της Όλγας Σελλά
Ο κόσμος ακόμα μπαίνει στη Μικρή Σκηνή του «Άνεσις», αλλά οι δύο ηθοποιοί στη σκηνή έχουν αρχίσει ήδη το act. Χωρίς λόγια, μόνο με τα βλέμματα. Κοιτούν ο ένας τον άλλον, κάνουν κινήσεις προσέλκυσης, ζυγίζουν την κατάσταση, συνεχίζουν, οπισθοχωρούν… Μέχρι που η παράσταση ξεκινά και ο Μάρκος (Γιώργος Μπένος) πιάνει κουβέντα με τον Άρη (Αλέξανδρος Πιεχόβιακ). Νέος τόπος και νέο σχολείο για τον Μάρκο, που ζει με τη μητέρα του, φέρει μια μεσοαστική ευγένεια και αγωγή και είναι καλός μαθητής. Στον αντίποδα ο Άρης, σκληρός, προκλητικός, αθυρόστομος, αδέξιος, επιθετικός, καυχησιάρης. Ο Μάρκος έχει γοητευτεί και μαζί έχει παραξενευτεί από την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά του Άρη, που ψάχνει τρόπους να βρίσκεται κοντά στον Μάρκο και ταυτόχρονα να καταστρέφει αυτό που επιθυμεί. Ζει με τον πατέρα του, έναν λαϊκό άνθρωπο που φέρεται σκληρά και αδιάφορα στο γιο του, και ο ίδιος αδιαφορεί για το σχολείο.
Οι φωτισμοί αλλάζουν και μεταφερόμαστε (θεατρικά) μερικά χρόνια αργότερα σε μια συνάντηση των δύο αγοριών, σε άλλο μέρος. Ο Μάρκος δουλεύει σ’ ένα καφέ. Ο Άρης μπαίνει μέσα, είναι συνεσταλμένος, απολογητικός, καμία σχέση με τον παλιό Άρη. Μόλις έχει αποφυλακιστεί.
Το «Bacon», το έργο της Sophie Swithinbank, κάνει διαρκώς αυτό το flash back, και σταδιακά αποκαλύπτει την ιστορία και τα μυστικά των πρωταγωνιστών της. Η Έμιλυ Λουίζου, μια νεαρή σκηνοθέτιδα που ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, αλλά μας έχει δείξει την ενδιαφέρουσα σκηνική της πρόταση αρκετές φορές και στην Ελλάδα, μας το συστήνει και το σκηνοθετεί.
Έχει πολλαπλό ενδιαφέρον αυτό το έργο, και δεν είναι τυχαίο που έχει ήδη τιμηθεί με το Tony Craze Award, τρία Off West End Awards και το PRF/Film4 Award. Δεν είναι μόνο ένα ακόμη queer θεατρικό έργο. Είναι πολλά περισσότερα. Είναι μια σύγχρονη συνέχεια της βρετανικής θεατρικής παράδοσης του «In Yer Face», μόνο που δεν μένει μόνο στη σύγκρουση και στη βία. Έχει και τον αντίποδα. Έχει, θα μπορούσα να πω, και τις δύο όψεις της κοινωνίας του 21ου αιώνα. Της εποχής που περισσεύει η βία και αναζητείται η αγάπη, η γαλήνη, η επαφή. Και ο Άρης αυτού του έργου τα αναζητά όλα αυτά τα τελευταία, μόνο που δεν ξέρει τον τρόπο. Νομίζει ότι μόνο με την κομπορρημοσύνη και την επιθετικότητα θα ξεχωρίσει και θα στρέψει το ενδιαφέρον πάνω του. Νομίζει ότι μ’ αυτόν τον τρόπο κρύβει αυτό ακριβώς που ψάχνει: την αποδοχή, αυτήν που στερείται από τον πατέρα του. Από τον οποίο, όμως, έχει αντιγράψει το ύφος και τη βιαιότητα αυτού που λέμε «τοξική αρρενωπότητα». Δεν είχε άλλο πρότυπο άλλωστε…
Και έχει πολύ ενδιαφέρον ότι αυτό είναι ένα από τα πολλά έργα που είδαμε φέτος που κινούνται ακριβώς σ’ αυτά τα «νερά». Οι άντρες ήρωες αναζητούν την απελευθέρωσή τους από τα αρσενικά πρότυπα που τους βαραίνουν: το «Μια αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι, το «2-3 πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» του Ανέστη Αζά, «Ο Κος Ζυλ» του Θωμά Μοσχόπουλου, κάποιες ιστορίες στην «Ιεροτελεστία» του Guillaume Poix που σκηνοθέτησε ο Χρήστος Θεοδωρίδης, κάποιες ιστορίες, επίσης, στο «Απόψε κανείς δεν πεθαίνει» που σκηνοθέτησε η Αικατερίνη Παπαγεωργίου. Και τώρα το «Bacon». Είναι πολλά, για να είναι σύμπτωση.
Στη θέση του Άρη και του Μάρκου θα μπορούσε, ασφαλώς, να βρίσκονται δύο κορίτσια ή ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. Και θα μπορούσε, σε καθεμιά από τις περιπτώσεις, οι χαρακτήρες να είναι αντίστοιχοι. Γι’ αυτό δεν είναι μόνο ένα queer έργο. Αφορά συμπεριφορές, όχι φύλα.
Γιατί όλα τα φύλα και όλες οι σχέσεις στις οποίες εισχωρεί ένα είδος ερωτισμού, αναζητούν, γοητεύονται, εξουσιάζουν, συγκρούονται, ταπεινώνονται, εκπλήσσονται, ισοπεδώνουν και ισοπεδώνονται. Και κάποιες φορές οι ακραίες συμπεριφορές γίνονται αφορμή για ένα ταξίδι αυτογνωσίας, ταπεινότητας και συγνώμης, όπως κάνει ο Άρης (ή μήπως αυτό είναι μόνο στο θέατρο;).
Όλες αυτές οι εναλλαγές αποτυπώθηκαν εύστοχα στο σκηνικό περιβάλλον. Οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα παρέπεμπαν εύστοχα στο τότε και στο τώρα, το σκηνικό της Νίκης Ψυχογιού -μια κούνια με σιδερένιο σκελετό στήριξης, που έμοιαζαν και με όργανα γυμναστικής, στον οποίο ακουμπούν δύο σακίδια στήριξης- δεν εικόνιζε μόνο το πραγματικό περιβάλλον των δύο νέων, αλλά και την εσωτερική τους ταλάντευση, την ανισορροπία, την αμφιθυμία. Η μουσική της Ειρήνης Σκυλακάκη υπογράμμιζε τα συναισθήματα κάθε φορά.
Το «Bacon» είναι έργο ερμηνειών το δίχως άλλο. Η Έμιλυ Λουίζου καθοδήγησε με διορατικότητα και ευαισθησία τους ηθοποιούς της, οι οποίοι υποστήριξαν με αυτοθυσία σχεδόν το απαιτητικό αυτό έργο. Ο Γιώργος Μπένος ήταν εκείνος που γοητεύτηκε από το διαφορετικό, που εξεπλάγην από τον καινούργιο κόσμο που έβλεπε μπροστά του παρότι τον τρόμαζε, που κατέρρευσε από την εκδήλωση της βίας, που εξακολουθεί να είναι αμφίσημος για τις διαθέσεις του: και επιθυμεί και φοβάται. Για την ακρίβεια δεν εμπιστεύεται πια. Κι αυτό, η ρωγμή στην εμπιστοσύνη, είναι ο πιο δύσκολος αντίπαλος. Μια διαδρομή που χρειάζεται καλή ισορροπία και ο Γιώργος Μπένος την περπάτησε με σταθερότητα. Ο Αλέξανδρος Πιεχόβιακ επωμίστηκε τη δύσκολη συνθήκη της πλήρους διαφοροποίησης και της διαρκούς εναλλαγής. Στο τότε ήταν ο επιθετικός, ο σκληροτράχηλος, ο βίαιος και στο τώρα είναι αυτός που έχει τη δύναμη να ζητήσει συγνώμη, να ταπεινωθεί, να παραδεχθεί. Πιστεύω ότι ήταν καλύτερος στο «τώρα», με έπειθε περισσότερο ο εσωστρεφής εαυτός του από τον σκληροτράχηλο, τον βίαιο και τον επιθετικό.
Ένα πολύ ενδιαφέρον σύγχρονο έργο, μια καθαρή παράσταση που αναδεικνύει το πολυεπίπεδο κείμενο, το ρυθμό του, τις ανατροπές του, τα σκοτεινά και τα φωτεινά σημεία του. Και είναι μερικές φέτες bacon σ’ ένα τοστ, που μπορεί να γίνουν η αφορμή για επικοινωνία και επαφή.

Η ταυτότητα της παράστασης
Συγγραφέας: Sophie Swithinbank, Σκηνοθεσία: Έμιλυ Λουίζου, Μετάφραση: Τζούλια Διαμαντοπούλου, Κίνηση/Χορογραφία: Ιόλη Φιλιππακοπούλου, Μουσική/Σχεδιασμός Ήχου: Ειρήνη Σκυλακάκη, Σκηνικά/Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού, Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα, Βοηθός Σκηνοθέτη: Βίβιαν Τσιταμπάνη, Βοηθός Σκηνογράφου/Ενδυματολόγου: Ελπίδα Δαλιάνη, Φωτογραφίες/Trailer: Μαρίζα Καψαμπέλη, Γραφιστική Επιμέλεια: Μάριος Γαμπιεράκης (Μαύρα Γίδια), Διεύθυνση Παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης
Παίζουν: Γιώργος Μπένος, Αλέξανδρος Πιεχόβιακ
Θέατρο Άνεσις, Μικρή Σκηνή, (Λεωφ. Κηφισίας 14 και Λεωφ. Αλεξάνδρας, Μετρό Αμπελόκηποι).
Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή























