρικοί επιθετικοί απαντά με μια σαρωτική οικεία εικόνα-κυριολεξία. Το αντίστροφο του τίτλου πραγματεύεται το ποίημα: ούτε άμυνα, ούτε επίθεση ούτε ωραίοι τελικά. Στην αρχή του μάλιστα αναφέρεται ο Λάσλο  που «έγραψε συνοπτικά/το εγχειρίδιο του καλού πολίτη». Κι αυτός ο πολίτης δεν είναι παρά το άβουλο ον του αστικού πολιτισμού που θεωρητικολογεί στο σπίτι του περί ελευθεριών: «Σοβαρέψου.//Από τα βάθη του καθιστικού/κανείς δεν είναι δημοκράτης.».

Σε αυτό το πλαίσιο ο έρωτας, το φύλο και η σεξουαλικότητα έχουν διαφορετική μορφή και διάσταση «Cicada», παθολογικοποιούνται ως εμμονές («Η βάρδια»), γίνονται μοναχικές αμφισβητήσεις (καθρέφτης «Η καρχαρίας») και εικονικές επαφές (Tinder«My Tinder match») ενισχύοντας την ευθραυστότητα και κάνοντας ορατή την ευαλωτότητα.

Μάλλον τελικά δεν είναι παράξενο που στη βάση αυτής της έννοιας υφίσταται ένας κοινός ποιητικός τόπος που συνδέει δυο νέους συνομήλικους δημιουργούς: τον Σπύρο Γούλα (γ. 1991) και την Αλίκη Καμπέρη (γ. 1989 συλλογή Το υλικό δεν ευθύνεται μα της πτώσης το ύψος εκδ. θράκα 2024). Και οι δυο μιλούν για τη ρωγμή και το kintsugi, την ιαπωνική τεχνική συγκόλλησης πορσελάνινων αγγείων με χρήση χρυσού ώστε η συγκόλληση ανάγει την τεχνική σε αισθητική αρχή και το αντικείμενο προβάλλεται για την ατέλειά του. Ο Γούλας αρνείται την τεχνική και επιμένει στο ράγισμα, τη ρωγμή ευαισθησίας, το αντίστροφο του προτάγματος για τελειότητα: ψυχική υγεία, εργασιακή ικανότητα, σωματική ρώμη, η βιοπολιτική του τέλειου ανθρώπου παραγκωνίζεται: «αφήστε μας να ραγίσουμε με την ησυχία μας». Η Καμπέρη πάλι αρέσκεται στη συγκόλληση που δεν είναι παρά «χρυσές ουλές» και παραπέμπουν στο αποκείμενο «Έτσι ποτέ μου/δεν ξεχνώ/πως στα σκουπίδια/ μ’ έχεις πετάξει». Ας σημειώσουμε επίσης και την έννοια της πτώσης, κοινή κατά κάποιο τρόπο ήδη στον τίτλο της Καμπέρη και σε ποιήματα του Γούλα. Ο Γούλας όμως υπερβαίνει την ατομική περίσταση και αφήνει ορατή την ευθραυστότητα ως τρόπο ζωής. Στην κριτική της η Βάγια Κάλφα έκανε αναλυτικά λόγο για τη συνθήκη ευαλωτότητας και τον τρόπο που τη χειρίζεται ο Γούλας προτείνοντας και τις δυο πλευρές της: την έκθεσή της και την εκμετάλλευση της ορατότητάς της.[2] Έτσι, διττά, νομίζω, εξηγείται το «αφήστε μας να ραγίσουμε/με την ησυχία μας.». Στο ποίημα «Βαθμός δυσκολίας» το ερώτημα δεν είναι μόνο στο ποιος πηδάει στο κενό αλλά ποιος και πώς βλέπει και παρακινεί την πτώση: τέντωσε τα χέρια σου και πήδα[…]χορτάσαμε από επιδείξεις/κι εσύ ασφαλώς κατέχεις τεχνική/ασφαλώς/δεν ήρθαμε όμως εδώ για τεχνική/αλλά για το σώμα σε πτώση/ανέβα να τελειώνουμε/και πήδα.». Διαβάζω αυτό το ποίημα και ως προβληματισμό ποιητικής: πώς προσλαμβάνεται και πώς θεματοποιείται η αυτομυθοπλασία ή/και αυτοέκθεση στην πεζογραφία και την ποίηση, η ορατότητα του τραύματος; Πόσο αισθητικοποιείται ως επίδειξη ή απότοκο τεχνικής; Πόσο θάρρος χρειάζεται η αυτοέκθεση, η αυθιστόρηση και τι σημαίνει για τη λογοτεχνία; Μιλάω για το βίωμά μου, για μένα σημαίνει μιλάω και εξ ονόματος άλλων;

Η αυτοέκθεση στη συλλογή γίνεται με τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στην κυριολεξία και τη μεταφορά, ανάμεσα στην απογυμνωμένη γλώσσα της καθημερινότητας και τον κατεξοχήν ποιητικό τρόπο της μεταφοράς.

Αποτελεί η αυτοέκθεση μορφή αντίδρασης ή αντίστασης; Την έννοια της αντίστασης ο Γούλας αντιλαμβάνεται μάλλον σε ατομικό επίπεδο και δεν πριμοδοτεί συλλογικές εξεγέρσεις ούτε διαπνέεται από οράματα μαζικής αντίστασης θεμελιωμένα σε ιδεολογικά ρεύματα. Τα «Ζετέ» και «Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων» που ακροβατούν μεταξύ σαρκασμού και συμβουλής εις εαυτόν, το «Δεν νομίζω πως θα μπορέσω» και το τελευταίο «Έπρεπε να διαλέξεις και διάλεξες εσένα» αφήνουν την αίσθηση μιας προσωπικής αντίστασης. Αν και ένα «εμείς», πρώτο πληθυντικό, εμφανίζεται στη συλλογή ο Γούλας δεν κλίνει με τρόπο ορατό προς μια ιδεολογικοποιημένη μαζικότητα, δεν επιχαίρεται για ομάδες αλληλεγγύης που υπόσχονται καθολική φροντιστικότητα. Η φωνή εκφοράς μετεωρίζεται και βιώνει το «Aftercare».  Επιστρέφει στον εαυτό πριν οδηγηθεί στους Άλλους. «Αυτή είναι η πέτρα μου»: «Αν περπατούσα σε μία απέραντη έρημο/το μόνο μου πρόβλημα θα ήταν η έλλειψη νερού και/ οι παραισθήσεις.//Πάνω κάτω την Πατησίων/το πρόβλημα είμαι εγώ.».

Ο Γούλας και στην πρώτη του συλλογή αξιοποίησε τη συναρμογή υποδόριας ειρωνείας χιούμορ και μεταφοράς. Τώρα, «Ο σταυρός στην πλαγιά υποδεικνύει τόπο μαρτυρίου» αποτελεί τέτοιο παράδειγμα: «Δεν πειράζει αν όλα σου πάνε καλά/θα βρεις εσύ έναν αγώνα/η αρένα λειτουργεί και αργίες/και Κυριακές πρωί/Θεέ μου, τόσο πρωί, θα τρίβεις τα μάτια σου//πλήθος τα λιοντάρια για έναν καλό χριστιανό// και μη σε αγχώνει που οι πρωτομάρτυρες βρίσκουν βίαιο θάνατο/φαντάζεσαι να μην είχες για κάτι να πεθάνεις;». Η χαμένη πίστη και η επιδεικτική αυτοθυσία συμπλέκονται ειρωνικά. Ειρωνεία για άλλη χαμένη πίστη υπάρχει και στο ποίημα «Του λαλείν»: «…μες στη στοά του ορυχείου/τόσος βήχας/και ακόμα δεν κατάλαβα γιατί σκάβουμε//το πρωί ήρθε διευκρίνιση από την Κ.Ε.//»η πολιτική ασκείται στο ξεψύχισμα/και δη του πρώτου ΣΤΟΠ/τα υπόλοιπα είναι βαριετέ ΣΤΟΠ»//το ήξερα πως έπρεπε να φέρουμε τον παπαγάλο.».

Ο Γούλας στο βιβλίο του εξετάζει φαινόμενα, που προς το παρόν, μοιάζουν και του φαίνονται οριστικά. Είναι ωστόσο περισσότερο συνθήκες τις οποίες παρακολουθεί συστηματικά και τις κάνει ποιήματα χωρίς οι αισθητικές του αρχές να απισχνάζουν το πραγματικό και να το μεταφέρουν στο χώρο μιας άχρονης, άφυλης, αιώνιας ποιητικής. Αν και δε μας αφήνει εξαιρετικά περιθώρια αισιοδοξίας κλείνει το βιβλίο με αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο που υποβάλλει την αίσθηση ότι η εσωτερική ελευθερία διασώζεται και γίνεται μοχλός αντίδρασης στις πολλαπλές υποταγές που έρχονται από παντού: «μα εσύ δε νοιάστηκες καθόλου/γιατί ήξερες/πως το κλαδί τεντώνει προς το φως/και όχι όπου του δείχνουν.»

[1] Θανάσης Πάνου, «Ο Σπύρος Γούλας στο IANOS MAGAZINE» https://www.ianos.gr/magazine/o-spyros-goulas-sto-ianos-magazine/

[2] https://thraca.gr/2024/05

 

Σπύρος Γούλας, Οριστικά φαινόμενα, Πόλις 2024

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Το καλοκαίρι της Κάρμεν», του Ζαχαρία Μαυροειδή (του Θόδωρου Σούμα)
Επόμενο άρθροΗ μεγάλη ημέρα των Λογοτεχνικών Βραβείων Αναγνώστη 2024, σήμερα, 8μμ, Μπενάκη (Πειραιώς 138)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ