Οι επόμενοι εμείς (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
435
urban poetry

 

της Βαρβάρας Ρούσσου

Οι επόμενοι εμείς  τιτλοφορείται η δεύτερη συλλογή του Αλέκου Λούντζη (Προπαγάνδα-Κάποια γράμματα για κάποια πράγματα η πρώτη -2015- που διακρίθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου από το περιοδικό Ο Αναγνώστης).

Η συλλογή είναι εύστοχα συγκροτημένη. Δύο μότο, το αρχικό ποίημα «Σημείο φυγής», και ένα μότο σε κάθε ενότητα δώδεκα ποιημάτων, όλα τονίζουν αφενός τη διακειμενικότητα αφετέρου λειτουργούν ως αναγνωστικοί σηματωροί από κοινού με τον τίτλο παραπέμποντας σε ένα οργανικό σύνολο ικανό να αναγνωστεί ως ενιαία σύνθεση. «Στην καθοριστική εποχή / που αρχίζει σήμερα το πρωί» είναι το εναρκτήριο δίστιχο που υπογραμμίζει τη σημασία των παροντικών προσώπων, των «εμείς» (εγώ), στην έναρξη της δικής του(ς) σημαντικής εποχής. Την ίδια αίσθηση σημείου εκκίνησης διαποτισμένη από μελαγχολική διάθεση υποβάλλει το επόμενο δίστιχο του Γιώργου Κοροπούλη: «Χαράζει – το φεγγάρι έχει σταθεί/ σαν νόμισμα από τη μεριά που χάνεις.». Το πρώτο, εισαγωγικό ποίημα «Σημείο φυγής» σε ένα παιχνίδι μεταξύ εξομολόγησης και ειρωνείας, χρησιμοποιεί εικονιστικό λεξιλόγιο (σημείο φυγής,  ζεύγος, γωνία λήψης, φακός, εστιάζει, παγώνει, δέσμη από κουκκίδες). Θα έλεγα ότι υπόκειται εδώ η ψευδαισθητική εντύπωση που δημιουργεί μια εικόνα (πολλές τέτοιες εικόνες θα ανατρέψει ο Λούντζης στα ποιήματά του) όπου το πλάνο αποκρύπτει ή αποκαλύπτει και πάντως μεταβάλλει την εντύπωση που σχηματίζει ο θεατής (« Γδέρνεις την επιφάνεια με το νύχι/ όλο και πιο μακάβρια η άσκηση/ πόσος εαυτός κάτω από τα στερεότυπα […] Όταν ο φακός εστιάζει […] όσο απομακρύνεται/ παγώνει κι αποτυπώνει/ συνοικίες σαν ρυτίδες στο μέτωπο/ αυτών, ημών, των άλλων).

Η ποίηση του Λούντζη, ήδη από την πρώτη συλλογή αντιμετωπίζει με δυσπιστία έως και ειρωνεία αλλά και με επαναπροσδιοριστική οπτική το «Είμαστε από καλή γενιά», την ελυτική υπεραισιόδοξη βεβαιότητα με τους στέρεα κατασκευασμένους προγόνους και τους ανοιχτούς ορίζοντες της σεφερικής Συγγρού. Με οξυμένες αισθήσεις παρατηρεί ο Λούντζης και αποκρυσταλλώνει στην πρώτη ενότητα, «οι», την ανάγκη κατασκευής προγόνων, την επιλεκτική παράδοση σε αντιπαραβολή με την αναγκαστικά επιβεβλημένη παράδοση. Στους Κάλβο (αξίζει εδώ μια συζήτηση για την αξιοποίηση της μορφής του Κάλβου όχι μόνο και όχι κυρίως ως ποιητή αλλά ως αυτοεξόριστο άτομο, οπότε επανατοποθετείται η έννοια πατρίδα όπως στα ποιήματα «Χαμένο σκίτσο Α.Κ.» και «Μαριές»), Δημοσθένη, Ναμπόκοφ, Ώντεν προστίθενται ανώνυμες προσωπογραφίες, σχεδιασμένες με επιμέλεια πορτρετίστα  και λεπτά μελαγχολική ειρωνεία ως πύκνωση της εικόνας των κάθε είδους προηγουμένων πλην παρόντων «οι». («50% Ruffiano», «Η γκριμάτσα της μορέττας», «Ξέρα χρυσή»). Πρόκειται δηλαδή για μια «ανακεφαλαίωση», όπως αποκαλείται στο οπισθόφυλλο, όπου το πιο προσωπικό («Ιδέες αναφοράς και συσχέτισης») μπορεί να διαβαστεί ως μη ατομικό αλλά και το συλλογικό μπορεί να περιέχει το εγώ γιατί «πρέπει να εκπροσωπηθώ» όπως αναφέρεται και πάλι στο οπισθόφυλλο. Τη ρευστότητα των «οι» -επινοημένη ή αναγκαστική παρουσία, ανάκληση, ή αναζήτησή τους ή ανάμειξή τους στην ταυτότητα των «επόμενων» και «ημών»- αναγνωρίζουμε σε πολλά ποιήματα. Έτσι, στο «Βουκουρέστια και στο «Ξεκούρδιστο πορτοκάλι» χωρίς αναγωγή στο συγκεκριμένο αλλά με την αντήχηση ιστορικών γεγονότων, η γενίκευση της μεταφοράς, η δυστοπική εικονοποιΐα, τα ποιητικά παραθέματα, η αιφνίδια μετάβαση σε έμμετρο απόσπασμα ακολουθούμενη από ανατροπή του τέλους «ξεκουρδίζουν» ειρωνικά το ποίημα: δεν είχαμε ως απόψε δει/νεράκι στο κατώφλι μας/ Μα ξέραμε/πως κατά βάθος/δεν έχει πόρτα ο βυθός/// Και πέρασε η νύχτα τις όχθες των σπιτιών/ και χώρισαν οι όχθες/ τον ύπνο των παιδιών/ σε δικό τους/και δικό μας» («Ξεκούρδιστο πορτοκάλι»). Η ενότητα κλείνει με το «Ιδιώτευση» όπου η ανταπόκριση της ποίησης σε ευρύ κοινό τίθεται ως επανερχόμενο ερώτημα που διαστέλλεται περιλαμβάνοντας και άλλα ερωτήματα.

Οι «επόμενοι» στο ομώνυμο ποίημα που ανοίγει την ενότητα είναι εισβολείς- άμεσοι απόγονοι, παιδιά- που «Σου ‘ρχονται/Πάντοτε και καταπάνω σου//Απρόσιτοι, αδίστακτοι, αναίτιοι» οπότε «Χωρίς φωτιά χωρίς μάχαιρα/με χάδια στοργικά/αλλάζει ο κόσμος δέρμα» («Οι επόμενοι» πρώτο ποίημα της ενότητας). Θα ζήσουν στην « Εποχή των μοναδικών χρηστών», ποίημα για τη νέα διευθέτηση του τρόπου ζωής που θα κληροδοτηθεί στους «επόμενους»: «Παρήλθε!/ Η αυθεντία των παλιάς κοπής θεών / έχει προ πολλού…/Οι χάρτες που με σπουδή μετρούν τη γη/χρήζουν αναθεώρησης»[…] Διαχείριση χωρίς κοινόχρηστα/ κάθε οίκος εργατική εστία/».

You must live with your knowledge

                                                                    Way back, beyond, outside of you are others

                                                                    In moonless absences you never heard of,

                                                                    Who have certainly heard of you,

                                                                    Beings of unknown number and gender

                                                                 

W.H. Auden

 

 

 

Στην ίδια γραμμή το διαλογικό «English as a foreign country»: η ρομποτική φωνή μιας ρεπλίκας (ανακαλούμε το Μηχανές σαν κι εμένα του Ίαν Μακ Γιούαν) τονίζει την αντιδιαστολή ανθρώπινων όντων-μηχανών με όρια αυτοδιάθεσης ευρύτερα και από του ανθρώπου: «Εγώ/ αποφασίζω/ Πώς και πότε θα καταστραφώ». Η διάσταση των επαναστατικών «επόμενων» κορυφώνεται με το δίγλωσσο παράθεμα-ποίημα του Philip Larkin “This Be The Verse” /Στίχος χωρίς επόμενους», σκληρή κριτική στις σχέσεις διαδοχικών γενεών.

Το καταγγελτικό και σχεδόν σαρκαστικό «Πεδίο της πάλης» (συναιρεί τα γνωρίσματα, της ζωής των «εμείς») ακολουθείται από τη «Μαγική ανάγκη», τη «Συλλογική υπόθεση» και με την ειρωνική κατασκευή της ατμόσφαιρας στις συσσωματώσεις νέων ποιητών με το «Εαρινή σύναξις ποεταστρών» (, το σαββοπουλικό «Εξάγγελο» όπου η συλλογική διάσταση «φαίνεσθαι»-«είναι» αποκτά σχεδόν δραματική διάσταση, όλα τα ποιήματα συνθέτουν τη διχαστική αντιφατικότητα της ταυτότητας των «εμείς». Νομίζω ότι αυτή η τρίτη ενότητα αποτελεί το δυναμικότερο τμήμα του βιβλίου.

Αναλαμβάνοντας ο Λούντζης να δώσει τη δική του εκδοχή για τη σχέση της γενιάς του με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον  δεν επιδιώκει ούτε να δώσει ολιστικές απαντήσεις ούτε να περιοριστεί σε εξαντλητικές αποτυπώσεις αφηγηματικού χαρακτήρα πιστοποιημένες από μια προδιαγεγραμμένη περιοριστική οπτική/θέση  ούτε να αυτοχριστεί λυρικός απολογητής (πέρασαν οι εποχές των εθνικών ταγών του αγίου κανόνα).

Η εκκεντρότητα, υπό την έννοια έλλειψης ενός σταθερού κέντρου και μιας αρραγούς εικόνας της πραγματικότητας, είναι η περιοχή απ’ όπου το ατομικό βλέμμα της ποιητικής φωνής παρατηρεί το φαινόμενο και το κρυμμένο, την κατά σύμβαση υποκριτική στάση και την απογυμνωμένη αλλά κρυμμένη γνώση (και όχι αλήθεια) που δεν τολμά να λεχθεί – You must live with your knowledge-. Αυτή η αντίθεση παράγει το ρητά ή υπόρρητα παρόν απορηματικό στοιχείο της συλλογής η οποία κλείνει με τον έντονα ερωτηματικό τόνο του ποιήματος «Ανοχύρωτοι κόσμοι». Τα ερωτήματα ανήκουν στους «εμείς» που περισσότερο τους καταβάλλει η σύγχυση και η αγωνιώδης απορία: «Πώς γίνεται/ τα οχυρωματικά έργα ενός κόσμου/να’ ναι διακοσμητικά στον επόμενο;/[…]  Πώς γίνεται να μίλησαν  ξανά/ οι στεριανοί με τους πνιγμένους/ οι Μύριοι με τους Πέρσες/ εγώ με σένα;[…]Πώς θα γίνει/ τα οχυρωματικά έργα ενός κόσμου/να είναι αμπέλια στον επόμενο;». Η όχι χωρίς νόημα παραλλαγή του αρχικού ερωτήματος συνεπάγεται την επείγουσα ανάγκη απάντησης που θα σημάνει τη μελλοντική αλλαγή αυτού του κόσμου. Πρόκειται όπως το έχει θέσει στο εισαγωγικό ποίημα («Σημείο φυγής»)  ο Λούντζης για την «εμμενή απόπειρα να βρεις/ μια ελάχιστη ρωγμή/ για να μη μείνουν όλα στη θέση τους».

Η ωριμότητα του Λούντζη, συγκριτικά με την προηγούμενη συλλογή, είναι νομίζω, ορατή. Εκτός από τις θεματικές που δημιουργούν ένα ισχυρό όσο και απαιτητικό πεδίο άσκησης του ποιητικού λόγου, κατέχει τα εργαλεία ενισχυμένα από τη μελέτη ελληνικής και ξένης ποίησης και όχι μόνον. Έτσι, η προσεκτική δόμηση της συλλογής συμβαδίζει με τη μορφολογική και γλωσσική επεξεργασία. Η ρυθμική αγωγή των ποιημάτων παρουσιάζεται φροντισμένη. Όπως «οι» αποτελούν ένα προγονικό υλικό αναγκαστικά αποδεκτό αλλά και με δυνατότητες επιλογής έτσι και στο μορφικό επίπεδο ο Λούντζης επιλέγει από τη γκάμα της παράδοσης: την έλλειψη τελείας, από τα νεότερα γνωρίσματα στιχουργικής, που την αναπληρώνει η χρήση κεφαλαίων. Χωρίς τελεία η παύση στο τέλος στίχου, η παύση στο τέλος ποιήματος δεν λειτουργούν ως κλείσιμο αλλά ως ενδεχόμενο συνέχισης, έτσι που μπορεί να υποβληθεί η αίσθηση της μιας ενότητας. Από τα παλαιότερα γνωρίσματα ο Λούντζης επιλέγει έμμετρους στίχους που τους ενθέτει έτσι ώστε η εμμετρότητα να λειτουργεί ως ανάκληση μιας σταθερής και συχνά, κατά το μάλλον ή ήττον, εθνικής παράδοσης έναντι της οποίας το ποίημα τοποθετείται διαλεκτικά ή ειρωνικά. Όμοια είναι και η λειτουργία της ομοιοκαταληξίας, καίρια τοποθετημένης, παράλληλα ή αντιστικτικά με το νοηματικό φορτίο: «Πού ακούστηκε ξανά/ η Οδύσσεια του διαστήματος να κυνηγά/σχεδία μ’ Αργοναύτες στ’ ανοιχτά;/[…] Ο ποιητής πώς πρόφτασε να τυφλωθεί/ προτού μια λέξη να βρεθεί/ για τη δική μας αρμυρή πηγή;» («Διαχείριση» ενότητα «επόμενοι»). Η στροφική κατανομή εξάλλου, συχνά με ισοστιχία των στροφικών ενοτήτων ή/και με όμοια στιχική δομή των στροφών, ανακαλεί την έμμετρη ποίηση στη βάση ανάγκης μορφολογικής ευταξίας ενίοτε διαμετρικά αντίθεσης με τη γενεακή (οι.επόμενοι.εμείς) σύγχυση ή την ταυτοτική ασάφεια. Η υιοθέτηση μορφολογικών, ουσιαστικά, τυπογραφικών, «παρεκκλίσεων» -όχι κάτι νέο αλλά γόνιμα αξιοποιημένο εδώ-, έχει τη μορφή διαγραφής ολόκληρης στροφής (στο τριμερές ποίημα «Ανεπίδοτη προκήρυξη» (ενότητα «επόμενοι»), μια ψηφιδωτή εικόνα των επόμενων και της σχέσης τους με τους προηγούμενους κι εμάς ταυτόχρονα:

Με τις ελάχιστες πράξεις

Με παραλείψεις ακριβείας

Φασκιώσατε μια ευρυζωνική κεραία.

Άλλοτε μια κάτω παύλα στην αρχή στίχου («Ιδέες αναφοράς και συσχέτισης»-Ι Μεγαλείου»), συχνά η τοποθέτηση στίχων ή φράσεων σε παύλες (επεξήγηση, σχόλιο ή αποστροφή), όλα ανοίγουν τη γκάμα ενός διαλόγου περί τυπωμένης φόρμας της σύγχρονης ποίησης: εάν «τα έχουμε δει όλα» πώς η χρήση ποικίλων πειραματισμών μπορεί να είναι λειτουργικά ενσωματωμένη ώστε το πείραμα να συμβάλλει στην οργανικότητα (ή την αναίρεσή της) και τη στόχευση του ποιήματος;

Δεν είναι άμεσα προσπελάσιμη η ποίηση του Λούντζη αλλά ο βαθμός κρυπτικότητας δεν επιτρέπει την επανάληψη του δήθεν επιχειρήματος περί  ποιητικού ακατάληπτου ως αιτία απομάκρυνσης του κοινού από την ποίηση, τουναντίον. Τούτο οφείλεται σε μια ιδιότυπη αφαιρετικότητα όπου η επεξεργασία του παντοειδούς βιώματος αποδίδει τον ουσιώδη πυρήνα του, με τον δυναμικό τρόπο αποκάλυψης-απόκρυψης.

Ο Λούντζης ανήκει σε μια σειρά ποιητών/ποιητριών (αξίζει να επανέλθουμε στο ζήτημα σε άλλη περίσταση δίνοντας το στίγμα τους) που αντιλαμβάνονται με ανανεωτικό τρόπο τόσο την παραγωγή όσο και τη λειτουργία της ποίησης, με διαφορετικές ποιητικές προτάσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέροντα σημεία σύγκλισης και απόκλισης.

 

Aλέκος Λούντζης, Οι επόμενοι εμείς, στιγμός

Βρες το εδώ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here