Όταν η γλώσσα δυσκολεύει τον έρωτα (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
194

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

Παράδοξο αλλά τρυφερό, το τελευταίο ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα ή νουβέλα του Τζον Μάξγουελ Κούτσι, «Ο Πολωνός», πολύ λιγότερο πολιτικό από προηγούμενα έργα του συγγραφέα, προσπαθεί να απαντήσει, μάλλον να επανεξετάσει σταθερά θέματά του που έχουν να κάνουν με το γήρας και τον θάνατο, τα μυστήρια του έρωτα και τη φύση της επιθυμίας, τον χρόνο και τη μνήμη, την απόσταση ανάμεσα σε κουλτούρες και εποχές, τις δυσκαμψίες της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, δίνοντας συχνά απροσδόκητα βάθη.

Βραβευμένος με το Νόμπελ το 2003 και δύο φορές νικητής του Βραβείου Μπούκερ, ο Νοτιοαφρικανός συγγραφέας που πλέον ζει στην Αυστραλία υφαίνει μια παράξενη ερωτική ιστορία ανάμεσα σε έναν ηλικιωμένο Πολωνό πιανίστα και μια κατά πολύ νεώτερη Καταλανή προστάτιδα των τεχνών, εξερευνώντας την περίπλοκη δυναμική που προκύπτει όταν τα δύο απίθανα αυτά άτομα διασταυρώνονται. Ο «Πολωνός» (εκδ. Διόπτρα) αναδεικνύει έναν ευαίσθητο και λεπτό μικρόκοσμο της ανθρώπινης συνθήκης. Ξεκινά με μια αινιγματική φράση: «Η γυναίκα είναι η πρώτη που τον προβληματίζει, και αμέσως μετά το άντρας». Ποιος είναι ο «άντρας»; Μήπως ο ίδιος ο 83χρονος σήμερα συγγραφέας ο οποίος περιγράφει ένα άβολο και φευγαλέο ειδύλλιο;

Η γυναίκα είναι  η Μπεατρίθ, ένα όνομα βγαλμένο από τον κόσμο του Δάντη. Κομψή, ευκατάστατη, κοντά στα πενήντα, παντρεμένη με έναν τραπεζίτη με τον οποίον δεν μοιράζεται πλέον την ίδια κρεβατοκάμαρα, μητέρα δύο μεγάλων παιδιών, περνά τις μέρες της στην πολιτιστική σκηνή της Βαρκελώνης, ως μέλος του συμβουλίου ενός Κύκλου Κονσέρτων που διοργανώνει ρεσιτάλ κλασικής μουσικής για επιλεγμένο κοινό. Ο άντρας, στα εβδομήντα δύο, καταξιωμένος κλασικός πιανίστας, γνωστός ως ερμηνευτής του Σοπέν, αλλά αμφιλεγόμενος, αφού ο δικός του Σοπέν είναι αυστηρός, αποκαλείται «Πολωνός», καθώς το όνομά του Βίτολντ Βαλτσικιέβιτς προφέρεται δύσκολα. Χωρισμένος, με μια κόρη στο Βερολίνο, βρίσκεται στο τέλος της καριέρας και του βίου του. Πώς συναντώνται οι δυο τους; Εντελώς τυχαία. Ο Βίτολντ προσκαλείται για ένα ρεσιτάλ πιάνου και η Μπεατρίθ αναλαμβάνει καθήκοντα φιλοξενίας. Αυτό όμως που ακολουθεί μετά από ένα στεγνό δείπνο, όπως στεγνή χαρακτηρίζει εκείνη και την ερμηνεία του Σοπέν από τον πιανίστα, είναι μια ακανόνιστη σχέση που επιδιώκεται επίμονα από τον Πολωνό και συνεχώς εμποδίζεται από την απρόθυμη αγαπημένη. Η σύνδεσή τους φαινομενικά εξελίσσεται με τους όρους της ηρωίδας, ενώ ο αναγνώστης αναρωτιέται τόσο για την φύση της σχέσης όσο και για την πολυπλοκότητα της επιθυμίας και του έρωτα.

Μαθαίνουμε ελάχιστα από τη ζωή των δύο χαρακτήρων, πέρα από το πώς αντιδρούν στην παρούσα κατάσταση κι αυτό με ελάχιστες σκηνές. Ο Κούτσι επιλέγει μια αντισυμβατική δομή: Έξι μέρη, με αριθμημένα μικρά τμήματα σαν παράγραφοι, κάποια εκ των οποίων αποτελούνται από μια και μόνο πρόταση, λες και ο συγγραφέας αναζητά μια τάξη μέσα στο χάος του έρωτα ή θέλει με τον αποστασιοποιημένο αυτό τρόπο να δείξει τον κατακερματισμένο πραγματικό κόσμο ή ακόμη να μην προσφέρει εύκολες απαντήσεις στον σαστισμένο αναγνώστη.

Η ιστορία εκτείνεται σε πολλά χρόνια και αρκετές τοποθεσίες, όμως χρησιμοποιεί τον ενεστώτα ο οποίος παγώνει τις πράξεις στον χρόνο, αλλά μοιάζει να κινείται γρήγορα. Η αφήγηση, σε τρίτο πρόσωπο και πάντα από την οπτική της Μπεατρίθ. Είναι η γυναικεία πλευρά, μια άλλη εμμονή του συγγραφέα, φτάνει να θυμηθούμε την Ελίζαμπεθ Κοστέλο στο ομώνυμο αριστούργημά του. Χωρίς περιττές περιγραφές και με διαλόγους γεμάτους νόημα, η ηρωίδα κινεί τα νήματα. Αν και «ευφυής, μορφωμένη, έχει διαβάσει πολύ, είναι καλή σύζυγος και μητέρα», η ίδια φοβάται ότι «δεν την παίρνουν στα σοβαρά». Σε αντίθεση με τον Βίτολντ, στην οποία βλέπει μια άλλη Βεατρίκη, από τον Δάντη. Πάντως, η απρόβλεπτη συμπεριφορά της στηρίζει το μυθιστόρημα και κρατά την ιστορία ελκυστική.

Δυο ονόματα εμφανίζονται στο λογοτεχνικό υπόβαθρο του «Πολωνού», αυτό της Βεατρίκης και εκείνο της Γεωργίας Σάνδη, μεγάλης αγάπης του Σοπέν, που έζησαν μαζί οκτώ χρόνια στη Μαγιόρκα, εκεί όπου η Μπεατρίθ προσκαλεί για μια εβδομάδα τον Βίτολντ στην πατρική αγροικία του συζύγου της, μόλις ο τελευταίος αναχωρεί. Εκεί όπου έρχονται πολύ κοντά, αλλά βιώνει μια σωματική αποστροφή για τον ηλικιωμένο άντρα. Αυτές οι επιλογές του συγγραφέα έρχονται να τονίσουν την αντίθεση ανάμεσα στις ερωτικές ιστορίες, από τη μια της εποχής των ρομαντικών και από την άλλη του παρόντος με την πρωταγωνίστρια  να αντιλαμβάνεται το ερωτικό πάθος με μια πραγματιστική σχολαστικότητα.

Τους  δύο χαρακτήρες χωρίζει τεράστια απόσταση, γενεαλογική, εδαφική, γλωσσική, πολιτισμική και πάνω απ΄ όλα συναισθηματική. Ενώ εκείνος γεννήθηκε στην Πολωνία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Μπεατρίθ ήρθε στη ζωή το 1967 όταν «κανένας στην Ευρώπη δεν ήταν υποχρεωμένος να τρώει λαχανόσουπα». Έζησε σε μια εποχή χωρίς το φιλοσοφικό οικοδόμημα μιας ρομαντικής αγάπης. «Είναι έξυπνη, αλλά όχι στοχαστική. Ένα μέρος της ευφυΐας της έγκειται στην επίγνωση ότι ο υπερβολικός στοχασμός μπορεί να παραλύσει τη θέληση». Ο άντρας, ως κλασικός πιανίστας, έστω με μια αναθεωρητική ανάγνωση, είναι μια αρχετυπική φιγούρα, ονειροπόλος, υπερασπιστής του κόσμου που χάνεται, όπως χάνεται και ο ίδιος, επειδή βρίσκεται κοντά στο θάνατο. Προέρχεται από το σύμπαν μιας άλλης εποχής, αυτή της Πολωνίας και του εθνικού της συνθέτη Σοπέν, του Δάντη που ερωτεύτηκε τη Βεατρίκη με την πρώτη ματιά και κινητοποίησε την ποιητική του φαντασία για μια επική ιστορία αγάπης, μια απόδειξη της δύναμης του συναισθήματος και της τέχνης (Vita Nuova). Η σύγκριση με τη Βεατρίκη απορρίπτεται από την Μπεατρίθ ως γελοία. «Είμαι η παλιά γενιά. Είμαι κομμάτι της Ιστορίας», «Ήρθα πολύ αργά, έμενα πολύ μακριά», της λέει.  Σε άλλη στιγμή, ο Βίτολντ δηλώνει στη γυναίκα ότι του «φέρνει ειρήνη» και «γαλήνη», κάτι που στα αυτιά της ακούγεται άκρως παράλογο.

Υπάρχουν όμως και οι απογοητεύσεις που πηγάζουν από την αδυναμία του Πολωνού να μεταδώσει τα συναισθήματά του, καθώς η επικοινωνία ανάμεσα στο ζευγάρι γίνεται σε μια τρίτη γλώσσα, τα αγγλικά. Μη καταφέρνοντας να εκφράσει την αλήθεια του, επιχειρεί να αφήσει τη μουσική «να μιλήσει», ηχογραφώντας και στέλνοντάς της μουσικά κομμάτια. Οι δύο ιδιόρρυθμοι χαρακτήρες συναντώνται σε ένα από τα βασικότερα θέματα του Κούτσι, αυτό της επικοινωνίας που εν τέλει γίνεται εμπόδιο για μια πραγματική εγγύτητα, αλλά και το κλειδί για μια ιστορία αμετάφραστων σκέψεων. Οι άχρωμες και γυμνές αγγλικές λέξεις που χρησιμοποιούν περιορίζουν περαιτέρω τα συναισθήματα. Κανένας δεν ξέρει πώς να ακούγεται φυσικός στα αγγλικά και τα περισσότερα χάνονται στην ερμηνεία. «Μερικές φορές δυσκολεύεται να καταλάβει τι εννοεί εκείνος με τα ατελή αγγλικά του. Λέει κάτι βαθυστόχαστο ή πολύ απλά χρησιμοποιεί λανθασμένες λέξεις, σαν μαϊμού καθισμένη μπροστά σε γραφομηχανή;», γράφει ο Κούτσι, ο οποίος ως αντίδραση ίσως στην παγκόσμια κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας, κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο πρώτα στην ισπανική του μετάφραση.

«Είναι κωμικό θέαμα οι δυο τους, να ζουν έναν έρωτα στα αγγλικά, μια γλώσσα στης οποίας το ερωτικό εύρος δεν έχουν πρόσβαση», σχολιάζει δεικτικά ο συγγραφέας. Μέσα λοιπόν από τις στριμωγμένες συνομιλίες στα παγκόσμια αγγλικά, το μυθιστόρημα γίνεται μια οδυνηρή μελέτη της προβληματικής επικοινωνίας και των χαμένων ευκαιριών.

Προσεγγίζοντας τον έρωτα με λογική και πραγματισμό, όπως κάνει η ηρωίδα, σίγουρα αυτό δεν μας φέρνει πιο κοντά στην κατανόησή του. Μόνο όταν η Μπεατρίθ διαβάσει τα ερωτικά ποιήματα του πιανίστα καταλαβαίνει ότι ξυπνά μέσα της μια ευαισθησία. «Μπορεί να μην είσαι ο Δάντης, αλλά τα ποιήματά σου σημαίνουν πολλά για εμένα». Χρόνια μετά το τέλος της σχέσης τους, ανακαλύπτει ότι ο Βίτολντ πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια του γράφοντας μια σειρά ποιημάτων για εκείνη. Όταν φτάνουν στα χέρια της, μετά το θάνατό του και μετά από ένα ταξίδι της στη Βαρσοβία, αναρωτιέται τι πρέπει να κάνει μαζί τους. Το να τα αφήσει στο σκοτάδι ισοδυναμεί με το κάψιμό τους, κάτι που αποτελεί πράξη «βαρβαρότητας». Σκέπτεται ότι κατά κάποιο τρόπο τής έχουν εμπιστευτεί μια ηθική υποχρέωση και οφείλει να φανεί αντάξια. «Μπορεί να μην απολαμβάνει τα μεγάλα, αδιέξοδα πάθη – δεν ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία της – προφανώς – , αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θαυμάζει τα μεγάλα πάθη των άλλων».

Η μετάφραση των ποιημάτων του Πολωνού από τα πολωνικά στα ισπανικά σκοντάφτει, και πάλι, στον φραγμό της γλώσσας. «Μπορείς να γράψεις ποίηση μόνο στη μητρική σου γλώσσα», γράφει κάπου ο Κούτσι. «Εγώ μεταφράζω τα ποιήματα κι εσείς αποφασίζετε για τη σημασία τους», λέει η μεταφράστρια η οποία, ως μη εξοικειωμένη με την ποίηση, αδυνατεί να αποδώσει τις λεπτές αποχρώσεις των στίχων.

Τελικά, αυτή η ανεπιτήδευτη ιστορία του «Πολωνού», χρησιμοποιώντας σύγχρονες συμβάσεις αγάπης για να εξερευνήσει το βάθος των ανθρωπίνων σχέσεων και τον πυρήνα της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, μένει στον αναγνώστη πολύ μετά και την τελευταία σελίδα. Μπορεί οι απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν να μην βρίσκουν εύκολα την απάντησή τους, ίσως και ποτέ, όμως ο σπουδαίος και αινιγματικός Κούτσι προσφέρει μια ενδοσκοπική ματιά και παρακινεί τον αναγνώστη να σκεφτεί. Άλλωστε πάντα  η ανάγνωση των έργων του μας βοηθά να κατανοήσουμε τη συνεισφορά της λογοτεχνίας στην ανθρώπινη συνείδηση, στην αυτογνωσία και τον στοχασμό, αφού παρέχει πλαίσια αποκρυπτογράφησης της πολυπλοκότητας των σχέσεων και των αντιδράσεων του ανθρώπου.

«Ο Πολωνός» J.M. Coetzee, εκδ. «Διόπτρα», μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου

 

Προηγούμενο άρθρο«Σ’ εσάς που με ακούτε» ή το προσωπικό είναι πολιτικό (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΤρομοκράτες, έρωτας και θάνατος (του Φίλιππου Φιλίππου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ