Ρομά και Ολοκαύτωμα (της Μένης Κανατσούλη)

0
216

της Μένης Κανατσούλη (*)

 

Αυτό που προσέχεις ευθύς εξ αρχής στο βιβλίο Από Μακριά είναι το εξώφυλλο. Με τα λαμπιόνια και τη ρόδα του Λούνα Παρκ και την καθιστή σκοτεινή κοριτσίστικη σιλουέτα σε πάει σε εποχές παλαιότερες, σε ένα φελλινικό ονειρικό σκηνικό, κάτι μεταξύ Amarcord και Νύκτες της Καμπίρια. Όμως αυτή η ομορφιά του εξωφύλλου υπάρχει για να επενδύει και να συμπληρώνει την τρυφερή και συνάμα σκληρή ιστορία της Αγγελικής Δαρλάση για μια μικρή Άλ(λ)η που το πεπρωμένο -που για μερικούς ήταν και είναι ανελέητο- την έβαλε στο περιθώριο. Η Άλη είναι ένα κορίτσι που στη μικρή πόλη που εμφανίζεται, όταν φτάνουν οι πλανόδιοι και το Λούνα Παρκ, χωρίς να το θέλει γίνεται αντικείμενο της προσοχής των συνομήλικών της παιδιών: είναι διαφορετική, ντύνεται αλλιώς, μοιάζει παράξενη. Έχει όλα τα στοιχεία ώστε από τη στιγμή που θα την προσέξουν να αρχίσουν να την «ενοχλούν», και να την κοροϊδεύουν, να την βρίζουν, να της πετάνε πέτρες. Να είναι πια το νέο τους παιχνίδι.

Κάποια στιγμή όμως θα την προσέξουν και αλλιώς: όταν η Άλη, καβάλα στο ξύλινο αλογάκι, με τη δική της φωνή θα πει το δικό της τραγούδι και θα κάνει τα λαμπιόνια του σκοτεινού Λούνα Παρκ να λάμψουν και τα αλογάκια να αρχίσουν να γυρίζουν. Το τραγούδι της Άλη με τις ξενικές λέξεις –που μόνο τότε θα αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε με τα «Romensa, Romale» την καταγωγή της- θα παρασέρνει κάθε βράδυ όλα τα παιδιά για να τραγουδούν μαζί της και να στριφογυρίζουν πάνω στο καρουσέλ. Η Άλη ξέχασε (;) τη σκληρότητά τους, τους χαμογέλασε, έγινε φίλη τους. Κι αυτό όμως για λίγο, μέχρι να εμφανιστούν οι ενήλικοι, οι γονείς των παιδιών, ανάστατοι, καθώς τα παιδιά τους τις νύχτες δεν βρίσκονταν στα κρεβάτια τους. Όλοι μαζί μαζεύονται στο Λούνα Παρκ και βλέπουν το θέαμα: από τη μια, τα δικά τους χαρούμενα, ονειροπόλα παιδιά και από την άλλη η αιτία, η «φταίχτρα», η μάγισσα Άλη, η διαφορετική. Και αν τα παιδιά μπόρεσαν και έριξαν τα δικά τους τείχη και την αγάπησαν, για τους μεγάλους που είχαν πολύ πιο στέρεες και αμετακίνητες τις προκαταλήψεις τους δεν ήταν το ίδιο. Για τη μικρή Ρομά είχαν μόνο μίσος, ρατσισμό, διωγμό. Κι όταν τα παιδιά θα της ζητήσουν να φύγει για να σωθεί, η απάντησή της είναι η απάντηση μιας ενήλικης: «Κουράστηκα να τρέχω μακριά να σωθώ». Την άλλη μέρα, τα παιδιά ξυπνώντας από τη μαγεία της νύχτας θα διαπιστώσουν ότι το κορίτσι και το Λούνα Παρκ έχουν φύγει. Μαζί τους έφυγαν και η μαγεία και η ελευθερία.

Το κείμενο κινείται μεταξύ παραμυθιού και πραγματικότητας, παράλληλα όμως μας παρασέρνει να παρακολουθήσουμε μια ιστορία ρατσισμού, ενός αρχαίου ρατσισμού που βάζει στο στόχαστρο μια άλλη κατατρεγμένη φυλή της ανθρωπότητας, τους Τσιγγάνους, που ίσως μόνο για να καθησυχάζουν οι Γκατζέ τις τύψεις τους τούς αποκαλούν «ευτυχισμένους». Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα δισέλιδο με τον τίτλο «Λίγα λόγια για τα ‘μυστικά’ της Άλης» που μας τοποθετεί το πλαίσιο της ιστορίας και με πινελιές από το σχετικά πρόσφατο ιστορικό παρελθόν μας μιλά γι’ αυτή την άγνωστη στους περισσότερους μοίρα των Ρομά, με αποκορύφωμα  το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το διωγμό που υπέστησαν από τους Ναζί. Άλλωστε και το πεντάκτινο αστέρι στο οπισθόφυλλο του βιβλίου –αν και χρωματιστό και φωτισμένο- ίσως υπάρχει ως παραφθορά του κίτρινου αστεριού που έπρεπε να φορούν οι Εβραίοι επί Ναζισμού ή μπορεί απλώς να είναι ένα αστέρι-οδηγός σε μια ονειρεμένη νύχτα.

Το βιβλίο έρχεται να προστεθεί σε μια μικρή παρακαταθήκη αναφορικά με το Ολοκαύτωμα των Ρομά: στην ελληνική παιδική λογοτεχνία, το βιβλίο που πρώτο κυκλοφόρησε με ραχοκοκαλιά τους διωγμούς των Τσιγγάνων και κατάληξη αυτά που συνέβησαν στα χρόνια της Ναζιστικής Γερμανίας είναι του Φίλιππου Μανδηλαρά Ο μεγάλος ίσκιος και οι Τσιγγάνοι (Πατάκης, 1999) και ειδικά στην προτελευταία ιστορία «Η Ρόζα και το μολυντήρι». Στη φτωχή σχετική βιβλιογραφία, να προσθέσω και το όνομα της Τσιγγάνας συγγραφέως Katarina Taikon[i] (από τη Σουηδία, 1932-1995) που έγραψε βιβλία για παιδιά και ένα εξ αυτών αφορά την παιδική της ηλικία (δεν έχει μεταφραστεί) και τις δικές της «αναμνήσεις ρατσισμού». Το 1988 κυκλοφόρησε η αμερικανοπολωνικής παραγωγής ταινία And the Violins Stopped Playing του Alexander Ramati[ii], με πρωταγωνιστή στο ρόλο του Τσιγγάνου βιολιτζή που οδηγείται στο Νταχάου τον Χορστ Μπούχολτς. Για το Porajmos, δηλ. το Ολοκαύτωμα των Ρομά[iii], δεν γνωρίζω να έχει γυριστεί άλλη ταινία. Άλλωστε το διεθνές κοινό προτιμά να έχει μια πιο εξωτική εικόνα για τους Τσιγγάνους, καθησυχάζοντας έτσι τις ενοχές του για τον μακρόχρονο ρατσισμό, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού προβάλλονται ταινίες με τον γλαφυρό (ελληνικό) τίτλο Υπάρχουν ακόμη ευτυχισμένοι Τσιγγάνοι -το περίφημο Gadjo Dilo (1997)[iv] του Tony Gatlif- ή τον ουδέτερο Ο καιρός των τσιγγάνων (1988)[v] του Εμίλ Κουστουρίτσα.

Η Δαρλάση αυτό κάνει με το Από Μακριά. Ενώ κρατάει κάτι από το ελεύθερο πνεύμα και την ξεγνοιασιά που θέλουμε να πιστεύουμε ότι διακατέχουν τη ζωή των Τσιγγάνων, μας μεταφέρει μια σκληρή ιστορία βίας και μάλιστα προς ένα παιδί. Η βία είναι λεκτική, ψυχολογική και σωματική. Η Άλη ζει σε μια παλιότερη εποχή, όμως η ιστορία της είναι διαχρονική: είναι η ιστορία ενός παιδιού που χωρίς να φταίει σε τίποτε «αντικειμενοποιείται», διασύρεται, όμως η κουλτούρα της φυλής της με το τραγούδι της τής ξαναδίνει πρόσωπο, γίνεται φίλη των παιδιών που προηγουμένως την περιγελούσαν. Η ιστορία κατασκευάζεται με υλικά λογοτεχνικά, με νύξεις, χωρίς διδακτικούς παροξυσμούς και η αφήγηση έχει μια ατόφια ομορφιά μαγείας αλλά και αυθεντικότητας.

Η εικονογράφηση από τον Βασίλη Κουτσογιάννη «έδεσε» με τον καλύτερο τρόπο με το κείμενο. Αν και σχεδόν όλες οι σελίδες είναι σε φόντο μαύρο ώστε να αναρωτιέσαι μήπως χάνονται τα όρια μεταξύ παιδικού βιβλίου και βιβλίου για ενηλίκους -και χάνονται-, όμως στήνεται έτσι σιγά και σταθερά το σκηνικό της νύχτας. Γιατί είναι μια ιστορία νυχτερινή όπου δεν συμβαίνουν μόνο το κακό και οι εφιάλτες, αλλά συμβαίνουν και τα μαγικά και τα θαύματα. Στις από σκληρό χαρτόνι σελίδες, που γυαλίζουν μάλιστα, χωράνε να αραδιαστούν οι νυχτερινοί στολισμοί, τα λαμπιόνια, τα μπιχλιμπίδια, οι φωτισμένες γιρλάντες. Αλλά και τα φωτάκια πάνω στη σκοτεινή σιλουέτα της Άλης που μοιάζουν να είναι αστέρια του ουρανού και παρακάτω ως σιρίτια, λαμπερή μπορντούρα στη φούστα της. Και το σκοτεινό τοπίο αρχίζει να λαμπυρίζει ολοένα και περισσότερο και να κινείται και να στροβιλιζόμαστε και μεις μαζί με τα σαν από ασήμι αλογάκια του καρουσέλ. Μόνο που κάποια στιγμή στη φαντασία της νύχτας θα εισχωρήσει και το Κακό και μαζί με τις φιγούρες των ενηλίκων που υπάρχουν ως λεζάντα στην εικόνα θα σηκωθούν τεράστιες τρομακτικές μορφές με τον αγκυλωτό σταυρό στο μανίκι. Την επόμενη μέρα που η Άλη δεν θα είναι πια εκεί, το χρώμα της σελίδας θα ανοίξει και οι χιονονιφάδες προμηνύουν τον χειμώνα που, σύμφωνα με την ευχή ενός παιδιού, η Άλη, την άνοιξη, δεν μπορεί, θα ξανάρθει. Με το τελευταίο δισέλιδο εικονίζεται η πόλη στο χρώμα της ξηρασίας -αλλά και η πάροδος του χρόνου γι’ αυτόν τον τόπο στον οποίο η διωγμένη Ρομά δεν επέστρεψε. Όμως αφήνεται μια ελπίδα να αιωρείται ότι η όποια (κάποια) Άλη θα φανεί να έρχεται από μακριά… Και δεν θα διωχθεί[vi].

 

[i] skbl.se – Katarina Maria Taikon

[ii] https://en.wikipedia.org/wiki/And_the_Violins_Stopped_Playing (ελληνικός τίτλος: Και τα βιολιά σταμάτησαν να παίζουν)

[iii] https://encyclopedia.ushmm.org/content/el/article/genocide-of-european-roma-gypsies-1939-1945

[iv] Tony Gatlif — Wikipédia (wikipedia.org) (ελληνικός τίτλος: Υπάρχουν ακόμη ευτυχισμένοι Τσιγγάνοι)

[v] Ο καιρός των τσιγγάνων – Βικιπαίδεια (wikipedia.org)

[vi] Αν επανέρχονται στα βιβλία για παιδιά οι ιστορίες για το Ολοκαύτωμα ή τις διάφορες μορφές ρατσισμού είναι για να μην ξανασυμβούν. Το λέει εύστοχα η Οντέρ Βαρών-Βασάρ («Άουσβιτς: Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης». Στο: Άουσβιτς. Το γεγονός και η μνήμη του. Επιμέλεια Β. Γεωργιάδου – Ά. Ρήγος. Καστανιώτης 2007) ότι το σημαντικό είναι να έχει κανείς μια γόνιμη ευαισθητοποίηση σε θέματα ρατσισμού και ξενοφοβίας και ο Primo Levi (Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν. Μετάφραση Χ. Σαρλικιώτη. Άγρα 2006): «ό,τι έγινε δυνατό να διαπραχθεί στο παρελθόν μπορεί να επιχειρηθεί ξανά στο μέλλον, μπορεί να εμπλέξει εμάς τους ίδιους ή τα παιδιά μας».

 

(*) Η Μένη Κανατσούλης είναι καθηγητρια ΑΠΘ και συγγραφέας

 

Αγγελική Δαρλάση: Από Μακριά. Εικονογράφηση Βασίλης Κουτσογιάννης. Αθήνα, Μεταίχμιο 2021

Βρες το εδώ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here