«Σ’ εσάς που με ακούτε» ή το προσωπικό είναι πολιτικό (της Όλγας Σελλά)

0
287

 

της Όλγας Σελλά

Υπήρχαν δύο ισχυρά κίνητρα γι’ αυτή την παράσταση, που μας ήρθε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και εγκαταστάθηκε στην καρδιά της Πλάκας, στο «Αμφι-Θέατρο». Το ένα είναι η συγγραφική υπογραφή: Λούλα Αναγνωστάκη και, στη συγκεκριμένη περίπτωση το τελευταίο έργο που έγραψε, το «Σ’ εσάς που με ακούτε». Το δεύτερο είναι η σκηνοθετική υπογραφή, του Χρήστου Θεοδωρίδη. Ένας ταλαντούχος καλλιτέχνης της νεότερης γενιάς, που μας έχει δώσει αρκετά και ενδιαφέροντα δείγματα, με την αμέσως προηγούμενη δουλειά του -«Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου;», του Εντουάρ Λουί- να έχει ήδη αποτιμηθεί ως μια πολύ σημαντική σκηνική πρόταση.

Το 2003 πρωτοπαρουσιάστηκε το «Σ’ εσάς που με ακούτε» στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Τόπος, ένα παλιό σπίτι στο Βερολίνο, όπου συγκατοικούν, είτε από ανάγκη είτε από επιθυμία, κατ’ αρχήν δύο ζευγάρια: η Μαρία (Ελένη Θυμιοπούλου) με τον Χανς (Δημήτρης Ναζίρης) και η Σοφία (Χρυσή Μπαχτσεβάνη) με τον Άγη (Νίκος Μήλιας). Χρόνος, κάπου στα τέλη της χιλιετίας, στην αυγή της καινούργιας. Την εποχή που έχουν γίνει ήδη οι μεγάλες αλλαγές. Το τείχος του Βερολίνου ανήκει πια στη μνήμη, στην ιστορία και στα σουβενίρ. Είναι πολλοί και διαφορετικοί οι φίλοι που βρίσκουν απάγκιο και εστία σ’ αυτό το σπίτι, που μοιάζει με την πολυπολιτισμική Ευρώπη, -η Τρούντελ (Σεμίραμις Αμπατζόγλου), ο Νίκος (Νικόλας Δροσόπουλος), ο Τζίνο (Πάρης Αλεξανδρόπουλος), ο Ιβάν (Γιώργος Κολοβός), η Έλσα (Μπέττυ Νικολέση)-, γι’ αυτό και στο εύστοχο σκηνικό  του Εδουάρδου Γεωργίου κυριαρχεί ένα τεράστιο τραπέζι με τις απαραίτητες καρέκλες γύρω.  Όλοι ετοιμάζονται για μια μεγάλη ειρηνική συγκέντρωση που θα πραγματοποιηθεί την επόμενη μέρα στο Βερολίνο και στην οποία όλοι θέλουν να καταθέσουν την αγωνία τους, την ελπίδα τους, το όνειρό τους, τους φόβους τους, την αγωνία τους. Όπως συχνά γίνεται και στα οικογενειακά τραπέζια, που αποκαλύπτουν μεγάλες αλήθειες, μεγάλες πίκρες, μεγάλα μυστικά. Η Λούλα Αναγνωστάκη, και εδώ, σ’ αυτό το τελευταίο της έργο, που οπωσδήποτε είναι ένα ισχυρό νεύμα σε όλα τα προηγούμενά της, συνδέει και συνδυάζει με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο, το προσωπικό και το πολιτικό. Διαρκώς. Άλλοτε με θυμό άλλοτε με συντριβή. Με διεισδυτικότητα πάντα, με το βλέμμα σε ό,τι προϋπήρξε, στη μεγάλη Ιστορία πάντα. Και σ’ αυτό το έργο τα προσωπικά τους αδιέξοδα (τα ναρκωτικά, οι εξαρτήσεις, οι οικογενειακοί καταναγκασμοί), μπλέκονται με όσα συναντούν έξω από το σπίτι: τον ρατσισμό, την ομοφοβία, τη βία, τους κάθε λογής φανατισμούς. Κι η Ελλάδα είναι μ’ έναν έμμεσο τρόπο παρούσα, αφού αρκετοί από τους ενοίκους αυτού του σπιτιού είναι Έλληνες. Είτε παιδιά μεταναστών, είτε νέοι μετανάστες, είτε ξαφνικοί επισκέπτες, όπως η μητέρα και ο αδελφός της Σοφίας. Άλλοι έχουν μια ρομαντική εικόνα για την Ελλάδα, όπως η Μαρία, άλλοι έχουν θυμό, πίκρα, διάψευση.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης έστησε αυτή την τραπεζαρία σαν παράλληλη δράση με τη συγκέντρωση για την οποία όλοι ετοιμάζονται, κι ήταν αυτό ένα πολύ ωραίο εύρημα. Γι’ αυτό ή πίσω ή μπροστά από το μεγάλο τραπέζι βρίσκεται πάντα το μικρόφωνο –της συνέλευσης, της συγκέντρωσης, του δημόσιου λόγου. Και έκανε και μια άλλη σύζευξη: έδωσε εναλλασσόμενο ρυθμό στο ρεαλιστικό θέατρο και στο αφηγηματικό, με πολλά στοιχεία σωματικού θεάτρου.

Πολλά συμβαίνουν στους ενοίκους αυτού του σπιτιού, πολλά μυστικά, πολλές παράλληλες ή κρυφές δράσεις, φλερτ (που προχώρησαν ή ναυάγησαν). Άλλα υπάρχουν στο έργο, άλλα εντάχθηκαν στην παράσταση. Ή υπερτονίστηκαν. Ο Χρήστος Θεοδωρίδης, μέσω των ηρώων της Λούλας Αναγνωστάκη, επιμένει να υπογραμμίζει ότι βρισκόμαστε στο 2024, και επιμένει όλα τα θέματα που θίγει το έργο να τα φέρνει εντελώς στον πραγματικό σημερινό χρόνο, βάζοντας ακόμα και σημερινά συνθήματα να ακούγονται στο βάθος, από ελληνικές συγκεντρώσεις.  Φοβάμαι ότι βάρυνε την παράσταση αυτή η επιμονή, την μπάταρε σε αρκετά σημεία προς μια υπερβάλλουσα συνθηματολογία, που απομείωσε το ύφος της Λούλας Αναγνωστάκη, τη συντριβή της, τον σπαραγμό, τον ηχηρό ψίθυρο που υπάρχει στα έργα της. Όχι ότι δεν υπήρχαν σημεία συγκίνησης, ιδίως στους συναρπαστικούς μονολόγους των τριών γυναικών (της Σοφίας, της Μαρίας, της Έλσας), ενώ ο μονόλογος του Τζίνο είχε υπερβολικές κραυγές και ακόρεστο θυμό.  Και υπήρχε και μεγάλη δόση κίνησης, την οποία υπηρέτησαν μέχρις εξαντλήσεως οι ηθοποιοί της παράστασης. Σαν να ήθελε, να επεδίωκε ο Χρήστος Θεοδωρίδης να δυναμιτίσει τη συγκίνηση με κάτι έντονο και σωματικό… Σαν να την ξόρκιζε… Με την επιλογή του πάντως, επιχείρησε να συνενώσει το αναγνωρίσιμο ύφος της Λούλας Αναγνωστάκη με μια θεατρική γλώσσα που ευδοκιμεί σε πολλές σκηνές σήμερα. Δεν νομίζω  ότι ευδοκίμησε σε όλα τα σημεία της παράστασης αυτό το εγχείρημα. Οι πιο δυνατές στιγμές της ήταν εκείνες των σπαρακτικών μονολόγων της συγκίνησης. Η στιγμή που ο Χανς μπαίνει στο σπίτι βουβός…

Παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις, ο Χρήστος Θεοδωρίδης και χάρη στους ηθοποιούς του και στους συντελεστές της παράστασης έστησε μια ολοκληρωμένη πρόταση, μια δουλεμένη παράσταση, κι αυτό είναι ένα ακόμη συν. Από τους ηθοποιούς θα ξεχωρίσω ιδιαιτέρως τη Χρυσή Μπαχτσεβάνη και την Μπέττυ Νικολέση, που πιστεύω ότι μετέφεραν απολύτως το κλίμα και το ύφος της συγγραφέως, την Ελένη Θυμιοπούλου και οπωσδήποτε τον Δημήτρη Ναζίρη.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία, Δραματουργική Επεξεργασία, Μουσική Επιμέλεια: Χρήστος Θεοδωρίδης, Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Σκηνικά: Εδουάρδος Γεωργίου, Κοστούμια: Μαρίνα Κελίδου, Χορογραφία, επιμέλεια κίνησης, βοηθός σκηνοθέτη: Ξένια Θεμελή, Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας, Βοηθός Σκηνογράφου: Δανάη Πανά , Β Βοηθός Σκηνογράφου: Ερατώ Γεωργίου, Φωτογραφίες: Mike Rafail.

Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος

Συμπαραγωγή με τον πολιτιστικό οργανισμό «Λυκόφως»

 

Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά): Πάρης Αλεξανδρόπουλος (Τζίνο), Σεμίραμις Αμπατζόγλου (Τρούντελ), Νικόλας Δροσόπουλος (Νίκος), Ελένη Θυμιοπούλου (Μαρία), Γιώργος Κολοβός (Ιβάν), Νίκος Μήλιας (Άγης), Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Σοφία), Δημήτρης Ναζίρης (Χανς), Μπέττυ Νικολέση (Έλσα).

 

Αμφι-Θέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, Αθήνα (Αγγελικής Χατζημιχάλη 15 & Ανδριανού)

 

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

Τετάρτη: 8μ.μ. Πέμπτη– Παρασκευή– Σάββατο: 9μ.μ., Κυριακή: 6.30μ.μ.

Μέχρι Κυριακή 26 Μαΐου.

Προηγούμενο άρθροInternational Booker Prize 2024: «Kairos», μια ιστορία αγάπης σε έναν κόσμο που καταρρέει (της Αλεξάνδρας Χαΐνη)
Επόμενο άρθροΌταν η γλώσσα δυσκολεύει τον έρωτα (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ