Προβελέγγιος και «Ραμπαγάς» : Ο Φιλόσοφος και ο Τραγουδιστής (γράφει ο Αλκιβ. Ν. Λεμπέσης)

1
504

 

Αλκιβ. Ν. Λεμπέσης

Οι δόκιμοι χαρακτηρισμοί του υπότιτλου για τους δύο Σίφνιους ποιητές δεν είναι δικοί μου. Ανήκουν στον δικηγόρο και ποιητή Αριστείδη Πρόκο, που εμφανίστηκε στο Σιφνέικο φιλολογικό προσκήνιο με πολλές υποσχέσεις την δεκαετία του 1930. Σύντομα όμως, το ίδιο αιφνίδια χάθηκε χωρίς να μοιραστεί ίσως τις πιο ενδιαφέρουσες από αυτές, όπως τα φιλολογικά μελετήματα που είχε προαναγγείλει (από όπου και οι χαρακτηρισμοί, στον Γρυπάρη επιφυλάσσει αυτόν του «Ποιητή»).

Το μελέτημα αυτό αρχικά σκόπευε να παρακολουθήσει Βίους Παράλληλους δύο Σίφνιων ποιητών που έζησαν την ίδια εποχή, του Αριστομένη Προβελέγγιου και του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου, πιο γνωστού ως «Ραμπαγά». Στην πορεία όμως προέκυψε μια σειρά από άγνωστα βιογραφικά στοιχεία για τον δεύτερο, οπότε αναγκαστικά λόγω έκτασης θα αποτελέσουν ξεχωριστή παρουσίαση. Οπότε, στη συνέχεια θα περιοριστούμε να ακολουθήσουμε τα σημεία επαφής στην κοινή λογοτεχνική τους πορεία. Ουσιαστικά θα εστιάσουμε στην φιλολογική παρουσία του Προβελέγγιου στην πολιτικοσατυρική εφημερίδα «Ο ΡΑΜΠΑΓΑΣ», που κυκλοφόρησε δισεβδομαδιαία από το 1878 έως το 1889, έντεκα ολόκληρα χρόνια και 976 φύλλα. Η εμφάνισή της στο Αθηναϊκό προσκήνιο συνέβαλε τα μέγιστα στην τελική εξαφάνιση του στείρου Φαναριώτικου λογιωτατισμού αλλά και -το κυριώτερο- στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην νεοελληνική λογοτεχνία. Βίοι παράλληλοι δύο σχεδόν συγχρόνων Σιφνίων ποιητών, που και οι δύο τιμώνται ιδιαίτερα στο νησί τους. Αν και, στην παραδόξως «πεζή» εποχή μας παρ’ όλους τους αναρίθμητους αυτοπροβαλλόμενους «ποιητές», ομολογουμένως υπάρχουν αρκετά περιθώρια βελτίωσης στον τομέα διατήρησης της ιστορικής μνήμης.

Μέσα από την σε εύρος ενασχόλησή μου με τον Προβελέγγιο, ένα πρώτο φιλολογικό ερώτημα προέκυψε αναφορικά με το ποίημά του «Η Προσευχή». Περιλαμβάνεται στην ενότητα «Σελίδες της Ζωής» της πρώτης ποιητικής του συλλογής «Ποιήματα, Παλαιά και Νέα» (1896). Ο Δημ. Μάργαρης, πρώτος χρονολογικά το ξεχωρίζει, το 1928 ζώντος του Προβελέγγιου, στην δημοσίευση άρθρου του στο «Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος» (σ. 488-489), με τίτλο «Ο Ραμπαγάς», όπου και το αντιγράφει. Από αυτόν ορμώμενος, ακολουθεί πολύ αργότερα ο Αντ. Κανακάρης. Στο βιβλίο του «Αριστομένης Προβελέγγιος» (εκδ. Συνδ. Σιφνίων, 1961), στην σελ.34, κάνει ειδική αναφορά στο ποίημα αυτό ως πρωτο-δημοσιευμένο στην εφημερίδα «ΡΑΜΠΑΓΑΣ». Ο πάντα προσεκτικός συγγραφέας επιλέγει να εστιάσει σε τούτο αντιγράφοντας και σχολιάζοντας το ανθρωπιστικό, σοσιαλιστικό και χριστιανικό του περιεχόμενο. Παραδόξως, ενώ αναφέρει την σχετική αφιέρωση του Προβελέγγιου προς τον «ειλικρινή φίλο του λαού Κλεάνθη Τριαντάφυλλο», εν τούτοις δεν δίδει συγκεκριμένη βιβλιογραφική παραπομπή.

Αντίστοιχη μεταχείριση επιφυλάσσει στο ποίημα αυτό ο δημοσιογράφος, ποιητής και συγγραφέας Ν. Σταφυλοπάτης στην βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών «Ανθολογία Σιφνίων Ποιητών 1801-1984» (Αθήνα, 1984). Ο συνήθως αψεγάδιαστος συγγραφέας ξεχωρίζει και ανθολογεί επίσης το ποίημα, ομοίως όμως δεν δίδει βιβλιογραφικές πληροφορίες σχετικά με την πρώτη δημοσίευσή του.

Τον ρόλο αυτόν αναλαμβάνει ο Γ. Τσατσαρώνης στην διδακτορική διατριβή του (2006, Πανεπ. Ιωαννίνων) που αργότερα εκδίδεται από τον Δήμο Σίφνου με τίτλο «Αριστομένης Προβελέγγιος, Η Ζωή και το Έργο του Ευπατρίδη Λόγιου της Σίφνου» (2009). Χρησιμοποιεί αποσπάσματα από το ποίημα αυτό σε πολλά σημεία της μελέτης του και καταλήγει να δίδει βιβλιογραφικές λεπτομέρειες, σχετικά με την ακριβή πρώτη δημοσίευσή του, στo κεφάλαιο με την αναλυτική εργογραφία του ποιητή (σελ. 437): “Προσευχή, Ραμπαγάς, 6 Δεκεμβρίου 1878, Αθήνα”. Έκτακτα! Ή μήπως όχι και τόσο, αφού απλά τέτοιο φύλλο του «Ραμπαγά» ποτέ δεν υπήρξε. Χωρίς αυτό να μειώνει την σημαντική αυτή εργασία, το παρόραμα τούτο είναι ένα ακόμη από τα πολλά που εντοπίζει η έρευνά μας, κυρίως στην εργογραφία που προτείνει η συγκεκριμένη μελέτη. Θεωρητικά θα έπρεπε να είχαν ήδη διορθωθεί από την επιβλέπουσα πανεπιστημιακή επιτροπή ή -έστω- μέχρι την μετέπειτα έκδοσή της από τον Δήμο Σίφνου.

Επόμενη αναφορά στο ποίημα αυτό εντοπίζεται στο πρωθύστερο χρονικά βιβλίο του Αριστείδη Πρόκου με τίτλο «Η Ζωή, Η Δράση και το Έργο του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου», έκδοση του 1933 από τον Σύνδεσμο Σιφνίων. Σε αυτό, εκτός από πολλά ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία για τον Ραμπαγά, εμπεριέχεται και μια «εκλογή» ποιημάτων εστιάζοντας σε αυτά που τα διακρίνει ο λυρικός χαρακτήρας. Ειδικά για το ερώτημά μας, στην σελίδα 44 μάς καθοδηγεί: «Ο Προβελέγγιος (ιδές την «Προσευχή» του στον «Ραμπαγά» φύλλο 797». Επιτέλους, φως στον ορίζοντα! Και όμως, το φιλοπαίγμον (ακόμη και μετά θάνατον) πνεύμα του Τριαντάφυλλου σε αγαστή συμπαιγνία με αυτό του Προβελέγγιου έχουν φροντίσει να εξαφανίσουν το φύλλο αυτό από τα ψηφιοποιημένα αρχεία εφημερίδων που διαθέτει στο κοινό η Βουλή των Ελλήνων. Ίσως αυτή είναι η μεταφυσική απόδειξη της γνωστής άποψης «Είμαστε όλοι Ραμπαγάδες», με την οποία εγκαινιάστηκε η έκδοση της εφημερίδας στο πρώτο φύλλο της 18ης Αυγούστου 1878.

Εγκαταλείπω την αναζήτησή του (προσώρας) μετά από ολονυχτίες ψηφιακού ξεφυλλίσματος με την πεποίθηση πως κάπου μέσα στον «ΡΑΜΠΑΓΑ» θα υπήρξε, αφού τόσοι σοβαροί άνθρωποι το αναφέρουν. Μπορεί βέβαια το ποίημα αυτό καθ’ εαυτό να μην μας είναι άγνωστο, η πολύτιμη όμως (για την έρευνά μου) αφιέρωση δια χειρός Προβελέγγιου που το συνοδεύει εξακολουθεί να αναζητείται.

Παρ’ όλα αυτά, αν αποσκοπούμε να συγκεντρώσουμε «αφιερώσεις» του Προβελέγγιου προς ομοτέχνους, έχουμε στην διάθεσή μας τo σχετικά άγνωστο συνοδευτικό σημείωμα και το αποχαιρετιστήριο ποίημα που έγραψε στην μεταθανάτια αφιέρωσή του προς τον συμπατριώτη του Τριαντάφυλλο. Δημοσιεύτηκαν περίπου 18 μήνες μετά την δραματική αυτοχειρία του τελευταίου (1889). Ο Δημήτρης Ν. Ταγκόπουλος επιμελείται ένα συγκινητικό όσο και λογοτεχνικό αφιέρωμα στον εκλιπώντα και προσκαλεί διάφορους λογοτέχνες να συμμετάσχουν.

Ο Αριστομένης Προβελέγγιος είναι ο μόνος πραγματικά «επώνυμος» από τους μετρημένους στα δάκτυλα του ενός χεριού, τρείς, που ανταποκρίνονται. Αποστέλνει προς δημοσίευση ένα 12στιχο ποίημα, γραμμένο ειδικά για την περίσταση. Θα δημοσιευθεί στο ετήσιο Εθνικό Ημερολόγιο της ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΣΤΟΑΣ του έτους 1891 (εκδ. Ι. Αρσένη., έτος 9ο, σελ. 189-215). Η τακτική έκδοση του Ημερολογίου αντιμετώπιζε προβλήματα και είχε ήδη καθυστερήσει για περίπου ένα χρόνο. Έτσι, το σχετικό αφιέρωμα φιλοξενείται τελικά σε αυτήν με καθυστέρηση, μαζί με διάφορα «ποιημάτια» τρίτων, τα οποία αρχικά προωρίζονταν για ένα έκτακτο επιμνημόσυνο φύλλο του «Ραμπαγά», που ποτέ δεν εκδόθηκε ελλείψει χρημάτων.

Περιλαμβάνεται όμως εκεί και το μοναδικό πορτραίτο του Τριαντάφυλλου σε ξυλογράφημα (εικόνα 1), όπως το εχάραξε ο Ν. Λύτρας από μνήμης ελλείψει οποιουδήποτε αντιτύπου φωτογραφίας. Με την ευκαιρία αυτή, να αναφέρουμε πως σε ένα από τα πρώτα φύλλα της νεοεμφανιζόμενης τότε εφημερίδας ΣΙΦΝΑΪΚΗ ΦΩΝΗ (φ.Απρ1965, σ.3, έκδ. Ν. Σταφυλοπάτη, 1965-1986) είχε παρουσιασθεί μια υποψήφια φωτογραφία-πορτραίτο του Κλέανθη Τριαντάφυλλου. Την παρέδωσε ο Μάριος Βαϊάνος με την επισήμανση πως προερχόταν από το αρχείο του περιοδικού ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ του Κίμωνα Μιχαηλίδη. Σύντομα όμως ξεχάστηκε αφού ο άγνωστος εικονιζόμενος ήταν παρασημοφορημένος δις, πράγμα ασύμβατο με το αφήγημα του ασυμβίβαστου και δεν υπήρχαν επιπλέον στοιχεία πέρα από κάποια φυσιογνωμική ομοιότητα. Επιλέγουμε να μην παρουσιάσουμε την φωτογραφία αυτή προκειμένου να μην συμβάλουμε περαιτέρω σε μια άχρηστη παρεξήγηση, αν όντως είναι έτσι και δεν αποτελεί κάποιο ακόμη «παιγνίδισμα» του Ραμπαγά.

Μεταγράφω εδώ (σε μονοτονικό) την αφιερωματική-επιστολή του Προβελέγγιου προς τον Ταγκόπουλο και εν συνεχεία το σύντομο ποίημα (σελ. 191 του Ημερολογίου του έτους 1891). Το ποίημα το έχει επίσης περιλάβει ο Ν. Σταφυλοπάτης στην «Ανθολογία Σιφνίων Ποιητών» (1984, σελ.25) αναφέροντάς το όμως στο βιογραφικό του Τριαντάφυλλου. Περιέργως δεν προκρίνει να μεταγράψει την αφιέρωση και έτσι κάνει μόνον απλή μνεία της συνοδευτικής σύντομης επιστολής.

Φίλε κ. Ταγκόπουλε,

Ιδού σας στέλλω ολίγους στίχους εις την μνήμην του πολυκλαύστου ημών    φίλου Κλεάνθους. Ο σκοπός σας είνε άγιος, μαρτυρών ότι υπάρχουσιν ακόμη ευγενείς καρδίαι εις την ιδιοτελεστάτην των κοινωνιών, εις τας Αθήνας.                                                            Yμέτερος

                                                                                                                                                                           Αριστομένης Προβελέγγιος

 

(ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΛΕΑΝΘΗΝ)

 

Ἀπ’ τό νησί μας ὅπου ἐγεννήθης

Ἀπό τό ἥσυχό του περιγιάλι

Ὅπου μικρός ἀκόμη τ’ἀπαρνήθης

Κ’ ἐρρίχθηκες εἰς τῆς ζωῆς τή ζάλη,

 

Ἀπ’ τό νησί μας πού ἔπρεπε νά μείνῃς

Νά τραγουδῇς καθώς ὁ Ἀνακρέων

Κ’ ἐπάνω στό τραγοῦδι σου τ’ ὡραῖον

Γλυκά γλυκά καί ἥσυχα νά σβύνῃς

 

Κόπτω μέ δάκρυα λίγα λουλούδια

Κ’ ἐπάνω στήν πληγή τήν ματωμένη

Πού ἔσβυσε τόσα γλυκά τραγούδια

Τά ραίνω μέ καρδιά συγκινημένη !

 

Τα δικά μας σχόλια περιττεύουν όταν ο ποιητής εκφράζει αυτό που όχι μόνον αντιλαμβάνεται αλλά και συναισθάνεται, δηλαδή την βαθειά απόγνωση και ψυχική οδύνη του συναδέλφου και συντοπίτη ποιητή. Πλην όμως είναι εμφανής και ο προσωπικός προβληματισμός του ιδεαλιστή Προβελέγγιου σχετικά με την «ιδιοτελεστάτην» (ήδη από τότε, τέλος του 19ου αιώνα) Αθηναϊκή κοινωνία σε αντιδιαστολή με την επαρχιακή νησιώτικη.

Παρά το γεγονός πως πολλά μεγάλα και γνωστά ονόματα της ποίησης υποστήριξαν με την συνεργασία τους την έκδοση του «ΡΑΜΠΑΓΑ» από τα πρώτα χρόνια, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε ποιητές που εκπροσωπούν το συντηρητικό κατεστημένο να συμμετέχουν σε μια έκδοση που στρέφεται εναντίον της ίδιας της κοινωνικής τους θέσης. Και έτσι, όταν αυτό που ξεκίνησε ως μια ευθυμογραφική περιπέτεια δεν άργησε να μεταβληθεί σε ανατρεπτική προμετωπίδα πολιτικής αντίδρασης, δεν μας εκπλήσσει που οι εξωτερικοί λογοτεχνικοί συνεργάτες βαθμιαία απομακρύνονται.

Ειδικά για τον Αριστομένη Προβελέγγιο με τις γνωστές αριστοκρατικές του καταβολές είναι αξιοπερίεργο (αλλά ταυτόχρονα και αξιοσημείωτο) το πώς και το γιατί αποφασίζει να συμμετέχει επώνυμα (το όνομά του αναγράφεται στον αρχικό κατάλογο συνεργατών), έστω και αν τα ποιήματά τους παρουσιάζονται με ψευδώνυμο. Κατά την διάρκεια της Β’ περιόδου έκδοσης του ΡΑΜΠΑΓΑ. όταν ο εκδότης δημόσια αποκηρύσσει (έστω και προσωρινά, όπως αποδείχθηκε) την αντικαθεστωτική πολιτική του, ο Προβέλεγγιος δημοσιεύει τρία τουλάχιστον ποιήματά του, εννοείται στην δημοτική.

Στην εργογραφία του Προβελέγγιου αναφέρεται ήδη το ποίημα «Η Λουομένη» στο φύλλο της 17ης Ιανουαρίου 1888 με το ψευδώνυμο «Νησιώτης». Εμείς το περιλαμβάνουμε σε μια ειδική κατηγορία ποιημάτων του Προβελέγγιου, τα «εφήμερα», ήτοι αυτά που ακολουθούν την πρόσκαιρη επικαιρότητα του εντύπου όπου δημοσιεύονται. Άλλωστε για τον ποιητή τυπικά θεωρείται «ανέκδοτον» αφού δεν έχει επιλεγεί για δημοσίευση σε μια απο τις τρεις Συλλογές του. Βέβαια μπορεί να μην θεωρείται «άγνωστον» ή -έστω- «αφανές» (αφού αναφέρεται στην εργογραφία του), πλην όμως δεν κυκλοφορεί ευρέως το περιεχόμενό του. Για λόγους ιστορικούς επιλέγουμε να το ανασύρουμε από την λήθη και να το μεταγράψουμε εδώ, διατηρώντας την αρχική ορθογραφία.

Η ΛΟΥΟΜΕΝΗ

 

Ὤ, τί βραδυά χαριτωμένη,

τί φύσις ροδοχρυσωμένη

τί οὐρανός σἄν τό γυαλί.

τ ‘ ἀγέρι κρυφαναστενάζει

στό κῦμα, ποῦ ἀνατριχιάζει

καί τήν ἀκρογιαλιά φιλεῖ.

 

Βουβά τά ὄρη πέρα πέρα,

 

μές στόν ἀτάραχο ἀγέρα

πετροχελίδονο πετᾷ,

Καί κάτω εἰς τό περιγιάλι

οἱ βράχοι βλέπουν ς’ τό κρυστάλλι

τά ὕψη των τά σαλευτά.

 

Γοργή βαρκούλα τριγυρίζει

 

τό κοιμισμένο κῦμ’ ἀφρίζει

καί ἀσημένιο τήν κτυπᾷ.

Περνᾷ, καί τό χλιαρό ἀγέρι

ἕνα γλυκό τραγούδι φέρει

καί στ’ ἀκρογιάλι τό σκορπᾷ.

 

Πάνω στά ὕψη τά βουνήσια

δένδρα καί βράχοι κ’ ἐξωκλήσια

πλέουν ἀκόμα μές στό φῶς,

καί σἄν ἑσπερινή θυσία

σιγά πετᾷ στήν ἡσυχία

ὕμνος τῆς φύσεως κρυφός.

 

Τί σιγαλιά, καί τί γαλήνη !

καί τό φτερούγισμα ποῦ χύνει

τό ὄρνηο ποῦ μεσουρανεῖ,

κι αὐτό ἀκούεται ἀκόμα

ἀπ’ τό χρυσό τ’ ἀγέρα δῶμα

κάτω στή γῆ τή μακρυνή.

 

Τότε μιά νέα καταιβαίνει

 

στήν ἄμμο τήν κοσκινισμένη

τή δροσερή καί ἁπαλή·

μέ πόθο τό νερό κυττάζει,

Ποῦ μουρμουρίζει, κοχλακιάζει

Καί στήν ἀγκάλη του καλεῖ.

 

Ἀργά τή φορεσιά της βγάζει

Καί ἕνα ἕνα ξεσκεπάζει

τά κάλλη της τά τρυφερά

Καί σἄν νά ντρέπεται τό κῦμα,

Προβαίνει μέ δειλό τό βῆμα

κι’ ἀναγαλλιάζουν τά νερά.

 

Καί κάθε ποῦ τό κῦμα τρέχει

καί ὅλο πιό ψηλά τήν βρέχει

παίρνει ἀνάσασμα βαθύ,

εὐχάριστο, ὡσάν νά νοιώθη

στήν ἀγκαλιά πῶς ἐξαπλώθη

ἐκείνου ποῦ τἤνε ποθεῖ

 

καί προχωρεῖ ἀγάλι-γάλι,

κ’ ἡ τορνευμένη της ἀγκάλη

ἀνατριχιάζ’ ἡδονικά

καί σῶμα τριανταφυλλένιο

μέσα σέ κῦμα ζαφιρένιο

ἐβύθισε γλυκά γλυκά.

 

Παίζει στό κῦμα, χωρατεύει,

καί τό κεφάλι της χορεύει

ἀπάνω ἀπό τά νερά,

σἄν πάπια, ποῦ χιονοπλασμένη

μέ χάρη ἀναιβοκαταιβαίνει

‘στά κύματα τά δροσερά.

 

 

 

Πότε τό στῆθός της ξεχώνει

πότ’ ἕνα πόδι ξεφυτρόνει

πού σἄν τό χιόνι ἀσπροβολᾷ,

πότε στό κῦμα παπλακίζει

π’ ὁλόγυρά της φουσκαλίζει

καί μαλακά τήν γαργαλᾷ.

 

Καί τά μικρά ὡραῖα ψάρια

ὁποῦ γλιστροῦν μέσ’ στά λιθάρια

μέ θάρρος ἔρχονται κοντά,

καί τό μικρό μικρό των στόμα

τῆς νηᾶς τό φαρφουρένιο σῶμα

μ’ ἀγάπη ἐλαφροκεντᾷ.

 

Καί τραγουδᾷ· καί βράχοι γύρω

ὁποῦ χειμῶνα καλοκαίρι

στέκουν σέ ὄνειρα ἐκεῖ

ξυπνοῦνε ὡσάν μαγεμένοι

καί λέν μέ γλῶσσα στοιχειωμένη :

«ποιά μᾶς ξυπνίζει μουσική;»

 

Καί κἄπου κἄπου ξεπροβάλλει

νεράϊδας ὤμορφο κεφάλι

καί στρέφει γύρω νά ἰδῇ,

ἡ ἀδελφή ποιά εἶν’ ἐκείνη

ποῦ μέσα στή γλυκειά γαλήνη

μέ τόση χάρι τραγουδεῖ.

 

«Σέ ἀγαπῶ.» ἔτσι τελειόνει

τό τραγουδάκι της ποῦ λυόνει

κάθε καρδούλα ἁπαλή·

καί γύρω γύρω στ’ ἀκρογιάλι,

σἄν μιά φωνή ἀπό κρυστάλλι

«Σέ ἀγαπῶ !» ἀντιλαλεῖ.

 

Ἡ ὤμορφη ἀνατριχιάζει.

τῆς φάνηκε σἄν νά τήν κρᾴζῃ

ἀπ’ ἔξω μυστική φωνή.

Ἡ δύσις πλέον ἔχει σβύσει,

ἁπλώθηκε σκιά στή φῦσι,

τό πρῶτο ἄστρο ἔχει φανῆ.

 

Δειλή ἀπ’ τά νερά πηδάει

Καί μέ τά χέρια της ζητάει

Νά κρύψῃ κάλλη ἁπαλά,

μά ὁ λαμπρός ἀποσπερίτης

φιλεῖ σἄν κλέφτης τό κορμί της

ἀπό τόν οὐρανό ψηλά.

 

Καί στό φιλί του φωσφορίζουν

ἡ μύριαις στάλαις πού στραγγίζουν

 

κι ἀπ΄το σῶμα της κυλοῦν.

Διαμάντια καί μαργαριτάρια

ἀπ’ τήν κορφή ὡς τά ποδάρια

θαρρεῖς ὅτι λαμποβολοῦν.

 

Καί τραγουδεῖ ἀγάλι-γάλι

καί ἕνα ἕνα κρύπτει πάλι

τά κάλλη τά σπαρταριστά.

Τό κῦμα σύρνεται, στενάζει,

στήν ἀμμουδιά μέ πόθο σπάζει

σἄν ἐρωμένος τήν ζητᾷ.

 

 

Πρόκειται για ένα θαυμάσιο σε νοητή εικονοποίηση ποίημα, ο ερευνητής όμως θα πρέπει να γνωρίζει πως η δημοσίευση τού ανωτέρω ποιήματος δεν ανταποκρίνεται στις τελικές προσδοκίες του ποιητή. Και τούτο διότι, όπως τώρα γνωρίζουμε, ο Προβελέγγιος συλλέγει το απόκομμα από την εφημερίδα και, με την προσφιλή του μέθοδο, το χρησιμοποιεί σαν τυπογραφικό δοκίμιο παραλλάσσοντάς το. Ίσως αποσκοπώντας σε μια μελλοντική έκδοση, στην οποία ποτέ τελικά δεν θα συμπεριληφθεί. Εμείς το εντοπίσαμε στο Αρχείο Προβελέγγιου, που φυλάσσεται στην Ακαδημία Αθηνών, πλην όμως ελλιπές. Ως εκ τούτου είναι άνευ νοήματος η «διορθωμένη» μεταγραφή του και απλά εμφανίζουμε εδώ το σχετικό τεκμήριο (Εικόνα 2).

Στον «ΡΑΜΠΑΓΑ» επίσης πρωτο-δημοσιεύεται, πρωτοσέλιδο στο φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 1888 και πάλι με το ψευδώνυμο «Νησιώτης», το ποίημα «Εργάζου» του Προβελέγγιου, γνωστό από τον κατάλογο ποιημάτων του, πλην όμως τυπικά «ανέκδοτον». Ίδια μέθοδος και εδώ. Το αρχικό απόκομμα χρησιμεύει σαν τυπογραφικό δοκίμιο για να σημειώσει επάνω σε αυτό τις αλλαγές στο περιεχόμενο, που ο ποιητής επιθυμεί μελλοντικά να γίνουν. Και όμως, παραδόξως, πέντε χρόνια αργότερα, όταν θα επαναδημοσιευθεί αυτή την φορά ενυπόγραφα, και πάλι σε πρωτοχρονιάτικο φύλλο αυτό της 2ας  Ιανουαρίου 1903 του περιοδικού «ΝΟΥΜΑΣ», θα εξακολουθεί να έχει την αρχική του μορφή. Ίσως διότι προέρχεται από απλή ευκαιριακή αντιγραφή λόγω της διαδοχής των εντύπων αλλά με τους ίδιους συντάκτες (Δ.Π. Ταγκόπουλος).

Εμείς, από σεβασμό στην αρχική επιθυμία και τον κόπο του ποιητή, αποφασίσαμε να το μεταγράψουμε εδώ, διατηρώντας όπως πάντα την ορθογραφία, υιοθετώντας για ιστορικούς λόγους τις αλλαγές που είχε οραματισθεί και σημειώσει χειρόγραφα (Εικόνα 3) στο τυπογραφημένο κείμενο. Οι αλλαγές αυτές μοιάζουν σε πρώτη ματιά να μην είναι ουσιώδεις. Όμως, σε ένα δύσκολο τεχνικά στίχο κάθε μικρο-αλλαγή έχει την σημασία της. Η περαιτέρω αντιπαραβολή με το αρχικό κείμενο είναι μια προτεινόμενη άσκηση για κάθε λεπτολόγο ενδιαφερόμενο με φιλολογικές ανησυχίες.

 

ΕΡΓΑΖΟΥ

 

Περνοῦν τά χρόνια σάν πουλιά, τό ἔθνος ταξιδεύει

ἀνάμεσα στ’ ἀτέλειωτα πελάγη τῶν αἰώνων·

μέ τρικυμίαις μάχεται, μέ τό βορηᾶ παλεύει

σἄν κῦμα βλέπει γύρω του νά φεύγῃ κάθε χρόνον.

 

Αἰῶνες γύρωθε βογκούν, περνοῦν, τό φῶς ἐχάθῃ!

ἀλλ΄ὡς νερό στήν λίμνη τοῦ ὁρίζοντος στεφάνι

ὁ οὐρανός ἀνοίχθηκε καί στά γαλάζια βάθη

μιά ἐκκλησιά μ΄έναν σταυρόν ὁλόχρυσον ἐφάνη.

 

Ὅλοι μέ δάκρυα χαρᾶς, μέ καρδιοκτύπι ὅλοι

τά χέρια τῶν ἁπλόνουνε πρός τήν ἁγία Πόλι,

στήν παλαιά πατρίδα των, στῆς δόξης τό στεφάνι,

τοῦ σκοτεινοῦ τῶν ταξιδειοῦ τ’ὁλόφωτο λιμάνι.

 

Καί ταξιδεύουνε· περνοῦν σάν κύματα οἱ χρόνοι

καί φεύγει ὁ σταυρός ἀντί νά τούς σιμόνῃ·

Καί κάθε κῦμα ποῦ περνᾷ τ’ ἀνερωτούν : «Ἀκόμα;»

«Ἐργάζου !» ἀπαντᾷ αὐτό μέ ἀφρισμένο στόμα.

 

Λυποῦνται, κι ἀνυπομονοῦν, τά χέρια των σταυρόνουν

στόν οὐρανό τό μάτι των ἀπελπισμένοι ὑψώνουν

καί μέ πικρό παράπονο τόν ἐρωτοῦν : «Ἀκόμα;»

«Ἐργάζου !» ἀντιλαλεῖ φωνή ἀπ’ τ’οὐρανοῦ τό δῶμα.

 

Οἱ πόθοι δέν προφθάνονται μέ χέρια σταυρωμένα·

μένουν αἰώνια ὄνειρα μέσ’ στήν καρδιά θαμμένα.

Ἐργάζου καί κοπίαζε ! ἡ ἐργασία μόνη

στούς πόθους σῶμα καί ψυχή νά δώσῃ κατορθόνει !

 

Πόσο επίκαιρη αλλά ταυτόχρονα εκτός τόπου και χρόνου κατέληξε να γίνει, στην σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα της «ευκολίας», αυτή η προπατορική οδηγία διά χειρός Προβελέγγιου: “οι πόθοι δεν προφθάνονται με χέρια σταυρωμένα”…

Θα καταλήξουμε παρουσιάζοντας το τρίτο ποίημα του Προβελέγγιου, με τίτλο «Η Γεροντοκόρη», του οποίου η δημοσίευση στον «ΡΑΜΠΑΓΑ» είχε προηγηθεί ενωρίτερα στο φύλλο της 13ης Δεκεμβρίου 1887. Ένα ακόμη ουσιαστικά άγνωστο, θυμοσοφικό και ανθρώπινο ποίημα του Προβελέγγιου, τελείως διαφορετικού χαρακτήρα σε σχέση με το γενικώτερο πνεύμα της «πολιτικής, φιλολογικής και ευτράπελης» εφημερίδας. Αυτό απουσιάζει τελείως από την (έτσι κι αλλιώς ελλιπέστατη) γνωστή εργογραφία του ποιητή και παραμένει φυσικά τυπικά «ανέκδοτο». Φροντίζουμε να το επαναφέρουμε ίσως για πρώτη φορά από την «αφάνεια», όπου η εφήμερη δημοσίευσή του το έχει καταδικάσει.

 

 

Η ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΡΗ

 

Ρίχνει τό μάτι της τ’ἀχνό

στό πέλαγος τό γαλανό

στά σύννεφα τά χρυσωμένα

Ἔχει τά χέρια σταυρωτά

στά γόνατά της καί πετᾷ

τό πνεῦμά της ’ςτά περασμένα.

 

Τά χρόνια της τά νηοτικά

μαζί μέ ὄνειρα γλυκά

μέσ’ στήν καρδιά της ζωντανεύουν,

καί πέρα ‘κεῖ στόν οὐρανό

φτερό ἀπλόνουν φωτεινό

καί σἄν ἀγγέλοι ταξειδεύουν.

 

Κάποια μορφή ἀγαπητή

ἐμπρός στή μνήμη τήν πιστή

τῆς πικραμένης τριγυρνάει,

κ’ ἡ θολωμένη της ματιά

γεμίζει μυστική φωτιά

τό στόμα της χαμογελάει.

 

Σιγά σιγά ὅλα ξεχνᾷ

τά πάθη της τά τωρινά

καί λάμπει ἀπό εὐτυχία·

φαίνεται σἄν ἐκστατική

ὡσάν ν’ ἀκούῃ μυστική

ἀπ’ τά οὐράνια ἁρμονία.

 

Σἄν μιά εἰκόνα φωτερή

τήν ἴδια ὄψι της θωρεῖ

ἐμπρός της μ’ ἄνθη στολισμένη

καί παλληκάρι τήν φιλεῖ

γι’ ἀγάπη τῆς κρυφομιλεῖ

καί τήν κρατεῖ ἀγκαλιασμένη.

 

Σηκώθηκε δειλή δειλή

καί στοῦ καθρέφτη τό γυαλί

ἔρριξε πλάγια τή ματιά της …

Στά χέρια της μέ στεναγμό

ἔκρυψε πρόσωπο χλωμό

τά νηάτα πᾶν κ’ ἡ εὐμορφιά της!

 

Γύρω ἡ ἄνοιξις γελᾷ

καί ὁμιλοῦνε σιγαλά

μέ τῆς ἀγάπης τήν μαγεία

γιά τόσα ὄνειρα λαμπρά

τήν ἕνωσί των, τή χαρά,

τόν ἔρωτα, τήν εὐτυχία.

 

Ἄχ τή φτωχή !  φεύγουν μέ μιά

τόσες ἐλπίδες ! ἐρημιά

καί θλίψις τήν περικυκλόνει.

Γυρνᾷ τοῦ χρόνου ὁ τροχός

Ὁ Μάης της περνᾷ γοργός

μά ἡ ζωή της δέν τελειόνει.

 

Τά ἄνθη ὅπου μιά φορά

τήν ἐστολίζανε λαμπρά

καρπό δέν ἔδεσαν κανένα.

Δέν εἶνε πλέον κοπελλιά

δέν εἶνε μάνα μέ παιδιά

τριγύρω της χαριτωμένα.

 

Εἶνε τό ἄκαρπο δεντρό

ποῦ ζουριασμένο, θλιβερό

ποτέ του Μάη δέν γνωρίζει.

Τό ῥεῦμα τῆς ζωῆς κυλᾷ

τριγύρω τοῦ κι ἀφροβολᾷ

μά τή φτωχή δέν τήν δροσίζει.

 

Κανείς δέν τήν προσέχει πληά

καθένας κτίζει μιά φωληά

ἡ κάθε μία ζευγαρόνει·

ἡ νηαῖς πού γνώρισε μικραῖς

εἶνε μητέρες δροσεραῖς·

ξεροί γι αὐτήν περνοῦν οἱ χρόνοι.

 

Σίγουρα δεν μπορεί να περιληφθεί στα υψιπετή, που μας έχει συνηθίσει ο Προβελέγγιος. Είναι όμως ενδεικτικό τού πώς μπορεί ο ποιητής να υπεισέλθει βιωματικά ακόμη και σε ένα θέμα, το οποίο -εκ των πραγμάτων- αδυνατεί στην πραγματικότητα να βιώσει. Δύσκολα ξεχωρίζουν οι απλοί αυτοί στίχοι του Προβελέγγιου από αυτούς που βρίσκουμε πίσω από τις σελίδες φθηνών επιτοίχιων ημερολογίων. Κι όμως η δύναμη των στίχων του είναι ικανή να συγκινήσει ακόμη κι έναν αδιάφορο αναγνώστη, που δεν μοιράζεται τις ίδιες εμπειρίες με την ηρωίδα. Σε βαθμό που ένας αρχικά κακόηχος και αποτρεπτικός τίτλος μπορεί εν τέλει να εμπεριέχει και να κατακλύζεται από βαθύ ανθρώπινο συναίσθημα.

Η έρευνα -με κάθε επιφύλαξη- δεν εντοπίζει άλλα ποιήματα του Προβελέγγιου δημοσιευμένα στον «ΡΑΜΠΑΓΑ». Ομοίως και περιέργως δεν εντοπίζει και κάποιο ποίημα ή -έστω- στιχούργημα του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου που να απευθύνεται αντίστροφα ή να αφιερώνεται στο συντοπίτη του Προβελέγγιο. Αλλά και γενικώτερα η «Σίφνος» απουσιάζει από το στιχουργηματικό έργο του Ραμπαγά. «Τραγούδια» του με Σιφνέικη θεματολογία ή κάποιες έστω αναφορές λείπουν παντελώς από την γνωστή εργογραφία του και αυτό μοιάζει να έχει βολικά περάσει ασχολίαστο από τους μελετητές του.

Η έρευνά μας δεν εντοπίζει ούτε μία φορά την λέξη «Σίφνος» ή κάτι άλλο τοπωνυμικά συναφές στην εργογραφία ή τους στίχους του Ραμπαγά. Κατά τη γνώμη μας μόνο συμπτωματικό δεν μπορεί να θεωρηθεί, περισσότερο προσομοιάζει σε συνειδητή επιλογή του ποιητή, ίσως για προσωπικούς ή ακόμη και ψυχολογικούς λόγους. Βέβαια οι Σίφνιοι ανθολόγοι του, σε μια άσκοπη προσπάθεια να παραπέμψουν σε κάποια ανύπαρκτη «Σιφνιωσύνη» στο έργο του, εντοπίζουν και υποσημειώνουν ορισμένες εκφράσεις τού τοπικού ιδιώματος σε ελάχιστα ποιήματά του.

Αυτά τα μη-ευρήματα μπορεί απλώς να υποδεικνύουν μια πλημελλή έρευνα, που ίσως στο μέλλον αποκατασταθεί. Στο ενδιάμεσο, η Σίφνος, με το διαχρονικά «προοδευτικό» πρόσημο που πάντα ελκύεται από το περιθωριακό στίγμα, δεν χρειάστηκε την μικρο-τοπιστική κολακεία του ποιητή για να αναγνωρίσει την θέση του. Έτσι, η απουσία αναφορών σε αυτήν συγχωρέθηκε και δεν στάθηκε εμπόδιο στην τιμητική αναγνώριση του Τριαντάφυλλου στο νησί της καταγωγής του, όπου ο μποέμ και ανατρεπτικός χαρακτήρας του εξακολουθεί να συγκινεί.

Το χαρακτικό, που προέκυψε από το σχέδιο του Ν.Λύτρα με την μορφή του Τριαντάφυλλου σε προφίλ, έχει προφανώς χρησιμοποιηθεί σε ελεύθερη απόδοση και από τον γλύπτη Κώστα Κλουβάτο. Το 1964, ανέλαβε την κατασκευή σε χαλκό τής εκφραστικά συμπαθητικής προτομής του Ραμπαγά. Αυτή κοσμεί από τότε την ομώνυμη πλέον «πλατεία Ραμπαγά» στην Απολλωνία Σίφνου και έχει τύχει μεγάλης δημοσιότητας και συζήτησης. Κυρίως το 1984, όταν και επανατοποθετήθηκε στην σημερινή της θέση (εικόνα 4) μαζί με το εγχάρακτο αμφιλεγόμενο απόσπασμα από τον πλατωνικό Μενέξενο.

Ανεξάρτητα όμως από τοπικισμούς, που εν γένει δεν απαντώνται στα ποιήματά του, ο πατριωτικός λόγος του Τριαντάφυλλου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Επιλέγουμε ενδεικτικά ένα πολύ σύντομο στιχούργημά του αφιερωμένο «Στο Θάνατο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη», που αναδύει το υπολανθάνον σε όλο το έργο του ευρύτερο πατριωτικό πνεύμα του Ραμπαγά.

 

Πόσους νεκρούς ανάσταινες, με τα μνημόσυνά σου,

Και πόσοι Αστραπόγιαννοι, στη βροντερή λαλιά σου,

το καριοφίλι άδραξαν, τα σάβανα ξεσκούσαν,

Και, μέσ’ από το μνήμα τους, ολόρθοι πολεμούσαν.

Πού, τώρα, το μνημόσυνο που σένα ν’ αναστήσει;

Και ποιά λαλιά, την πρώτη σου ζωή, θα σου χαρίσει;

Σαν κελαδήσει λευθεριά στα Γιάννενα, τ’ αηδόνι,

σαν Αστραπόγιαννος και συ το μνήμα σου θα σχίσεις

Κ’ αντίς μνημόσυνο, χαράς τραγούδι, θα τονίσεις !…

 

Στο ξετύλιγμα της περιπετειώδους ζωής του Τριαντάφυλλου μάς ξεναγεί ο Δ. Ταγκόπουλος σε πρώτη ανάγνωση. Στο επιμνημόσυνο άρθρο του Ημερολογίου της ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΣΤΟΑΣ του 1891 (που μάλλον ανατυπώθηκε και σε ξεχωριστό βιβλιάριο λίγα χρόνια αργότερα), μας δίδει τις βασικές χαρακτηρολογικές περιγραφές μιας επαγγελματικής καθημερινότητας. Μια πρόσθετη, εξ ίσου ενδιαφέρουσα, ανεκδοτολογική καταγραφή συμβάντων και γεγονότων βλεπουμε και στο μετέπειτα βιβλίο του «Φιλολογικά Πορτραίτα» (1922) αλλά και στις «εκλογές» του της ίδιας χρονιάς με τίτλο «Τα Τραγούδια του Ραμπαγά» (1922).

Στα «Φιλολογικά Πορτραίτα», ο Δ. Ταγκόπουλος αφιερώνει το πρώτο κεφάλαιο στον μέντορα, στενό φίλο και συνεργάτη του, τον Ραμπαγά. Εδώ όμως είναι ευδιάκριτη πλέον η τάση του συγγραφέα να μετριάσει την πρωτοποριακή αγωνιστική θέση και την επίδραση του Τριαντάφυλλου στα νεολαιίστικα κινήματα της εποχής. Με την πάροδο μιας 25ετίας από την εποχή και τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατό του, εύσχημα προσθαφαιρεί ανεκδοτολογικές αναφορές και αποδίδει μια κοινωνικά αποδεκτή πλέον εικόνα του Ραμπαγά χωρίς τα «αγκάθια» των δημοκρατικών του αγώνων. Ίσως διότι μέσα από τις κοσμογονικές αλλαγές των βαλκανικών και ενός παγκόσμιου πολέμων αλλά και από τα γεωπολιτικά απόνερά τους στην ελληνική πραγματικότητα, έχει αναδυθεί πλέον ο σοσιαλιστικός διεθνισμός.  Έτσι, τα εθνοκεντρικά πατριωτικά ζητήματα εξετάζονται μέσα από διαφορετικό ιστορικό πρίσμα.

Την κοινωνική σημασία του παραδείγματος ζωής του Ραμπαγά αναλαμβάνει να επανορθώσει, σε δεύτερη ανάγνωση, πολύ αργότερα, το φλογερό άρθρο του διεισδυτικού και πολυγραφότατου Γ. Βαλέτα. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ το 1966 με τίτλο «Ο Αληθινός Ραμπαγάς» (τεύχος 879, σ. 218-234). Αυτή η διθυραμβική ραψωδία των 16 σελίδων ουσιαστικά απευθύνεται σε έναν πολιτικό «σύντροφο» σε κοινωνικούς αγώνες -κι ας έρχονται από το ανυπόπτως μακρινό παρελθόν. Εδώ ο Βαλέτας αναπτύσσει πειστικά και δημεγερτικά τους λόγους, για τους οποίους εκτιμά ότι το κοινωνικό παράδειγμα του Ραμπαγά είναι άξιο όχι μόνο μελέτης αλλά και μίμησης. Θεωρώντας τον ακόμη και «ως συνεχιστή του Ρήγα», αποδομεί με ακαταμάχητα επιχειρήματα την επιφανειακή και εύπεπτη χαρακτηρολογία που ο Ταγκόπουλος (ίσως άθελά του) επέβαλε σε βάθος δεκαετιών για τον Ραμπαγά. Και προσπαθεί να τον αποκαταστήσει με το άρθρο του αυτό, επανατοποθετώντας τον οικείο Κλέανθη σε βάθρο, όπου κάτωθεν προτείνει να αναγράφονται με χρυσά γράμματα τίτλοι τιμής όπως «οραματιστής, ιδεολόγος, μαχητής».

Για την «Συμβολή της εφημερίδας ΡΑΜΠΑΓΑΣ στην ανανέωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας», κυρίως μέσα από το φλέγον για πολλά χρόνια γλωσσικό ζήτημα, υπάρχουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες σχετικές μελέτες. Εκτός από την προαναφερθείσα του Γ. Βαλέτα (ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 1966) αλλά και την αναλυτική περιγραφή καταστάσεων από τον Δ. Μάργαρη (ΗΜΕ 1928), ξεχωρίζει η με τον ανωτέρω τίτλο φιλολογική μελέτη της καθ. Ελ. Πολίτου-Μαρμαρινού (ΕΚΠΑ). Αρχικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ (Απρ-Ιούν 1979, τόμος ΚΑ’, σ. 235-257), την ίδια χρονιά σε συνέχειες στην ΣΙΦΝΑΪΚΗ ΦΩΝΗ & σε ανάτυπο (1979) ενώ αργότερα περιλήφθηκε και σε Επιστημονική Επετηρίδα (Παν. Ιωαννίνων, 1991).

Μέσα από τις μελέτες αυτές, με την πολυτέλεια και την ηρεμία μιας μεγάλης χρονικής απόστασης, προβάλλει ξεκάθαρα ο καθοριστικός ρόλος της εφημερίδας «Ο ΡΑΜΠΑΓΑΣ» στο να δώσει «βήμα» σε αυτούς που σήμερα δικαιολογημένα θεωρούμε ως «ιερά τέρατα» της νεοελληνικής ποίησης της εικονοκλαστικής μεταβατικής εκείνης εποχής.

Στο σημείο όμως αυτό, θα πρέπει απαραίτητα να υπογραμμίσουμε την μοναχική θετική ανταπόκριση του Προβελέγγιου με την θαρραλέα συμμετοχή του στην πρόσκληση για ένα μεταθανάτιο δημόσιο αποχαιρετισμό προς τον αυτόχειρα Τριαντάφυλλο. Όταν μάλιστα όλη η λογοτεχνικη παρέα των Παλαμά, Δροσίνη, Στρατήγη, Καμπά και λοιπών επώνυμων συνεργατών του Ραμπαγά, αντιλαμβανόμενοι την εκδικητική αντίδραση της εκάστοτε εξουσίας προς μιαν ελεύθερη φωνή, επιλέγουν να λάμψουν δια της σιωπής τους.

Αλλά και να συμπληρώσουν οι μέχρι πρότινος λογοτεχνικοί συναγωνιστές, δια της κραυγαλέας απουσίας τους, την άρνηση της Πολιτείας και της Εκκλησίας στο απαράγρσπτο ανθρώπινο δικαίωμα μιας κανονικής ταφής, όπως μας έρχεται από το αρχαιοελληνικό απώτερο παρελθόν μας. Καταδικάζοντας έτσι και «θάβοντας» τον Τριαντάφυλλο για δεύτερη φορά στην επιδιωκόμενη λήθη, όχι μόνο τού παραδείγματος ζωής του αλλά και της φιλολογικής του προσφοράς.

Ιδωμένη λοιπόν η κίνηση του Προβελέγγιου, σε αντιδιαστολή με αυτήν των κατά τ’ άλλα ευεργετηθέντων από τον Ραμπαγά λογοτεχνικών συνοδοιπόρων του, αποκτά μια διαφορετική ηθική αξία, εξ ού και επιλέξαμε να την προτάξουμε παρουσιάζοντάς την στην αρχή του παρόντος. Ιδιαίτερα μάλιστα, αν ενθυμηθούμε την αρχική κοινωνική θέση και το μερίδιο του Προβελέγγιου στον λογιωτατισμό. Τότε η εκδήλωση ανεξάρτητου πνεύματος που επιδεικνύει για μιαν ακόμη φορά, μόνο θαυμασμό και εκτίμηση μπορεί να του αποφέρει. Η μετέπειτα πορεία του και κοινωνική αναγνώριση απέδειξε πως και το δικό του παράδειγμα δεν πέρασε απαρατήρητο, τουλάχιστον από τους συντοπίτες του.

Βίοι (σχεδόν) παράλληλοι, λοιπόν, δύο Σίφνιων ποιητών. Ήλθαν σε αυτή την ζωή με τελείως διαφορετική «προίκα». Εν τούτοις, το «δαιμόνιον» της ποιητικής Μούσας, αυτό που αναγνωρίζουμε με το δήθεν αθώο όνομα «τάλαντον», τούς οδήγησε να αφήσουν στο πέρασμά τους, ο καθένας με τον τρόπο του, όχι μόνον το φιλολογικό στίγμα τους αλλά και ένα διαφορετικό παράδειγμα ζωής.

 

 

Σίφνος, Ιούνιος 2023

Προηγούμενο άρθροΣιωπή 1 : ένα αναπάντεχο συνέδριο – διά-δρασης
Επόμενο άρθροΠροδίδοντας τους άλλους – προδίδοντας τον εαυτό μας (της Ελένης Γεωργοστάθη)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Βιβλιογραφικό παρόραμα (ορθό 1964 αντί του λανθασμένου 1966) “…Γ. Βαλέτα. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ το 1964 με τίτλο «Ο Αληθινός Ραμπαγάς» (τεύχος 879, σ. 218-234)”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ