Ora et Labora (του Ν.Κ. Γερμανάκος, μτφρ. Ελένη Καρρά)

0
280

 

(επιμ. Ελένη Καρρά)

Μια ποιητική συλλογή – απόσταγμα μιας ζωής μετακινήσεων από χώρα σε χώρα, από σπίτι σε σπίτι, από γλώσσα σε γλώσσα· μιας ζωής διδασκαλίας, ανάγνωσης, γραφής, μετάφρασης και σκαψίματος στη σκληρή κρητική γη. Κείμενα γραμμένα σε δραματικό και αφηγηματικό τόνο, φιλοσοφικά, ιστορικά, σατιρικά, ελεγειακά, αφιερωμένα στον έρωτα, την απώλεια και τον θάνατο.

Οι ποιητικές αυτές καταγραφές, όπως γράφει ο ίδιος ο ποιητής στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, αποτελούν την δική του «προσφορά στον βωμό του Άγνωστου Θεού της Ακρόπολης».

Τα ποιήματα τοποθετούνται σε πέντε διαφορετικούς χώρους/χρόνους: την Κύπρο των δεκαετιών του ΄40, ΄50 και ΄70, την Ουαλία της δεκαετίας του ΄40, την Κάλυμνο των δεκαετιών του ΄60 και του ΄70, την Κρήτη απ’ το ΄90 μέχρι σήμερα και το Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια (ΗΠΑ). Όπως αυτοσυστήνεται ο ποιητής στο βιογραφικό του, «πολιτιστικά, είμαι Άγγλος, Ουαλός, Έλληνας, Κύπριος, Αμερικανός και Εβραίος».

Στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου κυκλοφόρησε το 2020, το Ora et Labora επαινέθηκε από διαπρεπείς μελετητές της λογοτεχνίας, όπως η καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, Κάρεν Έμεριχ, ή ο καθηγητής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Νότιου Ιλλινόις, Ντέιβιντ Σάττον, ο οποίος και σημείωσε χαρακτηριστικά:

«Καταθέτοντας εδώ τις προσευχές και τις συγγραφικές του οδύνες, ο Ν.Κ. Γερμανάκος παλεύει με το παροδικό και το αιώνιο, συλλαμβάνοντας θεσπέσια την καθημερινότητα, τις σχέσεις με τη γη, τη θάλασσα και τον θάνατο των Ελλήνων νησιωτών που γνώρισε ο ίδιος. Στήνοντας έργα από θαλασσόπετρες, τα λόγια του (μετατρέπονται) «σε σκαλοπάτια γι αυτούς που αφήνω πίσω», και καλούν τον αναγνώστη να συνεχίσει το ταξίδι».

Ο Ν.Κ. Γερμανάκος γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου το 1940. Από πατέρα μεγαλωμένο στην Ουαλία και Κύπρια μητέρα, ο ίδιος έζησε τα παιδικά του χρόνια στις δυο αυτές χώρες, ενώ το 1965 ήρθε στην Ελλάδα ως επόπτης καθηγητής Αγγλικών στη ΧΑΝ. Στην Αθήνα, κινήθηκε στην καρδιά των λογοτεχνικών κύκλων της εποχής, τους οποίους είχε γνωρίσει μέσω του  Ελληνοαμερικανού μεταφραστή Κίμωνα Φράιερ. Συναναστράφηκε στενά πολλούς σημαντικούς συγγραφείς (όπως τον Γιάννη Ρίτσο, τον Ηλία Πετρόπουλο, τον Κώστα Ταχτσή, τον Στρατή Τσίρκα, τον Θανάση Βαλτινό, τον Νίκο Κάσδαγλη, τη Μαργαρίτα Καραπάνου και τη Μαργαρίτα Λυμπεράκη), αρκετούς από τους οποίους μετέφρασε στα αγγλικά.

Στη μεταπολίτευση, εγκαταστάθηκε στην Κάλυμνο όπου και έζησε για αρκετά χρόνια, διδάσκοντας Νεοελληνική Λογοτεχνία και Ιστορία σε Αμερικανούς φοιτητές στο πλαίσιο ενός πανεπιστημιακού προγράμματος σπουδών, ενώ αργότερα, μετεγκαταστάθηκε στη γενέτειρα της δεύτερης συζύγου του, της ποιήτριας και εικαστικού Ανν Γερμανάκος, στο Σαν Φρανσίσκο, όπου και ζει έκτοτε.

 

 

ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ

 

Το κόλπο είναι, πρόσεχε πώς θα του φερθείς –

εύκολα το λες, δύσκολα το κάνεις – πανούργος,

δεν τον φτάνεις ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι –

άσε που είναι ζαβολιάρης – λόγο δεν δίνει σε κανέναν.

Πας από δω, πας από κει – εκείνος στο κατόπι σου –

σ’ όποια γωνιά σ’ όποιο λαγούμι

κι αν κρυφτείς, θα σε τσακώσει. Συμπέρασμα:

Μην κάνεις του κεφαλιού σου.
Δείξε σέβας.

 

Ναι, οι ήρωες τού την έπεσαν,

πάλεψαν μαζί του σε μαρμαρένια αλώνια –

κι έχασαν. Μόνο ένας ή δυο επέστρεψαν

από τον Άδη για να πουν. Οι άλλοι πάνε.

 

Οπότε συμφωνούμε. Ο Χάρος ο φονιάς,

πάντα γλιτώνει.

 

—-

«Είναι ξοφλημένος», είπε ο γιατρός στο νησί.

«Τίποτα δε γίνεται. Στείλτε τον στο Αντικαρκινικό».

«Κι έτσι τον φόρτωσαν για πάνω», είπε η Ελένη.

«Τον άνοιξαν – σωλήνες πάνω, σωλήνες κάτω.

Οι γιατροί τόνε ξεγράψανε.

Και το κασκέτο; Το είχε πάντα στο τσερβέλο  –

με το τσουλούφι να πέφτει από το γείσο

ντάλε κουάλε όπως τόνε θυμάσαι».

 

«Την πέμπτη μέρα, γυναίκα, γιοί και κόρες

ηκλαίασι γύρω απ’ το γιατάκι – μπήκε ο Χάρος, είδεν-τον

τζ’ ήκοψε; Καταλαβαίνεις; Ο Χάρος ήκοψε*!

 

«Κι εδαύτος, τι κάνει;  Τραβάει

σωλήνες τσι καλώδια, αρπάει

τα ρούχα του, για το νησί μπαρκάρει.

 

(Πενήντα χρόνια τον ηγάπησα – 

τσ ήμουν μόλις δεκάξι)

 

«Μα ο Χάρος δεν τα παρατάει ποτέ –

μέσα στο ίδιο του το σπίτι τον εστρίμωξε –

αχ, δεν τον πόθησε η θάλασσα για ελόου της –

παρόλο που ναι, την ηγάπα πιο πολύ από μένα –

ο Χάρος, ο Χάρος απ’ το γιατάκι του τον ήρπαξε.

 

«Τον έστεψαν με το κασκέτο του –

πατέρας, μητέρα, κόρη μες’ τον λάκκο

– το τσούρμο του για το ταξίδι

στη νύχτα τη βαθιά, την αξημέρωτη.

 

(και δεν ημπόραγα να μοιρολογήσω) –

 

«Η γυναίκα του, βλέπεις, κι ο άντρας μου, ήτο κειά –

δεν ήταν ούτε ο τόπος ούτε η ώρα για σκάνδαλα –

ήθαψα το μυστικό, ησφράησα την καρδιά μου.

 

«Μετά απ’ αυτό, ο κόσμος μας όπως τον ξέραμε ναυάησε,

ο θάνατός του ήταν το τελευταίο κύμα.

Το Νησί μας ηπέρασε στο παρελθόν.

Έχουμε καινούργιο τώρα, πράματις,

αλλά εγώ πια είμαι ξένη, τα μάτια μου χοροπηδάνε

στη δικιά του πλώρη, τα μάτια του στα δικά μου

αγκυρωμένα.

 

«Η θάλασσα ήγινε παιδική χαρά –

και πιο δε μας χωράει».

 

(Πενήντα χρόνια τον ηγάπησα,

Πενήντα χρόνια έκσταση

                                                λαχτάρα

κάθε φορά εκατευόδωνα-τον –

πάνω που είχε αριβάρει

τον ήγλεπα πάλι να μπαρκάρει

στη λατρεμένη, την πικρή του θάλασσα

να βάζει πλώρη για τη  Μπαρμπαριά.

 

τσ ήμουν μόλις δεκάξι).

 

 

Ν.Κ. Γερμανάκος, Ora et Labora, μτφρ. Ελένη Καρρά, Μελάνι

 

Προηγούμενο άρθροΑνδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»
Επόμενο άρθροRoahl Dahl, οι νεότερες εξελίξεις (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ