Περί Καραγατσιάδας και άλλων δαιμόνων (του Π. Ένιγουεϊ)

0
1684

του Π. Ένιγουεϊ (*)

 

Το “γυναικείο κίνημα” της δεκαετίας του 1960 δεν ήταν φυσικά η αρχή του φεμινισμού. Ήταν μάλλον η ανανέωση μιας παλιάς παράδοσης σκέψης και δράσης, που διέθετε ήδη τα κλασικά της βιβλία, τα οποία είχαν διαγνώσει το πρόβλημα της κοινωνικής ανισότητας των γυναικών και είχαν προτείνει και λύσεις. Αυτά τα βιβλία περιλαμβάνουν το «Μια υπεράσπιση δικαιωμάτων της γυναίκας» (1792) της Mary Wollstonecraft, το «Γυναίκα και εργασία» (1911) της Olive Schreiner και το «Ένα δικό σου δωμάτιο» (1929) της Virginia Woolf, που παρουσιάζει με ζωντανό τρόπο την άνιση μεταχείριση των γυναικών που αναζητούν εκπαίδευση και εναλλακτικές προοπτικές από τον γάμο και τη μητρότητα. Και βεβαίως «Το δεύτερο φύλο» (1949) της Simone de Beauvoir, που έχει ένα σημαντικό κομμάτι για την παρουσίαση των γυναικών στα μυθιστορήματα του D. H. Lawrence. Οι αντρικές συμμετοχές σ’ αυτή την παράδοση φεμινιστικής γραφής περιλαμβάνουν το «Η υποταγή των γυναικών» (1869) του John Stuart Mill και το «Η καταγωγή της οικογένειας» (1884) του Friedrich Engels1.

Η σύγχρονη φεμινιστική λογοτεχνική κριτική είναι απευθείας προϊόν του “γυναικείου κινήματος” του 1960.

Η Elaine Showalter για παράδειγμα, περιέγραψε την αλλαγή στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ως μια μετακίνηση της προσοχής από τα “ανδροκείμενα” (βιβλία γραμμένα από άντρες, “androtexts”) στα “γυναικοκείμενα” (βιβλία γραμμένα από γυναίκες, “gynotexts”). Εφηύρε τον όρο “γυναικεία κριτική” για τη μελέτη των “γυναικοκειμένων”.  Τα θέματα της γυναικείας κριτικής είναι, όπως λέει, “η ιστορία, τα στυλ, τα θέματα, τα είδη και οι δομές των κειμένων που γράφονται από γυναίκες.

Η  Showalter διακρίνει την ιστορία της γυναικείας γραφής σε μια θηλυκή φάση (1840-1880), στην οποία οι γυναίκες συγγραφείς μιμούνταν κυρίαρχες αντρικές καλλιτεχνικές νόρμες και αισθητικά πρότυπα. Μετά σε μια φεμινιστική φάση (1880-1920), κατά την οποία οι γυναίκες συγγραφείς ανέπτυξαν ριζοσπαστικές και συχνά αυτονομιστικές θέσεις. Και τέλος σε μια γυναικεία φάση (1920 και εξής), η οποία επικεντρώθηκε στη γυναικεία γραφή και εμπειρία.

Μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας στηρίζεται σε μια σειρά σταθερών εικόνων γυναικών, δηλαδή στερεοτύπων. Οι πραγμοποιημένες αυτές μορφές, που είναι απρόσμενα λίγες, επαναλαμβάνονται διαρκώς σε όλη τη δυτική λογοτεχνία. Ωστόσο, οι αντικειμενοποιημένες εικόνες έχουν ένα κοινό στοιχείο – ορίζουν τη γυναίκα ανάλογα με το πώς σχετίζεται, υπηρετεί ή αντιστρατεύεται τα συμφέροντα των ανδρών.

Στη δυτική παράδοση, τα στερεότυπα αυτά εμπίπτουν συνήθως σε δύο κατηγορίες, αποτυπώνοντας τον εγγενή μανιχαϊστικό δυϊσμό της δυτικής κοσμοαντίληψης. Τα γυναικεία στερεότυπα συμβολίζουν άλλοτε το πνευματικό και άλλοτε το υλικό, άλλοτε το καλό και άλλοτε το κακό.

Η Μαρία, η μητέρα του Ιησού, έγινε με τον καιρό το υπόδειγμα της υπέρτατης πνευματικής καλοσύνης, ενώ η Εύα, η σύντροφος του Αδάμ, αναδείχθηκε ως η πιο δυσοίωνη εκδοχή της κακής σωματικότητας.

Στην κατηγορία των στερεοτύπων της καλής γυναίκας, δηλαδή όσων εξυπηρετούν τα συμφέροντα του ήρωα, εμπίπτει η υπομονετική σύζυγος, η μητέρα/ μάρτυρας και η κυρία. Στην κατηγορία των στερεοτύπων της κακής γυναίκας εμπίπτουν οι αποκλίνουσες περιπτώσεις γυναικών που απορρίπτουν ή δεν υπηρετούν καλά τον άνδρα και τα συμφέροντά του: η γεροντοκόρη/ εργαζόμενη, η μάγισσα/ λεσβία, η στρίγγλα ή εξουσιαστική μητέρα/ σύζυγος.

Ορισμένα έργα (η Οδύσσεια, η Θεία Κωμωδία και ο Φόυστ) που θεωρούνται αρχετυπικά αριστουργήματα της δυτικής παράδοσης στηρίζονται στα απλουστευτικά αυτά στερεότυπα για τη γυναίκα. Τα έργα αυτά δεν παρουσιάζουν το «εσωτερικό» της γυναικείας εμπειρίας. Μαθαίνουμε λίγα, ή και τίποτα, για τον προσωπικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα γεγονότα οι γυναίκες. Οι γυναίκες είναι απλά οχήματα για την εξέλιξη και τη σωτηρία του άνδρα πρωταγωνιστή2.

Τα παραπάνω εν είδει εισαγωγής για την Φεμινιστική κριτική στην λογοτεχνία.

Στα καθ’ ημάς τώρα: διαβάζω αυτές τις μέρες το «σούσουρο» που έχει δημιουργηθεί στα social media μετά την κριτική αποδόμηση από τη Ρένα Λούνα του μυθιστορηματικού έργου του Μ. Καραγάτση και ειδικά της «Μεγάλη[ς] Χίμαιρα[ς, που] είναι μια σεξιστική παραφωνία, κατασκευασμένη από τσιτάτα μίσους και χριστιανική τιμωρία, δοσμένα στον υπερθετικό βαθμό».3 Η Λούνα προσπαθεί να μειώσει το μυθιστόρημα (ή και γενικά τη γραφή του Μ. Καραγάτση) παραθέτοντας σταχυολογημένα αποσπάσματα του εν λόγω βιβλίου και καλώντας μας να το διαβάσουμε εκ νέου με μια άλλη, σύγχρονη, φεμινιστική οπτική, ακολουθώντας τις επιταγές της αποκαλούμενης cancel culture.

Ο Γιώργος Περαντωνάκης, σε άρθρο του, διαφωνεί μαζί της, σημειώνοντας πως «η cancel culture επιδιώκει να ερμηνεύσει το παρελθόν με όρους του παρόντος και να κατεδαφίσει ένα έργο τέχνης —κυριολεκτικά με πράξεις βίας ή μεταφορικά με πράξεις λεκτικού μηδενισμού—, επειδή δεν συνάδει με την τρέχουσα πολιτική και ηθική τάξη. Αυτή όμως η τακτική είναι ιστορικά έωλη και επιστημονικά αβάσιμη. Δεν μπορείς να απαιτείς από καλλιτέχνες άλλων περιόδων να βγουν από το πλαίσιο της εποχής τους και να καινοτομήσουν, προχωρώντας σε αντιλήψεις που είναι σήμερα αποδεκτές, αλλά όχι παλιότερα»4.

Από την άλλη πλευρά ο Νίκος Α. Μάντης  όχι μόνο υπερθεματίζει (υπέρ της άποψης της Λούνα), αλλά θέτει το «πρόβλημα» της γραφής του Μ. Καραγάτση υπό διαφορετικό πρίσμα: «τα βιβλία του Καραγάτση δεν διαβάζονται πλέον, όχι μονάχα υπό το φως του φεμινισμού, αλλά κυρίως του στοιχειωδώς καλού γούστου σε σχέση με το τι αποτελεί επαρκή λογοτεχνία». Και συνεχίζει λέγοντας πως «η λογοτεχνία που γράφει είναι μια λογοτεχνία κακή και ξεπερασμένη, ακόμα και για τα δεδομένα του καιρού του. Είναι μια λογοτεχνία η οποία, τριάντα χρόνια μετά τον Κάφκα, τον Προυστ, τη Βιρτζίνια Γουλφ και τον Τζέιμς Τζόις, δεν έχει πάρει πρέφα για τη θεμελιακή αμφισβήτηση στην οποία έθεσε την απόλυτη εξουσία του παντοδύναμου αφηγητή το μοντερνιστικό κίνημα, γράφοντας με την ίδια απαρασάλευτη τριτοπρόσωπη αυτοπεποίθηση του γραφιά-Θεού, επόπτη και κριτή των πάντων, με την οποία έγραφαν (οι λιγότερο λεπταίσθητοι πεζογράφοι) τον 19ο αιώνα»5.

Υπάρχουν και άλλα άρθρα που φωτίζουν το «πρόβλημα Καραγάτση». Θα παραθέσω όμως ακόμη ένα, αυτό της Ελισάβετ Κοτζιά, η οποία θεωρεί πως «παρόμοια χαρακτηριστικά ευδοκίμησαν σε πολλά κείμενα γκροτέσκας παρωδίας των δεκαετιών του 1980, του 1990 και του 2000» και πως «θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την καραγατσική πεζογραφία προάγγελο του νεότερου “λογοτεχνικού λαϊκισμού”. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνω θορυβωδώς ακραία κείμενα αποκαθηλωτικής ειρωνείας, καθολικής χλεύης, απροκάλυπτου μένους και ανεξέλεγκτης οργής, με ήρωες αδίστακτους, βλάσφημους, άτιμους και αχρείους, κείμενα εύκολου καταγγελτισμού, κυνισμού και μαγκιάς».6 Και συνεχίζει: «Σύμφωνα […] με τους αλλεπάλληλους σχολιασμούς του παντογνώστη συγγραφέα, την ιστορία διαχειρίζεται μια αδίστακτη συμμορία μεγαλόσχημων αγυρτών, η κοινωνία ρυθμίζεται από την παντοδύναμη αρχή της κρεβατοκάμαρας, ενώ η ελληνική ιστορική διαδρομή άλλοτε προσδιορίζεται από το μεγαλείο του αρχαιοελληνικού παρελθόντος της και άλλοτε από το ακατάλυτο σύμπλεγμα της ψωροκώσταινας που μας διακρίνει. Πυλώνες του σύγχρονου λαϊκισμού, οι σεξομανείς, συνωμοσιολογικές αυτές εμμονές συνοδεύονται από ποικίλες, δήθεν επιστημονικές, φροϋδικές, βιταλιστικές και κοινωνιολογικές θεωρίες, διανθισμένες με κάποια μικρή δόση επαναστατικού ιστορικού υλισμού. Ποια πλοκή μπορεί να αντέξει τις αφελείς αυτές σχηματοποιήσεις που διαρκώς ορθώνονται μπροστά στον αναγνώστη και των οποίων κορωνίδα αποτελεί η ιδεοληψία ότι όλες οι γυναίκες δεν είναι παρά “παλιοθήλυκα”, “παλιοβρώμες”, “πόρνες”, “πουτάνες”, “ξετσίπωτες παρθένες” και “ξαναμμένα θηλυκά” και οι άντρες αντιστοίχως δεν είναι παρά “έκφυλοι”, “αδίστακτοι και ασυγκράτητοι επιβήτορες”;».

Δεν θα προσπαθήσω να έρθω σε αντιπαράθεση7 ξεχωριστά με το σκεπτικό όσων εκφράστηκαν επί του θέματος (των οποίων η οπτική είναι σε τελική ανάλυση σεβαστή), αλλά προτιμώ να σημειώσω εδώ την ταπεινή μου, αν μη τι άλλο, γνώμη, που πηγάζει από τη χρόνια ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία και την επιμέλεια ανθολογιών διηγημάτων Ελλήνων συγγραφέων.8

Το όλο ζήτημα θεωρώ πως ανάγεται στο ερώτημα «γιατί να διαβάσουμε ένα λογοτεχνικό βιβλίο».

Αν ψάχνουμε να βρούμε σε ένα βιβλίο αυτά που πιστεύουμε, αυτά που μας εκφράζουν, τυπωμένα έτσι ώστε να μας ικανοποιούν —είτε πρόκειται για τη «μοντερνιστική» γραφή, είτε για τη «παλιομοδίτικη/ ”λαϊκίστικη”», είτε για τη «φεμινιστική», ή ό,τι άλλο—, τότε, νομίζω, δεν αξίζει η περαιτέρω ενασχόλησή μας. Μπορούμε να κάνουμε έναν συγκεντρωτικό κατάλογο με βιβλία του γούστου μας και να σταματήσουμε εκεί (λένε πως ο Φιόντορ Ντοστογιέβσκη είχε στην βιβλιοθήκη του μόνο εξήντα βιβλία).

Προσωπικά μιλώντας, τη λογοτεχνία τη διαβάζω από περιέργεια, ποτέ για να ικανοποιήσω το γούστο μου (που, δεν σας κρύβω, είναι αρκετά εκκεντρικό και πιο περιορισμένο ακόμη κι από αυτό του μεγάλου Ρώσου μυθιστοριογράφου), πόσο μάλλον για να κατακρίνω το γούστο των άλλων. Αυτό σημαίνει πως κάθε φορά «ακούω» τη σκέψη του συγγραφέα και «βλέπω» το στιλ της γραφής του ως μια παρακαταθήκη στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι και παράλληλα προσπαθώ να δω αν έχει προσθέσει ένα λιθαράκι, ένα μικρό «λόφο» ή έναν «ογκόλιθο» στην ιστορία της ελληνικής γραμματείας —μιας και μιλάμε για τα καθ’ ημάς—, αν αποτελεί δηλαδή μια ξεχωριστή και ιδιάζουσα χρωματική απόχρωση στη βεντάλια της λογοτεχνίας.

Τέλος, αν πρέπει να σχολιάσω κάτι για τη γραφή του Μ. Καραγάτση, είναι πως οι λόγοι που, για τους Λούνα, Μάντη και Κοτζιά (ενδεχομένως και γι’ άλλους), «μειώνουν» την αξία της είναι οι ίδιοι ακριβώς που, για πολύ περισσότερους πιο παλιά ή και στο μέλλον, αξίζει να διαβάσει κανείς μυθιστορήματα σαν τη Μεγάλη χίμαιρα, όπως άλλωστε θα πράξω κι ο ίδιος πάραυτα.

 

 

(*) Ο Π. Ένιγουεϊ είναι παιζωγράφος και ανθολόγος

 

 

  1. Peter Burry, «Γνωριμία με τη θεωρία – μια εισαγωγή στη λογοτεχνική και πολιτισμική θεωρία», μετ. Αναστασία Νάτσινα, εκδ. Βιβλιόραμα, 2013.
  2. Τζόζεφιν Ντόνοβαν, «Έξω από το δίχτυ: η φεμινιστική κριτική ωε ηθική κριτική, στο Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα, επιμ. K.M. Newton, μετ. Αθανάσιος Κατσικερός – Κώστας Σπαθαράκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2013.
  3. Ρένα Λούνα, «Η πατριαρχία δεν φύτρωσε μόνη της: Η “Μεγάλη Χίμαιρα” και οι έμφυλες ταυτότητες. Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης, έστω με τους λογοτέχνες, μπορεί να σταματήσει εδώ», στο https://www.lifo.gr/stiles/optiki-gonia/i-patriarhia-den-fytrose-moni-tis-i-megali-himaira-kai-oi-emfyles-taytotites
  4. Γιώργος Περαντωνάκης, «“Κουλτούρα της ακύρωσης” και πατριαρχία στη λογοτεχνία. Σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση», στο https://bookpress.gr/stiles/eponimos/20573-cancel-culture-kai-patriarxia-sti-logotexnia
  5. Νίκος Α. Μάντης «Το πρόβλημα με εμάς και τον Μ. Καραγάτση», στο https://www.oanagnostis.gr/to-provlima-me-emas-kai-ton-m-karagatsi-toy-nikoy-a-manti/
  6. Ελισάβετ Κοτζιά, «Το πεζογραφικό έργο του Μ. Καραγάτση ως προάγγελος του σημερινού “λογοτεχνικού λαικισμού”», στο https://www.oanagnostis.gr/to-pezografiko-ergo-toy-m-karagatsi-os-proaggelos-toy-simerinoy-quot-logotechnikoy-laikismoy-quot-tis-elisavet-kotzia/
  7. Παρόλα αυτά η κριτική αποδόμηση ενός «κλασικού» βιβλίου του παρελθόντος υπό το πρίσμα μιας συγκεκριμένης οπτικής, είτε λέγεται φεμινιστική, μαρξιστική, στρουκτουραλιστική, μεταμοντέρνα, μεταδομική, ψυχαναλυτική, λεσβιακή/γκέι, κλπ. θεωρώ πως δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιλύει. Ήρθε ο καιρός λοιπόν να αποδομήσουμε τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ως «θρησκευτικού χαρακτήρα» που «καταπιέζουν την ανθρώπινη φύση» και να τα απορρίψουμε παρευθύς στο όνομα μιας αθεϊστικής κριτικής; Αναλογίζομαι επίσης και τον χαρακτηρισμό της Κοτζιά για τον Μ. Καραγάτση, ως «προάγγελο του σημερινού “λογοτεχνικού λαϊκισμού”», που τον βρίσκω αδόκιμο καθώς θεωρώ πως είναι άδικο να κατηγορούμε ένα συγγραφέα επειδή οι μετέπειτα «απόγονοι» του δε στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων: τηρουμένων των αναλογιών είναι σα να κατηγορούμε τον εισηγητή της «Μεγάλης Ιδέας», Ιωάννη Κωλέττη, με το λόγο του στη Βουλή την 11/1/1844, για τα αίτια της «Μικρασιατικής Καταστροφής» 78 έτη αργότερα…
  8. Χιούμορ, ειρωνεία, σάτιρα στο ελληνικό σύντομο διήγημα και μικροδιήγημα (1974–2021), επιμ. Π. Ένιγουεϊ, εισ. Κατερίνα Κωστίου, Αθήνα: 24 γράμματα, 2022 και Το ελληνικό μικροδιήγημα 1974–2024. Μια ανθολογία, επιμ. Π. Ένιγουεϊ, εισ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Βιβλιοπέλαγος (υπό έκδ.).

 

Προηγούμενο άρθρο«50 χρόνια, μια νύχτα». Δύο ώρες για 7 χρόνια και μία μεγάλη νύχτα (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΣτον Καταυλισμό της Ποίησης (της Δέσποινας Παπαστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ