Το πεζογραφικό έργο του Μ.Καραγάτση ως προάγγελος του σημερινού “λογοτεχνικού λαικισμού” (της Ελισάβετ Κοτζιά)

3
7838

 

της Ελισάβετ Κοτζιά (*)

 

Πώς θα αντισταθούμε στην ευκολία του διαδικτύου, πώς θα αντισταθούμε στις σαρωτικές μόδες της μιας ημέρας; Σε σχέση με το τρέχον «σκάνδαλο Καραγάτση» και την  πλημμυρίδα αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ήθος αντίστασης δεικνύει η περσινή εμπεριστατωμένη προσέγγιση  του Κώστα Σπαθαράκη «Εγκλιματισμος στον Καραγάτση» (περ. Βλάβη, τχ 1, Άνοιξη 2023) και  η χθεσινή προσέγγιση του Νίκου Α. Μάντη «Το πρόβλημα με εμάς και τον Μ. Καραγάτση» (περ. Ο Αναγνώστης, 23.6.2024).  Το παλαιότερο κείμενό μου «Το πεζογραφικό έργο του Μ. Καραγάτση ως προάγγελος του σημερινού ´λογοτεχνικού  λαϊκισμού´» δημοσιευμένο στον τόμο Μ.  Καραγάτσης, Ιδεολογία και πολιτική, (εκδ. Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, 2010) φιλοδοξεί να μετάσχει στην συζήτηση με τους όρους που απαιτούν τα λογοτεχνικά κείμενα και η κριτική ανάλυση τους. Το παραθέτω με κάποιες περικοπές, συμπληρώσεις, αναδιατάξεις και φραστικές αλλαγές.

**

Στο κείμενο που ακολουθεί, θα προσπαθήσω να διατυπώσω τις σοβαρές αντιρρήσεις μου για την ποιότητα της πεζογραφίας του M. Καραγάτση. Στα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την κυκλοφορία του πρώτου του βιβλίου το 1933, μπορεί να διακρίνει κανείς  στοιχεία αμηχανίας στον τρόπο που η κριτική αντιμετώπισε το ογκωδέστατο σύνολο ή τμήμα των μυθιστορημάτων και των διηγηματογραφικών του συλλογών. Όσοι τα επαίνασαν με θέρμη δεν παρέλειψαν να εκφράσουν ταυτόχρονα και επιφυλάξεις.[1] Όσοι τα απέρριψαν με πάθος δεν παρέλειψαν να τους αναγνωρίσουν και κάποιες αρετές. [2] Άλλοι πάλι προτίμησαν τη μέση οδό των μοιρασμένων αντιρρήσεων και επαίνων.[3] Στα τελευταία ωστόσο χρόνια, είναι εμφανές πως η πλάστιγγα έχει γείρει προς την πλευρά της αποδοχής. Επανεκδόσεις με τη φροντίδα έγκυρων επιμελητών, [4] αφιερώματα περιοδικών και επετειακά λευκώματα,[5] καθώς και τοποθετήσεις καθιερωμένων κριτικών ονομάτων [6] μαρτυρούν μια ευνοϊκή διάθεση απέναντι στην λογοτεχνική αξία του Καραγάτση.

Πώς γίνεται ωστόσο και έγκυρα ονόματα της λογοτεχνικής κοινότητας δεν αιστάνθηκαν έντονη δυσφορία για ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παθιασμένη  επιθυμία του Καραγάτση από τη μια να χλευάζει «κάθε όσιο και ιερό» του θρησκευτικού και εθνικού βίου, και από την άλλη να ηθικολογεί αναπτύσσοντας τετριμμένες εθνικοπατριωτικές αντιλήψεις και εντελώς συμβατικές ελληνοκεντρικές και αρχαιολατρικές απόψεις πάνω στην ελληνική κοινωνική ζωή; Και ακόμα πως η έλξη που ασκεί ο συγγραφέας δεν καταστρέφεται από την αδιαμφισβήτητη συμπάθεια που επιδεικνύει στη «μαγκιά, το ζοριλίκι και το φραστικό κουτσαβακισμό»; [7] Πώς τέλος δεν εξανίστανται από το ανεπεξέργαστο  ύφος του, το οποίο με προπέτεια  ο συγγραφέας υπερασπίζεται προβάλλοντάς το ως λογοτεχνικό αυθορμητισμό.[8]

Καθώς παρόμοια χαρακτηριστικά ευδοκίμησαν σε πολλά κείμενα γκροτέσκας παρωδίας των δεκαετιών του 1980, του 1990 και του 2000, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την καραγατσική πεζογραφία προάγγελο του νεότερου «λογοτεχνικού λαϊκισμού».  Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνω θορυβωδώς ακραία κείμενα αποκαθηλωτικής ειρωνείας, καθολικής χλεύης, απροκάλυπτου μένους και ανεξέλεγκτης οργής,  με ήρωες αδίστακτους, βλάσφημους,  άτιμους και αχρείους,  κείμενα εύκολου καταγγελτισμού, κυνισμού και μαγκιάς. Παρόμοια κείμενα όχι μόνο δεν στέκονται κριτικά απέναντι στην τραγελαφική πραγματικότητα  την οποία θεωρείται πως κατακρίνουν, αλλά αντιθέτως την αναπαράγουν συνιστώντας αναπόσπαστο τμήμα του προβλήματος. Γραμμένα ίσως με φαντασία,  πολλά από αυτά τέλος δεν φανερώνουν ιδιαίτερη μέριμνα σύνθεσης – κυκλοφόρησαν χωρίς την αναγκαία  γλωσσική επεξεργασίας  και την καλλιέργεια της μορφής. [9]

 

*****

 

Ας δούμε πως έχουν τα πράγματα στον Καραγάτση εξετάζοντας ορισμένους από τους κύριους μυθιστορηματικούς του ήρωες, τον Μίχαλο  Ρούση και τους Έλληνες προεστούς  στον Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου (1944), τον Μάνο Τασάκο στον Κίτρινο Φάκελο (1956), τον συνταγματάρχη Λιάπκιν  και τον Γιούγκερμαν  στα ομώνυμα μυθιστορήματα (1933 και 1938,1941 αντιστοίχως). Είναι όλοι τους φτιαγμένοι, όχι από τις αντιφατικές συγκρουόμενες πλευρές οι οποίες συνθέτουν την ανθρώπινη προσωπικότητα, αλλά από ανομοιογενή, εντελώς ασυμβίβαστα μεταξύ τους συστατικά τα οποία ανήκουν σε διαφορετικές, άσχετες μεταξύ τους φιγούρες. Τον Μίχαλο Ρούση παραδείγματος χάριν ο αφηγητής τον ιχνογραφεί προσφεύγοντας  αρχικά σε θετικούς κυρίως χαρακτηρισμούς.

Η αδύνατη ψυχή του τον έκανε να μην μπορεί ν’ αρνηθεί χάρη σε άνθρωπο. Η δυστυχία τον συγκινούσε. Όχι μόνο δεν πίεσε ποτέ τους κολλήγους του, μα έκανε ό,τι μπορούσε για ν’ ανακουφίσει τη δύσκολη θέση τους… Είχε αγαθή ψυχή και τίποτ’ άλλο. Αγαθή κι αδύνατη (σ. 13). [10]

Η αδύναμη καλοσύνη,  η μετρημένη α πλοχεριά, η αρχοντιά  κι η ομορφάδα του παρουσιαστικού του, τον έκαναν συμπαθέστατο σ’ όλον τον κόσμο (σ.13).

Στη μέση ωστόσο του μυθιστορήματος και χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια αποκαλυπτική μεταστροφή,  οι όροι της  περιγραφής αυθαίρετα αλλάζουν: Αυτός ο «κυνικός ηδονιστής», όπως τον χαρακτηρίζει τώρα ο αφηγητής,

 ο ανηθικιστής της γλύκας, που δεν άφηνε γυναίκα για γυναίκα, που κεράτωσε το μισό Καστρόπυργο και ξεπαρθένεψε τον άλλο μισό, είδε να ορθώνεται μπροστά του άξαφνα, αναπάντεχα, ένα  ηθικό δίλημμα (σ. 106).

Είχε πρόχειρα πάντοτε τα δάκρυα. Δάκρυα φτηνά, που κύλησαν δίχως να σκάψουν  τη μικροεγωιστική του φάτσα (σ. 151).

Κι ακόμη:

Ο Θεός έπλασε τον κόσμο για να ζη εκείνος, και τους άλλους ανθρώπους για να τον υπηρετούν.  Σκαρφάλωσε στην κορφή του βωμού της αυτολατρείας,  και σφάληξε τα μάτια γεμάτος αυτοϊκανοποίηση (σ. 158).

Ήξερε πως ο Θεός τον είχε πλάσει αχαραχτήριστο κι αξιαγάπητο[…] Οι άνθρωποι με τους συνεπείς κι ακλόνητους χαρακτήρες, γεννούν την εχτίμηση των ολίγων και τη συμπάθεια κανενός[…] Ενώ οι «ελαστικοί» [όπως ο Μίχαλος Ρούσης], οι «ευέλιχτοι», οι «σκεπτικιστές», οι «προσγειωμένοι», οι «πολιτικοί», οι «εύστροφοι»- πόσα εύηχα  επίθετα βρήκε ο άνθρωπος για να μασκαρέψει την παλιανθρωπιά του- προσαρμόζουν   αυτόματα την άφταστη ρευστότητά τους στο καλούπι της πανανθρώπινης παλίρροιας (σ. 161).

Τι είναι λοιπόν ο Ρούσης «αγαθή ψυχή και τίποτ’ άλλο» ή «μασκαρεμένος παλιάνθρωπος»; Και μέσα από ποιες διαδικασίες ο προδότης κοτζάμπασης που αγανάκτησε για το «ποιός τόλμησε να ληστέψει τη ζωή και την ευτυχία του […] στο όνομα της Πίστης, του Γένους και της Πατρίδας;» (σ. 69) άλλαξε εντέλει τόσο ριζικά ώστε κάποια στιγμή να βροντοφωνάξει στον θανάσιμο εχθρό του δεσπότη Δωρόθεο «Εσύ πολεμάς για τα γρόσια τον κοτζαμπάσηδων’ και γω για την λευτεριά των Ελλήνων. Κατάλαβες;» (σ.234).

Οι αυθαίρετες, αναιτιολόγητες αυτές μεταστροφές αφορούν όχι μόνο τον Μίχαλο αλλά και πολλές άλλες από τις μυθιστορηματικές φυσιογνωμίες του Καραγάτση. Στο ίδιο μυθιστόρημα, οι Έλληνες προύχοντες  από τη μια εμφανίζονται να αντιμάχονται την ελληνική επανάσταση για χάρη των ευτελών, ιδιοτελών συμφερόντων τους (σ. 40) και από την άλλη, εξίσου εύκολα, να θυσιάζουν γι’ αυτήν μέχρι και τη ζωή τους (σ. 57, 58, 66). Ο Λιάπκιν από τη μια παρουσιάζεται να υπερασπίζεται την αστική δημοκρατία και τον πολιτισμό της ανθρωπότητας (σ. 100, 164), και από την άλλη να είναι ο Μεγάλος Βάρβαρος του Εικοστού Αιώνα (σ. 231). [11] Ο Γιούγκερμαν  από τη μια εμφανίζεται ως μια καλοβολεμένη ευσυνείδητη μετριότητα (σ. 143), και από την άλλη ως ένας αδίστακτος, στυγερός πλιατσικολόγος (σ. 223) αλλά και ως ένας δημιουργικός βιομήχανος (σ.387). [12] Παρομοίως και ο Μάνος Τασάκος από τη μια αποτελεί μιαν ανυπόφορη μετριότητα και από την άλλη συνιστά μια δαιμονικά ανυπότακτη φιγούρα που έχει αποφασίσει να μεταχειρίζεται τους φίλους της σαν κοινά πειραματόζωα ή σαν άψυχα πιόνια. Εδώ, επαναλαμβάνω, δεν πρόκειται για προσωπικότητες δομημένες πάνω στην αρχή των εσωτερικών συγκρούσεων και των ψυχολογικών αντιφάσεων, αλλά περισσότερο για αθροιστικές παραθέσεις παράταιρων χαρακτηριολογικών συστατικών – και στις οποίες, θα πρέπει να το υπογραμμίσω, συναντάμε πάντοτε τον ίδιο κοινό παρονομαστή.  Όλες οι εκδηλώσεις τους σχετίζονται με μια μεγάλη, θορυβώδη, θεατρική χειρονομία. Ποιο είναι το περιεχόμενο της χειρονομίας αυτής δεν έχει καμιά  σημασία, φθάνει να είναι μια χειρονομία υπερβολική, εξωφρενική και υπέρμετρη. Αποτέλεσμα; Δεδομένου ότι δεν έχουν δημιουργηθεί μέσα  από μια συνεκτική αντίληψη, αλλά έχουν, αντιθέτως, γεννηθεί μέσα από ασυντόνιστες  μεταξύ τους ενέργειες, τα πρόσωπα αυτά συρρικνώνονται τελικά σε ρητορικές πόζες που ενδεχομένως εντυπωσιάζουν τη στιγμή που πραγματοποιούνται, βρίσκονται όμως σε πλήρη αδυναμία να αρθρώσουν κάποιο νόημα που να μην εξαντλείται στο γεγονός του θορύβου που προκαλούν.[13]

Όσον αφορά την υπόθεση των μυθιστορημάτων, αναρωτιέμαι ποιο έργο είναι σε θέση να αντέξει ένα ανελέητο βομβαρδισμό από τις απλοϊκές ιδεοληψίες του συγγραφέα γύρω από τις αρχές που κινούν την Ιστορία και τους νόμους που ρυθμίζουν την κοινωνική συμπεριφορά. Δεν αναφέρομαι στις αντιλήψεις του ενός ή του άλλου μυθιστορηματικού ήρωα, αλλά στις ιδέες του ίδιου του κεντρικού αφηγητή. Ας πάρουμε για παράδειγμα το μυθιστορηματικό χρονικό Σέργιος και Βάκχος (1959) στο οποίο οι δύο ομώνυμοι άγιοι της ύστερης αρχαιότητας σχολιάζουν τα πολιτικο-κοινωνικά τεκταινόμενα χιλίων επτακοσίων χρόνων ρωμαϊκής, βυζαντινής και νεότερης ελληνικής ιστορίας, όπου και μπορούμε να βρούμε αποτυπωμένες με ιδιαίτερη, κατά τη γνώμη μου, ενάργεια, τις βασικότερες αδυναμίες της καραγατσικής σκέψης. Σύμφωνα με την προσέγγιση του μυθιστοριογράφου, η βυζαντινή Ιστορία συνιστά  στο σύνολό της προϊόν  μηχανορραφιών, τις οποίες εξυφαίνει ένας εσμός από δαιμόνιους, έκφυλους η άβουλους τσιφλικάδες, στρατιωτικούς και κληρικούς όπως ήταν, κατά τον Καραγάτση  οι αυτοκράτορες  Μιχαήλ Γ’ ο Μέθυσος,  Λέων Στ’ ο Σοφός, Ιωάννης Τσιμισκής, Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος, Ρωμανός Δ’  Διογένης, ο ευνούχος Βασίλειος και οι πατριάρχες Νικόλαος και Ευθύμιος. Εμφανίζεται ακόμα ως αποτέλεσμα ακαταμάχητων σαρκικών πειρασμών  στους οποίους υποκύπτει ο ανδρικός πληθυσμός ή υποβάλλεται σε αυτούς από έναν άλλο εσμό «πανέμορφων» ή «κακάσχημων», «πανέξυπνων» ή «πανηλίθιων» θηλυκών, έτοιμων να χρησιμοποιήσουν τη σάρκα τους ή να ενδώσουν στο κάλεσμα της. Ο «νταλκάς» του μέθυσου Μιχαήλ για την Ευδοκία τον οδηγεί έτσι στην καταστροφή (Β’ σ. 43).[14] «Η γλύκα του κορμιού» της Θεοφανώς, κάνει τον άβουλο, ανόητο Ρωμανό να υπακούει τυφλά στις εντολές της (Β’ σ. 95) Η «ερωτομανής γριά [αυτοκράτειρα Ζωή] ξεχαρβαλώνει το Κράτος των Ρωμαίων» (Β’σ. 135).

Ταυτόχρονα κυριαρχεί ένας παροξυσμός εθνικιστικού  ελληνοκεντρισμού και αρχαιολατρίας. Υπέρμαχοι «του πιο πολιτισμένου λαού της Οικουμένης» (Β’ σ. 136), όπου τους  επιτρέπεται, οι δύο άγιοι παρεμβαίνουν υπέρ των ρωμαίικων συμφερόντων. Στις αρχές ο Σέργιος περιμένει σύντομα τη μέρα  που το αρχαιοελληνικό πνεύμα θα βγει από τη νεκροφάνεια  και θα ξαναφέρει τους ανθρώπους κοντά στη λογική της φύσης (Β’ σ. 19) Οι αντιλήψεις αυτές περί ρωμαίικης ανωτερότητας δεν τους εμποδίζουν βεβαίως σε άλλη περίσταση, να χαρακτηρίζουν τον ίδιο λαό βλάκα με περικεφαλαία (Β’ σ.106). Καθώς άλλωστε οι αιώνες προχωρούν και η αυτοκρατορία καταρρέει, οι Ρωμιοί μετατρέπονται σε «νταήδες της τελευταίας στιγμής [και]  τυχοδιώχτες της απελπισίας» (Β’ σ. 210). Θεία όμως τύχη, όλα συνεργάζονται για την εκπλήρωση των πεπρωμένων της φυλής αφού το Σχίσμα και ο αντιφραγκικός φανατισμός οδηγούν εντέλει στο σωστό δρόμο, καθώς η καθαρώς ελληνική Εκκλησία αποκτά πλέον τις προϋποθέσεις να πολιτεύεται σύμφωνα με τα ελληνικά και μόνο συμφέροντα, διατηρώντας αλώβητο τον εθνισμό των Ελλήνων μέσα από την εθνική θρησκεία τους (Β’ σ. 259).

Σύμφωνα έτσι με τους αλλεπάλληλους σχολιασμούς του παντογνώστη συγγραφέα, την ιστορία διαχειρίζεται μια αδίστακτη συμμορία μεγαλόσχημων αγυρτών, η κοινωνία ρυθμίζεται από την παντοδύναμη αρχή της κρεβατοκάμαρας, ενώ η ελληνική ιστορική διαδρομή άλλοτε προσδιορίζεται από το μεγαλείο του αρχαιοελληνικού παρελθόντος της, και άλλοτε από το ακατάλυτο σύμπλεγμα της ψωροκώσταινας που μας διακρίνει. Πυλώνες του σύγχρονου λαϊκισμού, οι σεξομανείς, συνωμοσιολογικές αυτές εμμονές συνοδεύονται από ποικίλες, δήθεν επιστημονικές, φροϋδικές, βιταλιστικές και κοινωνιολογικές θεωρίες, διανθισμένες με κάποια μικρή δόση επαναστατικού ιστορικού υλισμού. Ποια πλοκή μπορεί να αντέξει τις αφελείς αυτές σχηματοποιήσεις που διαρκώς ορθώνονται μπροστά στον αναγνώστη και των οποίων κορωνίδα αποτελεί η ιδεοληψία ότι όλες οι γυναίκες δεν είναι παρά «παλιοθήλυκα», «παλιοβρώμες», «πόρνες», «πουτάνες», «ξετσίπωτες παρθένες» και «ξαναμμένα θηλυκά», και οι άντρες αντιστοίχως δεν είναι παρά «έκφυλοι», «αδίστακτοι και ασυγκράτητοι επιβήτορες»; [15] Επιλέγω  βέβαια να μην σταθώ στο ότι  ο κόσμος του Καραγάτση μεροληπτεί εις βάρος των γυναικών, καθότι η καλλιέργεια ανδροκρατικών αντιλήψεων δεν αποκλείει καθόλου τη συνύπαρξη υψηλής λογοτεχνικής αρετής. Το πρόβλημα στον Καραγάτση δεν είναι επομένως η παντελής απουσία φεμινιστικής «ορθότητας» που διακρίνει τα κείμενά του, αλλά τα μέχρι απελπισίας επαναλαμβανόμενα σχήματα πληκτικότατων ερωτικών συνευρέσεων, όπου τα πάντα υποτίθεται πως κατονομάζονται με απαράμιλλη τόλμη και χωρίς την παραμικρή ντροπή. Σε αυτά τα συμφραζόμενα όμως, το θάρρος αποδεικνύεται άχρηστο. Διότι το πλήθος των καραγατσικών ηρώων συρρικνώνεται σε μια αδιάφορη μάζα αδιαφοροποίητων μεταξύ τους μορφών, αλλά και διότι από τις μυθιστορηματικές σκηνές απουσιάζει οποιαδήποτε υποδόρια ένταση θα μπορούσε να τους προσφέρει ζωή: ούτε ακαταμάχητος πόθος προκαλείται, ούτε καταστροφική έλξη, ούτε δημιουργική ευφορία.[16] Ο σεξουαλικός βούρκος μέσα στον οποίο ο πεζογράφος επιλέγει να τοποθετήσει τους ήρωες του και ο επακόλουθος ηθικός τους εκτροχιασμός δεν αποτελούν εργαλείο αποκάλυψης κάποιας αποτρόπαιας ανθρώπινης κατάστασης, αλλά περισσότερο παραπέμπει σε μέσον ερεθισμού ποικίλων σεξουαλικών φαντασιώσεων. Ο αενάως επανερχόμενος ερωτικός πόθος δεν εξεικονίζει μια παγιδευμένη στο ανικανοποίητο πάθος της δυστυχισμένη ανθρωπότητα, αλλά αναπτύσσει μιαν  οιονεί γαργαλιστική σεξουαλική εμμονή. Η πεζογραφία του Καραγάτση αποκαλύπτεται  έτσι περισσότερο δημαγωγική παρά μοραλιστική όπως την είχε χαρακτηρίσει μεταπολεμικός κριτικός’[17] αποδεικνύεται περισσότερο άνευρη σχηματική κατασκευή παρά συνταρακτική, καρναβαλική απεικόνιση της ανθρώπινης μοίρας. Ο ίλιγγος της παρωδίας και το κέφι του πανηγυριού εξαφανίζονται μπροστά στην απερίγραπτη πλήξη που προξενούν οι επαναλαμβανόμενοι τεντιμποϊσμοί του συγγραφέα. Το απεχθές και το τρομακτικό εξανεμίζονται μπροστά στη βολική προκλητικότητα την οποία συνεπάγονται οι εξεζητημένες πόζες και οι βροντώδεις καταγγελίες του.[18]

 

*****

 

Μίλησα για τη δημιουργία μυθιστορηματικών προσώπων όπου το ύψιστο διακριτικό γνώρισμά τους είναι ο θόρυβος που προκαλούν. Και ακόμη μίλησα για την μυθιστορηματική πλοκή η οποία συντρίβεται κάτω από το βάρος των υπεραπλουστευτικών ιδεολογικών σχηματοποιήσεων που τη διατρέχουν.  Κλείνοντας, θα αναφερθώ στο ύφος, ομολογώντας και πάλι πως δεν καταλαβαίνω την μεγαλόψυχη ανοχή της κριτικής απέναντι στην έκφραση του Καραγάτση που, ενώ αποδέχεται πως είναι τραχιά, ακατάστατη και «λιπαρή», [19] εξακολουθεί ωστόσο να θαυμάζει τον μυθιστορηματικό του οίστρο και την δημιουργική του επινοητικότητα. Διότι το καίριο ζήτημα δεν βρίσκεται τόσο – ή δεν βρίσκεται μόνο – στη λογοτεχνική επάρκεια ή ανεπάρκεια της έκφρασης αυτής, όσο στη συνολική συνθήκη την οποία υποβάλλει φέρνοντάς τον αναγνώστη αντιμέτωπο με ό,τι στην αρχή χαρακτήρισα πνεύμα αφόρητου λαϊκισμού. Από τη μια υφίσταται, όπως υποστήριξα, μια γλώσσα ατημελησίας, ακαταστασίας και προχειρότητας, και από την άλλη, μια στάση προπέτειας, μαγκιάς και κυνισμού. Ο συνδυασμός τους δημιουργεί ένα πολύ ιδιαίτερο πορτραίτο της κεντρικής προσωπικότητας του πανταχού παρόντος αφηγητή, ο οποίος εναποθέτει το ανεξίτηλο στίγμα του στο καραγατσικό έργο: Τετραπέρατη, υποτίθεται, φιγούρα διαθέτει το ελεύθερο όχι μόνο να τριγυρίζει στους δημόσιους  χώρους αλλά και να εισβάλλει στους ιδιωτικούς. Κι η επιτήδεια αυτή μορφή που ούτε καλλωπίζει ούτε μασάει τα λόγια της, υποβάλλει με τον τρόπο της στον αναγνώστη περίπου τα εξής: Βλέπεις εμένα που μιλάω χύμα και δεν φοβάμαι τίποτα; Μην εντυπωσιάζεσαι από κανέναν. Αυτοκράτορες, πατριάρχες, προύχοντες, βιομήχανοι, αφεντικά, όλοι τους χυδαίοι και άξεστοι είναι. Δεν είναι ούτε ανώτεροι, ούτε καλύτεροι από εσένα, αλλά χειρότεροι (ή το πολύ-πολύ ίδιοι). Βλέπεις άλλωστε και τον υπόκοσμο; Δεν διαφέρει πολύ από αυτούς τους ακόλαστους ευγενείς. Η τέχνη  ως μορφική σύνθεση,  ως εκφραστική υποβολή και ως αφηγηματική συνέπεια,  όλα αυτά δεν είναι παρά δευτερεύοντα μπροστά στο ζήτημα της τόλμης!  Η ανθρωπότητα ολόκληρη, εργάτες κι άρχοντες, μικρομεσαίοι και αστοί, έχουν όλοι τα χάλια τους. Στη «καλλιέπεια» θα σκαλώσουμε τώρα; Αποκαλύπτοντας έτσι στον αναγνώστη σε ύφος επίπλαστης αμεσότητας, τα αποτρόπαια μυστικά που δήθεν ρυθμίζουν την φαυλεπίφαυλη ανθρωπότητα  και υποβάλλοντας του την ιδέα ότι  είτε είναι όμοιος με  τους αυτοκράτορες, είτε, ακόμη, ότι είναι ανώτερος από όλους αυτούς τους αγύρτες, το ατημέλητο, «λιπαρό» ύφος του συγγραφέα καλλιεργεί μια σχέση ψευδοοικειότητας που κολακεύει τη φιλαυτία του.

Με πρόσχημα έτσι την καταγγελία της ανθρώπινης αθλιότητας και μέσον το τέχνασμα της συνενοχής, ο συγγραφέας  μοιάζει να παλεύει να επιβληθεί, επιδιώκοντας τη συναίνεση του αναγνώστη απέναντι στην αφόρητη μετριότητα των  πεζογραφικών του δημιουργημάτων.  Πρόκειται για έναν μηχανισμό ιδιαίτερα σύνθετο που παράλληλα είναι αρκετά οικείος.  Τον γνωρίζουμε πολύ καλά διότι τον παρακολουθούμε να λειτουργεί και στις μέρες μας. Είναι το ύφος – ο τρόπος και η εκφορά – μέσα από το οποίο προσπαθεί να επιβληθεί (και τα καταφέρνει)  το τεράστιο πλήθος των ευτελέστατων προϊόντων του παντοδύναμου σημερινού πνευματικού λαϊκισμού, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην κοινωνική ζωή.

 

(*) Η Ελισάβετ Κοτζιά είναι κριτικός λογτεχνίας

 

[1]  Αιμ. Χουρμούζιος  «Το  συναξάρι των αμαρτωλών», εφ. Η Καθημερινή (6.5.1935), «Χίμαιρα»,  εφ. Η Καθημερινή (14.6.1937)  τώρα στον τόμο Ο αφηγηματικός λόγος, Αθήνα 1979, σ. 79-86.

-Κλέων Παράσχος «Χίμαιρα», περ. Νεοελληνικά Γράμματα 6, (9.1.1937).

-Αντρέα  Καραντώνη «Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν. Το συναξάρι των αμαρτωλών», περ. Τα Νέα Γράμματα 7-8, (Ιούλιος-Αύγουστος 1935), σ. 435-439, τώρα στο  Πεζογράφοι και πεζογραφήματα της γενιάς του ‘30, Αθήνα 1962,   σ. 139-156.

-Πέτρος Χάρης «Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν», «Το συναξάρι των αμαρτωλών», «Χίμαιρα», «Γιούγκερμαν» στο Σαράντα χρόνια  κριτικής  ελληνικού πεζού λόγου,  Α’  τόμος  1928-1949, Αθήνα 1981, «Το μεγάλο συναξάρι» στο Σαράντα χρόνια… Β’ τόμος 1950-1956, Αθήνα 1985.

– Γ.Π. Σαββίδη «Μυθιστοριογράφος και μοραλιστής» στο  Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση. Είκοσι χρόνια από το θάνατό του,  Τετράδια «Ευθύνης» 14, (1981),  σ. 143-44.

-Γιάννης Βαρβέρης «Αμυντική προσέγγιση στο ρεαλισμό του Καραγάτση» στο  Επανεκτίμηση… ο.π. σ.  108-113.

-Στρατής  Πασχάλης  «Ο Μ.  Καραγάτσης σήμερα»,  περ. Η λέξη 44, (Μάιος 1985),  «Όταν ο λόγος θυμίζει τη θάλασσα», περ. Αντί 768-769,  (26 Ιουλίου-6 Σεπτεμβρίου 2002) σ. 52-54.

-Άρης Μπερλής  «Μ. Καραγάτσης», Η  Μεσοπολεμική Πεζογραφία (εκδ. Σοκόλη),  τόμος  Δ’ , Αθήνα 1993, σ. 262-305, «O επιφανέστερος της γενιάς του», εφ. Η Καθημερινή (16.4.2000), σ. 7-9.

-Αλέξανδρος Αργυρίου «Ο Μ. Καραγάτσης  απαντά στους παράνομους Πρωτοπόρους το 1943» περ. Αντι, ο.π. σ. 56-61.

-Δ.  Ραυτόπουλος  «Το μεγάλο ‘μαύρο δέντρο’ της πεζογραφίας», περ.  Αντί, ο.π. σ. 28-36.

[2] Βασ. Λαούρδας  «Των οικιών ημών  εμπιπραμένων…» περ. Φιλολογικά Χρονικά 5, (1.5.1944), σ. 277-283.

– Βάσος Βαρίκας «Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου», περ. Φιλολογικά Χρονικά 13-14,   (31.7.1944), σ. 71-76.

– Αστέρης Κοββατζής  «Μερικές σκέψεις για το έργο του κ. Μ. Καραγάτση, εξ αφορμής του Βασίλη Λάσκου»,  περ.  Δημιουργία, τόμος Α’, (1.7.1948),  σ. 688-691.

-Αλκης Θρύλος «Τα στερνά του Μίχαλου»,  περ.  Αγγλοελληνική Επιθεώρηση,  τόμος Δ, (Μάρτιος 1950),  σ. 359.

-Μ. Αναγνωστάκης «Σέργιος και Βάκχος του Μ. Καραγάτση», περ. Κριτική 9, (Μάιος-Ιούνιος 1960), σ. 103-107 τώρα στο Τα Συμπληρωματικά,  Αθήνα 1985, σ. 97-108.

-Δ. Ραυτόπουλος «Η παρακμή ενός μάστορα»,  περ.  Επιθεώρηση Τέχνης 67-68,  (Ιούλιος –Αύγουστος  1960), τώρα στο  Οι ιδέες και τα έργα, Αθήνα 1965, σ. 65-77.

-Βαγγέλης  Χατζηβασιλείου «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν: ένα τεστ  αντοχής»,  περ.  Νέα Εστία 1729, (Δεκέμβριος 2000), σ. 855-861.

 

[3] – Πέτρος Σπανδωνίδης  «Το συναξάρι των αμαρτωλών»,  Μακεδονικές Ημέρες 3,  (Απρίλιος 1935),  σ. 133-136.

-Βάσος Βαρίκας «Χίμαιρα», περ. Νεοελληνική Λογοτεχνία 2, (Δεκέμβριος 1937), σ. 91-93.

Ι.- Μ. Παναγιωτόπουλος   Τα πρόσωπα και τα κείμενα. Ανήσυχα χρόνια, Αθήνα 1943,  σ. 171-184.

-Απ. Σαχίνης. «Νυχτερινή ιστορία, Το χαμένο νησί, Το νερό της βροχής, Το δέκα»Μεσοπολεμικοί  και Μεταπολεμικοί πεζογράφοι,  Αθήνα  1979, σ. 36-49,  «Ο μεγάλο ύπνος, Στο χέρι του Θεού, Ο Κίτρινος φάκελος» Πεζογράφοι του καιρού μας,  Αθήνα 1967,  σ. 91-99 «Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, Τα Νέα Γράμματα  4,  (Ιούλιος 1944), σ. 316-319.

-Mario Vitti, Η γενιά του  τριάντα. Ιδεολογία και μορφή, εκδ. Ερμής Αθήνα 1989,  σ. 343-351.

 

[4] Βαγγέλης Αθανασόπουλος  Νεανικά διηγήματα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα                                                             1993,  Στρατής  Πασχάλης  Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης,  εκδ. Εστία, Αθήνα 2000,  Μαίρη  Μικέ Η μεγάλη Χίμαιρα, εκδ.  Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2002,   Άντεια Φραντζή Περιπλάνηση στον κόσμο. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις,  εκδ.  Εστία, Αθήνα 2002.

 

[5] Περ. Διαβάζω 258,  (6.3.91),  εφ. Η Καθημερινή, (16.4.2000), περ. Νέα Εστία 1729,  (Δεκέμβριος  2000), περ. Αντί 768-769, (26 Ιουλίου-6  Σεπτεμβρίου 2002),  Μ. Καραγάτσης, 2008 Εκατό χρόνια από τη γέννησή του, εκδ. Εθνικό Κέντρο Βιβλίου/Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 2008.

 

[6] -Κ.Α. Δημάδης Δικτατορία-πόλεμος και πεζογραφία 1936-1944, Αθήνα 1991, σ.  366-408.

– Δημήτρης Πλάκας  «Τοπίο και ουτοπία στον Καραγάτση», περ.  Διαβάζω, ο.π.

-Βαγγέλης  Αθανασόπουλος  «Ο τόπος ως χώρος επιθυμίας στο 10»,  περ. Νέα Εστία, ο.π. σ. 893-930,

«Ένα ακόμη  πιθανό πρότυπο του  Γιούγκερμαν», περ. Αντί, ο.π. σ. 62-67.

-Αγγέλα  Καστρινάκη «Ενας ‘αμοράλ’ μέσα στην Κατοχή», περ. Νέα Εστία, ο.π. σ. 876-892.

-Νένα Ι. Κοκκινάκη «Ο καθηγητής Λουκάς Κατελάνος: ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση», περ. Νέα Εστία, ό.π. σ. 931-942.

-Μαίρη Μικέ  « Ο Μ. Καραγάτσης και η τέχνη της συγγραφής», περ. Η άλως 3-4,  Φθινόπωρο 1996, «Η από-κοσμη συντορφικότητα: Σχόλια σε διηγήματα του Μ. Καραγάτση», περ. Αντί, ο.π. σ.  37-43 και «Οι γυναίκες και ο έρωτας», εφ. Η Καθημερινή, ο.π. σ. 16-19.

-Αντεια Φρατζή «Καραγάτσης-Βενέζης. Έναρξη ενός διαλόγου», περ. Αντί, ο.π. σ. 68-73.

– Κατερίνα Κωστίου «’Ο Μέγας Δουξ πάσης Χαλκίδος’ και ‘οι λεγεωνάριοι της ήττας’», περ. Αντί, ο.π. σ. 74-77.

– Τζίνα Πολίτη «Ο Κίτρινος Φάκελλος ή η  παραγραφή της (μυθ)ιστορίας»,  Η ανεξακρίβωτη σκηνή, Αθήνα 2001, σ. 111-167.

 

[7] Οι χαρακτηρισμοί ανήκουν στον Μανόλη Αναγνωστάκη και στην κριτική του 1960 για το μυθιστόρημα Σέργιος και Βάκχος. Στο κείμενό του ο Αναγνωστάκης, όπως και στο αντίστοιχο ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, αναγνώρισαν στον Καραγάτση υψηλές λογοτεχνικές αρετές όπως αφηγηματικό οίστρο, επινοητική φαντασία και ικανότητα να κρατά άγρυπνο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ταυτόχρονα όμως επισήμαιναν θεμελιωδέστατα μειονεκτήματα όπως ασύδοτες παλινωδίες,  αδίστακτο κυνισμό και  ανοικονόμητη μαγκιά. Βλ. Μανόλης Αναγνωστάκης «Σέργιος και Βάκχος του Μ. Καραγάτση»  ο.π.,  Δημήτρης Ραυτόπουλος  «Η παρακμή ενός μάστορα» ο.π.

[8] Σε συνέντευξή του στα Νεοελληνικά Γράμματα, ο Καραγάτσης είχε δηλώσει πως δούλευε μέσα του τον Γιούγκερμαν  για χρόνια και κατόπιν:  «Δεν είχα παρά να το ρίξω στο χαρτί.  Γι’ αυτό τα πρώτα  χειρόγραφά μου είναι και τα τελευταία.  Ένα μικρό χτένισμα κάνω μονάχα, μετά το γράψιμο.  Γιατί αλλιώς φοβάμαι πως θα καταστρέψω τη δημιουργία μου’ θα την ευνουχίσω από τη δροσιά του αυθορμητισμού της».   Δημοσιεύτηκε στη μελέτη της Μαίρης Μικέ «Ο Μ. Καραγάτσης και η τέχνη της συγγραφής» ο.π. , σ. 107.

 

[9]  Νεότερη προσθήκη: Σην κατηγορία του “λογοτεχνικού λαϊκισμού” περιλαμβάνω ορισμένα έργα  συγγραφέων όπως των  Γιάννη Ξανθούλη, Γιώργου Σκούρτη, Κώστα Μουρσελά, Χρήστου Χωμενίδη,  Αντώνη Σουρούνη, Πέτρου Τατσόπουλο,  Άρη Σφακιανάκη κ.α. Βλ. Ελισάβετ Κοτζιά, Ελληνική πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά, (2020), σ. 160-164.

[10] Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου,  εκδ.  Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»  (2002).

[11] Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν,  εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»,  Αθήνα 1984.

[12] Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του,   εκδ.  Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»,  Αθήνα  1990.

[13] Εντελώς αντίθετη θέση απέναντι στους καραγατσικούς  μυθιστορηματικούς ήρωες έχει  ο  Γιάννης Βαρβέρης  όταν μιλά  για τις απόλυτες, νιτσεϊκες  μορφές του Καραγάτση, ο Άρης  Μπερλής όταν αναφέρεται στις  μυθοπλαστικές του εξογκώσεις, ο Mario Vitti όταν σχολιάζει  το διονυσιακό στοιχείο του Λιάπκιν, ο Αντρέας Καραντώνης όταν εκθειάζει τον ηράκλειο Γιούγκερμαν και τον βυρωνικό Παπαφλέσσα. Βλ. Βαρβέρης, «Αμυντική προσέγγιση…», ό.π., Μπερλής «Μ. Καραγάτσης», ό.π., Vitti, Η γενιά του τριάντα…, ό.π.  και Καραντώνης, «Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν…», ό.π.

 

[14] Σέργιος και Βάκχος,   εκδ.  Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»,    Β’ τόμος,  Αθήνα   1982.

[15] Μιλώντας   για το «κακό γούστο» των σεξουαλικών  περιγραφών  του, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος έχει   προτείνει  να ονομαστεί  η αδιάκοπη   αυτή παρέλαση  «αδενοπάθεια του  Καραγάτση», βλ. Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Τα πρόσωπα και τα κείμενα…, ό.π. σ.  175. Ο Άρης Μπερλής  θεωρεί αντιθέτως ότι  η παρουσία του ερωτικού στοιχείου  στο έργο του Καραγάτση δεν υπερβαίνει τα  θεμιτά  όρια,  αποτελώντας ταυτόχρονα  αντικείμενο σοβαρού και μυθιστορηματικά προσφυούς χειρισμού, βλ. Μπερλής «Μ. Καραγάτσης», ό.π. σ. 295.  Όσον αφορά τον αρνητικό χαρακτήρα που έχουν οι σεξουαλικές  σχέσεις στον Καραγάτση  Η μεγάλη χίμαιρα  αποτελεί εξαίρεση καθότι η ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής χαρακτηρίζεται  στο μυθιστόρημα αυτό  θεμέλιο  της  ανθρώπινης ευτυχίας, υπό την προϋπόθεση όμως  της συζυγικής πίστης  (σ. 84).  Παρομοίως στο Αίμα χαμένο και κερδισμένο, η ερωτική  σχέση  της Βαγγελίας  με τον Σουλεϊμάν  δεν καταδικάζεται διότι  η ηρωίδα δεν γνώριζε ότι ο σύζυγός της  ήταν ζωντανός.  Η καλλιτεχνική τέλος  ιδιότητα   φαίνεται πως μπορεί να εξασφαλίσει σε μια γυναίκα απολαυστικές, μη «ρυπαρές» εξωσυζυγικές σεξουαλικές σχέσεις όπως  αποδεικνύει η  περίπτωση της Νίνας Νικολάου  στον  Κίτρινο φάκελο.

 

[16]Μοναδική εξαίρεση αποτελεί  το ημιτελές μυθιστόρημα του Μ.  Καραγάτση Το 10 (1964) όπου  κυριαρχεί ένας  οργιώδης δαιμονικός ρυθμός.

[17]   Γ.Π.  Σαββίδης  «Μυθιστοριογράφος και μοραλιστής» ο.π.

[18] Την προκλητικότητα του Καραγάτση έχουν επίσης επισημάνει τόσο ο Μανόλης Αναγνωστάκης  όσο και ο Βάσος Βαρίκας. Κατά τον  Αναγνωστάκη: «Τις ιδέες και τις θεωρίες  του Μ. Καραγάτση κανείς[…]  δεν νομίζω  να τις πήρε ποτέ στα σοβαρά ούτε να τις συζήτησε. Είναι δύσκολο και να πιαστεί κανείς από κάπου. Γιατί ο Μ. Καραγάτσης  κατά καιρούς, σχεδόν σε κάθε  βιβλίο του, παρουσιάζεται καινοτόμος, εικονοπλάστης,  δεινός τολμητίας και προκλητικός – είναι η λέξη –  για τους αγαθούς αστούς και το κοινό του.  Στην πραγματικότητα ο Μ. Καραγάτσης παριστάνει το τρομερό παιδί της τάξης του, και ενώ βέβαια αυτό είναι συμπαθητικό σαν έκφραση αστήρευτης νεανικότητας και οργανικής ζωντάνιας, σαν γονιμοποιός επίδραση στο έργο του μένει χωρίς κανένα αντίκρισμα, μια και αποδεικνύεται παιχνίδισμα απλό και όχι ουσία ζωής», βλ. Αναγνωστάκης, «Σέργιος και Βάκχος…», ο.π. σ. 100-101. Κατά τον  Βαρίκα, ο Καραγάτσης «προσπερνάει  το κανονικό για να σταθεί στο εντυπωσιακό[…] Το θάρρος του δεν έχει τίποτα το κοινό με το θάρρος του ανθρώπου που βαδίζει ήρεμος  προς την πράξη έχοντας λεπτομερειακά  προϋπολογίσει  όλες τις δυνατές συνέπειες του εγχειρήματός του […] Το θέαμα , η εξωτερική όψη είναι εκείνο που βαρύνει αποκλειστικά στη συνείδησή του», βλ. Βαρίκας «Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου», ο.π. σ.  71-72.   Στους αντίποδες  των δύο κριτικών, ο  Στρατής Πασχάλης  χαρακτηρίζει  τη στάση  του Καραγάτσης  όχι προκλητική αλλά τολμηρή.  «Είναι ο μόνος ίσως», υποστηρίζει, «που τόλμησε τόσο νωρίς το ξεκαθάρισμα της  ελληνικής πραγματικότητας, φυσικής και κοινωνικής,  από τις επιστρώσεις με τις οποίες  είτε ο αστικός ιδεαλισμός, είτε οι γραφικότητες του λαϊκισμού… έχουν τόσο έντεχνα καλύψει», βλ. Πασχάλης «Ο Μ. Καραγάτσης σήμερα», ο.π.

 

[19]   Βλ. Ανδρεας Καραντώνης ο.π. σ. 142,  Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος ο.π.  σ. 171,  Γιάννης Βαρβέρης  ο.π.  σ. 108. Ο  Αρης Μπερλής θεωρεί ωστόσο την κατηγορία άδικη και άτοπη («Μ. Καραγάτσης» ο.π.  σ. 295)  ενώ ο   Στρατής Πασχάλης  πιστεύει  ότι  ο Καραγάτσης χειρίστηκε την ελληνική γλώσσα με  νεανική και   απολαυστική ανευλάβεια, «Ο Μ. Καραγάτσης σήμερα»,  ο.π.

 

Προηγούμενο άρθροΑπό το χαρτί στη μικρή οθόνη: Εννέα αστυνομικές σειρές που βασίζονται σε μυθιστορήματα – συν μία bonus (της Αλεξάνδρας Χαΐνη)
Επόμενο άρθροΜ. Καραγάτσης, Ένας άνθρωπος ανοιχτός, κοσμοπολίτης, σε διαρκή αμφισβήτηση και ειρωνεία των πάντων (του Δημήτρη Αντωνίου)

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Απαραίτητη η παρέμβασή σας κ Κοτζιά.Ευχαριστουμε.
    Η λογοτεχνία δεν είναι απλά μια ψευτιά,είναι ένας κόσμος στημένος με σύνεση και τέχνη.
    Ένας κόσμος δικός μας,από παλιά γνωστός μας.Υπαρχουν “πατριάρχες “που μπορούν αλάθητα να μας οδηγούν εις τον αιώνα;
    Είναι σωστό να γράφουμε σαν να πλέκουμε
    καθημερινά κάλτσες με το χρυσό προβατάκι;

  2. Αν “κλασικό” σημαίνει αυτό που αντέχει στον χρόνο, τα παλιά κείμενα που συνεχίζουν να εκλύουν μαγεία, είναι γιατί είναι αυτά που είναι και δεν έχουν την ανάγκη ερμηνείας ή παράφρασης. Κάτι ακόμα. Προσαρμόζουμε την ανάγνωση στο βιβλίο, όπως το παπούτσι στο πόδι, και όχι το αντίστροφο.

    • Θα έλεγα πως κάθε εποχή και κάθε συγκεκριμένη αναγνωστική κοινότητα βρισκει στα κείμενα αυτό που την εκφράζει καλύτερα. Με βάση αυτή την αρχή αλλά κείμενα επιβιώνουν, άλλα όχι, αλλά ξεχνιούνται για να επανέλθουν αργότερα στο φως. Το τι είναι αυτό που κάθε αναγνωστική κοινότητα βρίσκει και την μαγεύει είναι και αυτό προς συζήτησιν, τουλάχιστον αν επιθυμεί κανείς να προσεγγίζει τα κείμενα και την κοινωνία με κριτική ματιά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ