Simone Weil / Rachel Bespaloff: από τον Τρωικό στον Β΄ Παγκόσμιο (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)

1
1315
Η αποθέωση του Ομήρου. Στα πόδια του η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Πίνακας του Ζαν Ωγκύστ Ντομινίκ Ενγκρ

 

της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη

Η αναλογία Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και Τρωικού απασχόλησε με εκπληκτική συγχρονία δύο σημαντικές φιλοσόφους, Γαλλίδες με εβραϊκή καταγωγή, τις Simone Weil (1909 – 1943) και Rachel Bespaloff (1895- 1949).

Τα «συμπωματικά παράλληλα» κείμενά τους, όπως τα ονόμασε αργότερα ο Hermann Broch, αποτελούν υποχρεωτική  βιβλιογραφία για τη δοκιμιακή υποδοχή της ομηρικής Ιλιάδας και απόλυτο δείκτη της γυναικείας ευφυΐας και διανόησης.

Το δοκίμιο της Weil  “L’ Iliade ou le poème de la force” (πρώτη έκδοση 1940) δεν είναι άγνωστο στο ελληνικό κοινό. Την «Ιλιάδα ή το ποίημα της δύναμης» σύστησε στη χώρα μας το 1956 η Ζωή Καρέλλη, ποιήτρια της Α΄ μεταπολεμικής γενιάς. Ακολούθησε το 1984 η εξαντλημένη σήμερα μετάφραση της Μαρίας Φέλκερ – Καμαρινέα (εκδ. Βιβλιοφιλία), την οποία και προλόγισε η επίσης ποιήτρια Μελισσάνθη.

Το κενό αυτό κάλυψαν προσφάτως οι εκδ. Στερέωμα με την επανέκδοση του δοκιμίου της Weil υπό νέο, ερμηνευτικής όπως αντιλαμβάνομαι πρόθεσης, τίτλο «Η Ιλιάδα ή το ποίημα της βίας» σε έγκυρη εισαγωγή-μετάφραση της Ευαγγελίας Κουλιζάκη.

Το “De l’ Iliade” της Bespaloff  (πρώτη έκδοση 1943) αν και έχει θεωρηθεί το maître – livre της είναι οπωσδήποτε λιγότερο γνωστό στην Ελλάδα.  Όπως δυστυχώς και το ευρύτερο έργο της γεννημένης στο Κίεβο φιλοσόφου, που υπήρξε μία εκ των πρώτων μελετητών του Martin Heidegger και ξεχώρισε τη δεκαετία του ΄30 για τη συμβολή της στο πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας και του υπαρξισμού.

Μην έχοντας υπόψη μου ελληνική μετάφραση του δοκιμίου της Bespaloff συμβουλεύτηκα το πρωτότυπο και μία από τις αγγλόφωνες εκδόσεις (War and the Iliad: Simone Weil, Rachel Bespaloff , New York Review Books)  που παρουσιάζουν τα δύο αυτά δοκίμια μαζί.

Όπως πολύ συχνά συμβαίνει, μία σύζευξη δικαιολογείται πιο πειστικά από τις αποκλίσεις της. Πέρα από τις προφανείς  ιδιότητες  που μοιράζονται οι δύο φιλόσοφοι και την αναλογία του Τρωικού πολέμου που επιλέγουν να μεταχειριστούν στα γραπτά τους, ώστε να μιλήσουν για το κοινό ιστορικό τους βίωμα, δηλαδή την Γαλλία υπό γερμανική κατοχή, που ως άλλη Τροία αντιστάθηκε και πέφτει, οι δύο προσεγγίσεις διαφέρουν σημαντικά.

Το δοκίμιο της Weil έχει θεωρηθεί ένα από τα πιο επιδραστικά κείμενα στη σύγχρονη πρόσληψη της Ιλιάδας.  Η αντιπολεμική ερμηνεία του ομηρικού έπους που προωθεί έστρεψε διακεκριμένους μελετητές απέναντί της, με γνωστότερο διαφωνούντα τον George Steiner.

Στα «Αξόδευτα Πάθη» (Εκδ. Νεφέλη, μτφρ Κατερίνα Σχινά) ο Steiner συζητώντας για τον Όμηρο διερωτάται: «Αν η Ναυσικά δεν θεωρούνταν δημιουργός της Οδύσσειας, θα έγραφε άραγε η Σιμόν Βέιλ έναν τόσο προκλητικό (αν και, κατά τη γνώμη μου, άστοχο) σχολιασμό στην Ιλιάδα;»

Η αστοχία που χρεώνεται στην Weil από κάποιους ομηριστές έχει την αφετηρία της στην μη κατανόηση του ομηρικού ιδεώδους και του Ιλιαδικού κώδικα αξιών περί κλέους και δόξας στο πεδίο της μάχης, όπως υποστηρίζουν, κάνοντας λόγο για παρερμηνεία του ομηρικού έπους.

Μόνο που το φιλοσοφικό σύμπαν της Weil απαιτεί τη δεδομένη γνώση της πλατωνικής και χριστιανικής κοσμοαντίληψής της. Στο συγκεκριμένο έργο, ο συλλογισμός της σταθερά αναπτύσσεται γύρω από την ψυχή και τα δεινά που της επιφέρει η βία και φαίνεται να βρίσκει μία παρηγοριά  στο πνεύμα των Ευαγγελίων, τα οποία θεωρεί την «τελευταία υπέροχη έκφραση του ελληνικού πνεύματος».

Το συνολικό έργο της αναρχοσυνδικαλίστριας φιλοσόφου είναι, άλλωστε, μια διαρκής πάλη στο όνομα της δικαιοσύνης, της αγάπης και της ελευθερίας.  Δεν ξαφνιάζει, επομένως, η οπτική της.

Όλο το δοκίμιο της Weil συνοψίζεται περίφημα στην πρώτη της κιόλας πρόταση. «Ο πραγματικός ήρωας, το πραγματικό θέμα, το επίκεντρο της Ιλιάδας είναι η βία» γράφει η Weil και συνεχίζει εξηγώντας «Η βία που επιβάλλεται από τους ανθρώπους, η βία που υποδουλώνει τους ανθρώπους, η βία μπροστά στην οποία η ανθρώπινη σάρκα συρρικνώνεται στα όρια της εξαφάνισης». Τολμά κι έναν ορισμό της βίας, την οποία ορίζει ως «τον παράγοντα εκείνο που μετατρέπει σε αντικείμενο οποιονδήποτε υποβάλλεται σ’ αυτήν».

Η λέξη βία είναι, όμως, μία μεταφραστική επιλογή της ελληνικής έκδοσης. Στο πρωτότυπο συναντάμε τη λέξη “force” που έχει αποδοθεί στο παρελθόν ως δύναμη στο έργο  αυτό και που εδώ στο Herstory θα την συζητήσουμε εξελικτικά δίπλα στη λέξη ισχύς, εντός του τριπτύχου δύναμη – ισχύς – βία.

Η δύναμη είναι, άλλωστε, που απασχολεί και την Rachel Bespaloff στην δική της πρόσληψη της Ιλιάδας.  Το απόσπασμα που προσφέρεται περισσότερο από κάθε άλλο για σύγκριση και το οποίο μοιάζει να  επικυρώνει την άποψη πως η Bespaloff, όχι μόνο είχε γνώση του δοκιμίου της Weil, αλλά τοποθετήθηκε και γόνιμα απέναντί του είναι το παρακάτω. Μεταφράζω:

«Στην Ιλιάδα η δύναμη (force στο πρωτότυπο) προβάλλει τόσο ως υπέρτατη πραγματικότητα όσο και ως υπέρτατη ψευδαίσθηση της ζωής. Η δύναμη για τον Όμηρο είναι θεϊκή στον βαθμό που αντιπροσωπεύει την πληρότητα της ζωής, η οποία φανερώνεται περιφρονώντας τον θάνατο και την έκσταση της αυτοθυσίας, αλλά απεχθής», σπεύδει να τονίσει,  «στον βαθμό που περιέχει τη θνησιμότητα, στοιχείο που μεταβάλλει τη δύναμη σε αδράνεια […] οδηγώντας στην ίδια της την κατάλυση και την εξάλειψη των αξιών που η ίδια η δύναμη γέννησε».

Ενώ η καρδιά του κειμένου της Weil χτυπά αντιπολεμικά, η καρδιά του κειμένου της Bespaloff χτυπά αντιστασιακά. Γι’ αυτό και το δικό της δοκίμιο έχει κεντρικό ήρωα τον Έκτορα. «Είναι ατελέσφορο να αναζητάς στην Ιλιάδα μία καταδίκη του πολέμου» γράφει η  Bespaloff. «Η σιγή είναι η μόνη απάντηση, η σιγή και αυτό το βλέμμα του Έκτορα καθώς ξεψυχά», σημειώνει.

«Η αγάπη του Ομήρου για τον πόλεμο είναι ανδροπρεπής, όπως ανδροπρεπής είναι και ο τρόμος που αισθάνεται γι’ αυτόν», υποστηρίζει η Bespaloff, η οποία αφιερώνει ένα μέρος του δοκιμίου της αποκλειστικά στην Ελένη και ένα άλλο στη σχέση του Αχιλλέα με την μητέρα του Θέτιδα, προσδίδοντας μία έμφυλη διάσταση που δεν απασχόλησε  τον σχολιασμό της Weil.

Το ουσιώδες, ωστόσο, είναι πως με διαφορετική στάση  δύο λαμπρά μυαλά του 20ου αιώνα στέκονται στο ίδιο στρατόπεδο, αντιμαχόμενες την χιτλερική Γερμανία τόσο με ενεργό δράση στον αγώνα, όσο και με την διανοητική τους σκευή, καθώς όπως είπαμε τα δοκίμια αυτά τολμούν στις αρχές τις δεκαετίας του ’40 μια αναλογία του καιρού τους.

Η Weil, μάλιστα, με τα οξυμένα αντανακλαστικά της είχε ήδη ανταποκριθεί στο κάλεσμα της ιστορικής συγκυρίας όταν την περίοδο 1939-1940 έγραψε τους «Στοχασμούς για τις απαρχές του χιτλερισμού» (εκδ. Διαλέγεσθαι, μτφρ Γιώργος Καράμπελας).

Μεταφέρω από το βιβλίο: «Σύμφωνα με τη Βέιλ, θεμέλιο του χιτλερισμού είναι δύο αρχές: η αρχή της ισχύος και του μεγαλείου, της οποίας κορυφαίο ιστορικό παράδειγμα υπήρξε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία [..] Η Βέιλ εντοπίζει στην αρχαία Ρώμη την ιστορική μήτρα των κατακτητικών πολέμων και του πιο βάρβαρου ιμπεριαλισμού. [..] Ο Χίτλερ επομένως είναι η πιο πρόσφατη ενσάρκωση αυτής της απεχθούς και απάνθρωπης εξουσίας, που κάνει βάρβαρη χρήση της ισχύος, σπέρνοντας την καταστροφή, τη βία και τον τρόμο με τις κατακτητικές εξορμήσεις της».

Κρατώ την αρχή της Ισχύος, τη βάρβαρη χρήση της, αλλά και το παράδειγμα της Ρώμης, σημειώνοντας πως οι Ρωμαίοι και οι πρακτικές τους εμφανίζονται και στο δοκίμιο της Weil για την Ιλιάδα, ως μέρος του ίδιου νήματος. Σκέφτομαι πως ίσως η κεντρική έννοια που θα έπρεπε να μας απασχολήσει είναι η ισχύς, στη θετική της έκφραση νοούμενη ως δύναμη και στην ακραία και εκφυλισμένη εκδοχή της ως βία.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης στο έργο του «Η Ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία» από τις Εκδόσεις στιγμή, μας παραδίδει  ένα κεφάλαιο με τίτλο «Οι φιλόσοφοι και η ισχύς». Κεφάλαιο αποκαλυπτικό που ξεκλειδώνει με τον καλύτερο τρόπο και τις φιλοσοφικές καταβολές της Weil, παρόλο που δεν αναφέρεται στο έργο της.

Γράφει ο Κονδύλης: «η αντιπαράθεση ανάμεσα στη σοφιστική και στον Πλάτωνα κατέχει πρωτεύουσα θέση μέσα στη φιλοσοφική ιστορία του προβλήματος της ισχύος και μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας εν γένει». Τονίζει ακόμα την κατώτερη οντολογική βαθμίδα στην οποία κατατάσσει την ισχύ ο Πλάτωνας, περνώντας στον θιασώτη της επιδίωξης ισχύος Θουκυδίδη και  στον  Κικέρωνα της κυριαρχικής δίψας του imperium romanum, για να φτάσει στη σύγκρουση ειδωλολατρών και πρώτων Χριστιανών, όπου συμπεραίνει πως «η παντοδυναμία του (χριστιανικού) Θεού φτάνει στο ζενίθ τη στιγμή που αναλαμβάνει το έργο να κατανείμει ανάμεσα στους ανθρώπους ισχύ και εξουσία», αναμένοντας, συμπληρώνω σύνεση και ταπεινοφροσύνη.

Δεν θα μπορούσε ποτέ, λοιπόν, η καταγωγικά πλατωνική σκέψη της αφοσιωμένης καθολικής Weil να μεταχειριστεί με ευνοϊκούς ή έστω ουδέτερους όρους την ισχύ ή τη δύναμη και φυσικά ποτέ τη βία, σε όποιο σημείο κι αν τραβά κανείς το εννοιολογικό όριο που τις διαχωρίζει και μας διασώζει από την αυθαίρετη ταυτολογία.

Το μόνο βέβαιο είναι πως η τριαντάχρονη τότε Weil στο ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μας έδωσε έναν από τους πιο πρωτότυπους και αυθεντικούς σχολιασμούς της Ιλιάδας με την καθηλωτική συναισθηματική και ηθική αποστροφή που πρέπει στις φρικαλεότητες του πολέμου.

Από τη δική της πλευρά, η Bespaloff  προσέφερε ένα φιλοσοφικό κείμενο διαυγές, στο πνεύμα του Ομήρου στην πλευρά της Αντίστασης, του Αμύνεσθαι με την εξαίσια ποιητική γλώσσα του σθένους.

Δύο εξέχουσες, γυναίκες φιλόσοφοι για το έπος της ανθρώπινης μοίρας στην πολεμική συνθήκη. Τον Αύγουστο του 1943 η Weil πεθαίνει από φυματίωση συνειδητά αρνούμενη την πρόσληψη τροφής, λίγα χρόνια αργότερα το 1949 η Bespaloff αυτοκτονεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλώνοντας στο σημείωμά της «πολύ κουρασμένη για να συνεχίσει».

«Έτσι κι αλλιώς χίλιοι θάνατοι στέκονται από πάνω μας, που δεν μπορεί να τους ξεφύγει ούτε να γλυτώσει από αυτούς ο άνθρωπος. Ας πάμε λοιπόν να δώσουμε σε κάποιον δόξα ή κάποιος να δώσει σε μας», λέει ο Σαρπηδόνας στον Γλαύκο (Μ 326-328).

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here