Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Το χρώμα της επιστροφής (πασχαλινό διήγημα της Βασιλικής Κατσιαφλιάκα)

Το χρώμα της επιστροφής (πασχαλινό διήγημα της Βασιλικής Κατσιαφλιάκα)

0
175

της Βασιλικής Κατσιαφλιάκα

Το αυτοκίνητο «κατάπινε» τα χιλιόμετρα στην ευθεία της εθνικής, ενώ στο βάθος ο Κίσσαβος διαγραφόταν αγέρωχος κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Ο Άλκης κατέβασε το παράθυρο, αφήνοντας τον αέρα να του ανακατέψει τα μαλλιά. Ο αέρας του θεσσαλικού κάμπου, βαρύς, υγρός και φορτωμένος με τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, του χαμομηλιού και της ανθισμένης αμυγδαλιάς, μπήκε ορμητικά στην καμπίνα. Είχε σχεδόν ξεχάσει πώς μυρίζει η άνοιξη στην Ελλάδα.

Ήταν απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης και ο Άλκης κοντοζύγωνε στα τριάντα τρία του χρόνια. Τα τελευταία δέκα από αυτά τα είχε περάσει στο γκρίζο, βιαστικό τοπίο του Λονδίνου. Είχε χτίσει μια ζωή γεμάτη εντυπωσιακές επαγγελματικές επιτυχίες, εταιρικές συναντήσεις και γεμάτους τραπεζικούς λογαριασμούς, αλλά με Κυριακές επικίνδυνα άδειες. Καθώς έστριβε στην παλιά, σκουριασμένη πινακίδα που έδειχνε το χωριό του, λίγο έξω από τη Λάρισα, το στομάχι του σφίχτηκε σαν κόμπος. Δεν ήταν μόνο η γεωγραφική απόσταση που τον χώριζε από τους γονείς του. Ήταν εκείνη η βαριά σιωπή που είχε παρεισφρήσει ανάμεσά τους σε όλα τα βιαστικά τηλεφωνήματα των γιορτών: «Είμαι καλά, μαμά. Δουλεύω πολύ. Θα τα πούμε».

Τα πρώτα σπίτια άρχισαν να ξεπροβάλλουν στο οπτικό του πεδίο, ασβεστωμένα, πεντακάθαρα, με τις αυλές τους γεμάτες γεράνια και τριανταφυλλιές, απολύτως έτοιμα για το Πάσχα.

Πάρκαρε έξω από τη γνώριμη αυλόπορτα με την κληματαριά. Πριν καν προλάβει να σβήσει τη μηχανή του αυτοκινήτου, η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε. Η μητέρα του, η κυρα-Λένη, στεκόταν στο κατώφλι, σκουπίζοντας νευρικά τα χέρια της σε μια φαρδιά, καρό ποδιά. Πίσω της, ο πατέρας του, ο κυρ-Θύμιος, στηριζόταν στο ξύλινο μπαστούνι του, προσπαθώντας να κρύψει τη συγκίνηση που γυάλιζε στα μάτια του.

«Ήρθες, αγόρι μου», ψιθύρισε η μητέρα του. Έτρεξε προς το μέρος του και τον τύλιξε σε μια αγκαλιά που μύριζε μαχλέπι, μαστίχα και ασφάλεια.

Ο Άλκης έκλεισε τα μάτια. Ένιωσε ένα αόρατο βάρος, το οποίο αγνοούσε ότι κουβαλούσε τόσα χρόνια, να γλιστράει από τους ώμους του. Μπαίνοντας στο σπίτι, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Το παλιό ρολόι στον τοίχο, τα κεντητά σεμεδάκια στο σαλόνι, το τραπέζι της κουζίνας γεμάτο με φρεσκοψημένα, μοσχομυριστά τσουρέκια και αυγά βαμμένα σε βαθύ, γυαλιστερό κόκκινο χρώμα. Εκείνο το πρώτο βράδυ, οι συζητήσεις ήταν διστακτικές. Μιλούσαν για τον καιρό, για τους γείτονες, για την κίνηση στους δρόμους, προσπαθώντας να γεφυρώσουν το χάσμα μιας ολόκληρης δεκαετίας με λέξεις προσεκτικές, σαν να περπατούσαν πάνω σε λεπτό πάγο.

Το ξημέρωμα της Μεγάλης Παρασκευής βρήκε το χωριό τυλιγμένο σε μια απόκοσμη, σιωπηλή κατάνυξη. Η καμπάνα του Αη-Γιώργη άρχισε να χτυπάει πένθιμα και αργόσυρτα, μετρώντας σαν εκκρεμές τον χρόνο της αναμονής. Ο Άλκης βγήκε να περπατήσει στα στενά, πλακόστρωτα δρομάκια. Όλα έμοιαζαν μικρότερα και πιο στενά από ό,τι τα θυμόταν, αλλά ταυτόχρονα τεράστια σε συναισθηματική βαρύτητα.

Το απόγευμα στην εκκλησία, η βαριά μυρωδιά από το λιβάνι και τις μωβ βιολέτες που στόλιζαν τον Επιτάφιο τον γύρισε βίαια στα παιδικά του χρόνια. Τότε που η μεγαλύτερη έγνοια της ζωής του ήταν πώς θα καταφέρει να κρατήσει το κερί του αναμμένο μέχρι να φτάσει στο σπίτι.

Στο λιθόστρωτο προαύλιο συνάντησε τον Κώστα, τον παλιό, επιστήθιο φίλο του από το σχολείο. Ο Κώστας φορούσε ένα απλό μπουφάν και κρατούσε από το χέρι ένα κοριτσάκι με ξανθά κοτσιδάκια. Μόλις τον είδε, το πρόσωπό του φωτίστηκε. Αγκαλιάστηκαν θερμά, χτυπώντας ο ένας την πλάτη του άλλου.

«Χαθήκαμε, ρε Άλκη», του είπε ο φίλος του με ένα χαμόγελο γεμάτο αφοπλιστική ειλικρίνεια, χωρίς το παραμικρό ίχνος πικρίας. «Εμείς εδώ είμαστε, ξέρεις. Δεν το κουνάμε. Να έρχεσαι πιο συχνά ρε, σε πεθυμάμε».

Εκείνη η απλή φράση καρφώθηκε στο μυαλό του Άλκη. Αργότερα, ακολουθώντας την περιφορά του Επιταφίου στα σκοτεινά σοκάκια του χωριού, άκουγε τις γυναίκες να ψέλνουν το «Ὢ γλυκύ μου ἔαρ». Οι μικρές, τρεμάμενες φλόγες των κεριών έριχναν τεράστιες, χορευτικές σκιές στους ασβεστωμένους τοίχους. Μέσα σε αυτή την πομπή, ο Άλκης αναρωτήθηκε ειλικρινά τι είχε κερδίσει και τι είχε θυσιάσει. Είχε κατακτήσει την ανεξαρτησία του και τους στόχους του, ναι. Αλλά εδώ, σε αυτή τη μικρή, ασήμαντη κουκκίδα του χάρτη, υπήρχε ένας παλμός που η πολυτελής του ζωή στο εξωτερικό δεν είχε. Ήταν ο ρυθμός της κοινότητας, η κοινή ανάσα των ανθρώπων που στέκονται πλάι-πλάι, που θρηνούν και ελπίζουν όλοι μαζί.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου έφερε μια ανεπαίσθητη αλλά ξεκάθαρη αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Η πένθιμη σιωπή έδωσε τη θέση της σε μια κρυφή, συγκρατημένη προσμονή. Η μέρα στο πατρικό πέρασε με πυρετώδεις ετοιμασίες. Ο πατέρας του καθάριζε και ετοίμαζε με ευλάβεια τη σούβλα στην αυλή, η μητέρα του έκοβε με μαεστρία τα μυρωδικά για τη βραδινή μαγειρίτσα. Ο Άλκης, χωρίς δεύτερη σκέψη, έβγαλε το ακριβό, λινό του πουκάμισο, φόρεσε ένα παλιό, ξεθωριασμένο φούτερ που βρήκε στην ντουλάπα του, και άρχισε να βοηθάει. Τα χέρια του λερώθηκαν με κάρβουνα και χώμα, τα γέλια τους ενώθηκαν κάτω από την κληματαριά, και για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, ένιωσε πως δεν ήταν απλώς ένας “μουσαφίρης”, αλλά ο γιος αυτού του σπιτιού.

Καθώς η νύχτα έπεφτε, το χωριό φόρεσε τα γιορτινά του. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στην πλατεία της εκκλησίας. Το κρύο του Απρίλη ήταν τσουχτερό, αλλά η πυκνή παρουσία του κόσμου ζέσταινε τον αέρα. Ο Άλκης στεκόταν σιωπηλός ανάμεσα στους γονείς του. Στα χέρια του κρατούσε μια απλή, λευκή λαμπάδα. Στα τριάντα τρία του χρόνια, την κατεξοχήν ηλικία των μεγάλων απολογισμών και του απόλυτου συμβολισμού, ένιωθε πως στεκόταν, επιτέλους, στο πιο κρίσιμο σταυροδρόμι της δικής του ζωής.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όλα τα φώτα της εκκλησίας και της πλατείας έσβησαν απότομα. Ένα ρίγος προσμονής διέτρεξε το πλήθος. Μέσα από το απόλυτο σκοτάδι, ακούστηκε η φωνή του ηλικιωμένου ιερέα, να σπάει τη σιωπή καθαρή και σταθερή:

«Δεῦτε λάβετε φῶς…»

Μια μοναδική φλόγα ξεπρόβαλε από την Ωραία Πύλη. Άρχισε γρήγορα να μεταδίδεται από χέρι σε χέρι, από λαμπάδα σε κερί, δημιουργώντας ένα ζωντανό ποτάμι φωτός που απλωνόταν ραγδαία, καταβροχθίζοντας το σκοτάδι της πλατείας. Ο πατέρας του γύρισε προς το μέρος του, απλώνοντας το τρεμάμενο χέρι του, προσφέροντάς του τη φλόγα από τη δική του λαμπάδα.

«Πάρε φως, παιδί μου», του είπε σιγά, με φωνή που έσπαγε.

Ο Άλκης έγειρε και πλησίασε το ανέπαφο φιτίλι της λαμπάδας του. Καθώς η μικρή φωτιά άναψε, φώτισε από κάτω προς τα πάνω τα γερασμένα, γνώριμα πρόσωπα των γονιών του. Είδε τις βαθιές ρυτίδες που είχε σκάψει ανελέητα ο χρόνος και η αγωνία της αναμονής. Είδε όμως μέσα στα μάτια τους και την απέραντη, αδιαπραγμάτευτη στοργή, που δεν απαιτούσε καμία απολύτως εξήγηση για την πολυετή απουσία του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η ενοχή που τον βάραινε σαν πέτρα όλα αυτά τα χρόνια, έλιωσε και χάθηκε, ακριβώς όπως το ζεστό κερί που άρχισε να κυλάει στα δάχτυλά του.

«Χριστός Ανέστη!» έψαλε με όλη του τη δύναμη ο ιερέας, και την ίδια στιγμή οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα, σχεδόν δαιμονισμένα. Τα βεγγαλικά έσκισαν με κρότο τον νυχτερινό ουρανό της Θεσσαλίας, βρέχοντας τη σκοτεινή πεδιάδα με εκτυφλωτικά, πολύχρωμα αστέρια.

«Αληθώς Ανέστη», απάντησε ο Άλκης με φωνή καθαρή, και άνοιξε τα χέρια του αγκαλιάζοντας τους γονείς του. Αυτή τη φορά, η αγκαλιά δεν είχε ίχνος αμηχανίας. Ήταν σφιχτή, λυτρωτική, γεμάτη σιωπηλές υποσχέσεις για το μέλλον.

Το τραπέζι της Ανάστασης που ακολούθησε στο σπίτι ήταν λουσμένο στο φως. Το παραδοσιακό τσούγκρισμα των αυγών, ο αχνιστός ατμός από τη ζεστή μαγειρίτσα, το ντόπιο κρασί, τα γέλια και τα πειράγματα γέμισαν τους τοίχους. Ο Άλκης σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο, προς τον απέραντο, σκοτεινό κάμπο. Ήξερε πολύ καλά πως σε λίγες μέρες θα έπαιρνε το αεροπλάνο της επιστροφής. Η ζωή, η καθημερινότητα και η δουλειά του βρίσκονταν πια εκεί. Όμως, κάτι μέσα του είχε αλλάξει οριστικά. Δεν ένιωθε πια σαν ένα ξεριζωμένο, αποκομμένο δέντρο. Είχε ποτίσει ξανά τις ρίζες του, βαθιά χωμένες στο ζεστό χώμα του τόπου του. Και ήξερε με σιγουριά πως, όποτε κι αν χρειαζόταν δύναμη, το ζεστό φως αυτής της αναστάσιμης νύχτας θα ήταν πάντα αναμμένο μέσα του, για να του δείχνει τον δρόμο της επιστροφής.

 

Προηγούμενο άρθροΈνα βανάκι που οδηγεί στην ενηλικίωση (γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης)
Επόμενο άρθροΗ άποψη Χαράρι και ποιος τελικά είμαι όταν δεν μου ανήκουν οι λέξεις μου; (της Δήμητρας Διδαγγέλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ