Οι δωσίλογοι και οι “άλλοι” στο Παρίσι (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
525
O Χίτλερ στο Παρίσι

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

 

«Εσύ τι έκανες στον πόλεμο;» Το ερώτημα πλανάται πάνω από το Παρίσι και σε ολόκληρη τη Γαλλία, αμέσως μετά την απελευθέρωση όταν σε ολόκληρη τη χώρα αναζητούνται οι συνεργάτες των ναζί και καταρτίζονται λίστες δωσιλόγων. Είναι μια εποχή περίπλοκη και πολύ σκοτεινή όπου πέφτουν οι μάσκες και συγχρόνως κάποιοι ξεγλιστράνε φορώντας τον μανδύα του αντιστασιακού, ενώ άλλοι αρπάζουν την ευκαιρία για ξεκαθάρισμα προσωπικών ή συντεχνιακών λογαριασμών.

Συγγραφέας θεατρικών έργων και αστυνομικών μυθιστορημάτων, ανάμεσά τους και το «Η Μαντόνα της Νοτρ Νταμ», με το οποίο οι εκδόσεις «Στερέωμα» μάς τον σύστησαν στην Ελλάδα, ο 48χρονος σήμερα  Αλεξί Ραγκουνιό στρέφεται στον κόσμο των καλλιτεχνών και των λογοτεχνών για να ερευνήσει την ηθική στάση τους στην περίοδο της κατοχής και να φωτίσει τη ζοφερή ατμόσφαιρα στο Παρίσι της κάθαρσης. Το βιβλίο του «Νιλς» είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, προορισμένο να συγκινήσει το μεγάλο κοινό με τον αρκετά θεατρικό ρυθμό και τις γλαφυρές εικόνες του, τις αλήθειες και τις νεφελώδεις πτυχές των εκκαθαρίσεων στη μεταπολεμική γαλλική πρωτεύουσα. Παρότι έφτασε στη μικρή λίστα, έχασε το  βραβείο Γκονκούρ το 2017 από την εξαιρετική «Ημερήσια διάταξη» του Ερίκ Βυιγιάρ.

Ο Ραγκουνιό γράφει κυρίως για το θέατρο και αυτό το μυθιστόρημα τού επιτρέπει να εξερευνήσει τον θεατρικό κόσμο στο Παρίσι κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την Κατοχή. Ο κεντρικός ήρωάς του, ο θεατρικός σκηνοθέτης Νιλς Ράσμουσεν, «ένας γίγαντας με παιδικό βλέμμα», ο οποίος συμμετέχει στην Αντίσταση στη Δανία, ως ένας από τους πιο τολμηρούς σαμποτέρ, λαμβάνει την ημέρα της συνθηκολόγησης των Γερμανών μια επιστολή που του λέει ότι ο φίλος και πρώην συνεργάτης του, θεατρικός συγγραφέας Ζαν – Φρανσουά Κανονιέ, παραπέμπεται σε 48 ώρες ως δωσίλογος με κίνδυνο να καταδικαστεί στην εσχάτη των ποινών. Είναι η 5η Μαΐου 1945, όταν ο Ράσμουσεν, ενώ ετοιμάζεται στην Κοπεγχάγη να  προβεί σε μια σοβαρή επιχείρηση ανατίναξης γερμανικού πλοίου, ρισκάροντας για μια ακόμη φορά τη ζωή του, πληροφορείται το τέλος του πολέμου. Επιστρέφει στο σπίτι, βρίσκει την επιστολή, παρατάει την ετοιμόγεννη γυναίκα του, επίσης αντιστασιακή, και ξεκινά ένα περιπετειώδες ταξίδι.  Καθώς επιστρέφει στο Παρίσι που από τη μια πανηγυρίζει την απελευθέρωση και από την άλλη επιδίδεται σε ένα κυνήγι εναντίον των συνεργατών του εχθρού, εκείνος προσπαθεί να καταλάβει τι έχει συμβεί κατά τα χρόνια του πολέμου στην αγαπημένη του πόλη. Παίρνει τη θέση ενός ξένου παρατηρητή των διαδικασιών μιας πολυσύνθετης κάθαρσης, με οδυνηρές αλήθειες και επικίνδυνες υπερβολές.

Στην προσπάθειά του να μάθει τι ακριβώς έκανε ο φίλος του και τι τον οδήγησε να συνεργαστεί με τους ναζί, ο κεντρικός ήρωας διεισδύει στον χώρο του θεάματος και βλέπει να κλονίζονται πολλές βεβαιότητες σχετικά με τον ηρωισμό και την αντίσταση. Ο Αλεξί Ραγκουνιό σκιαγραφεί μια ζοφερή πραγματικότητα στο μετακατοχικό Παρίσι, το διχασμένο ανάμεσα στο  «ήταν ένας από εμάς» και στο «ήταν ένας από αυτούς». Οπαδοί του Βισύ και αμετανόητοι συνεργάτες των ναζί συγκρούονται με τους αντιστασιακούς, γκωλιστές στρέφονται εναντίον κομμουνιστών, κομμουνιστές εναντίον οπαδών του Βισύ, οπαδοί του Βισύ εναντίον γκωλικών. Οι Γάλλοι «έχουν επιδοθεί στην αλληλοσφαγή». Στους δρόμους πανηγυρίζουν οι αντιστασιακοί και την ίδια στιγμή  λιντσάρονται προδότες, ενώ άνθρωποι που επιστρέφουν από καταναγκαστικά έργα στη Γερμανία αγωνιούν για το τι υποδοχή τούς επιφυλάσσουν, εκείνων που είχαν δουλέψει για τον εχθρό έστω και άθελά τους. Δωσίλογοι παραπέμπονται σε δίκες, αλλά δεν έχουν πάντα την ίδια τύχη και οι μεγάλοι ένοχοι, όπως επιχειρηματίες και βιομήχανοι που στήριξαν την πολεμική μηχανή του Ράιχ.

Λάδι στη φωτιά της πόλωσης ρίχνουν εκείνοι που με ευκολία κινήθηκαν «κατά μήκος του εύθραυστου συνόρου, πότε από τη μια πλευρά, πότε από την άλλη» και την κατάλληλη στιγμή φρόντισαν να συνδέσουν το όνομά τους με την Αντίσταση. «Στη Γαλλία, όπως και αλλού άλλωστε, όσοι έχουν για τα καλά λερωμένη τη φωλιά τους, κάνουν ό,τι μπορούν για να θολώσουν τα πράγματα. Δωσίλογοι κατασκευάζουν ένα ένδοξο αντιστασιακό παρελθόν».  Ή «Άλλοι, που σε όλη τη διάρκεια του πολέμου είχαν μείνει εντελώς άπρακτοι, κάνουν όψιμα την εμφάνισή τους και αντισταθμίζουν την τετραετή τους παθητικότητα μετατρεπόμενοι σε απηνείς διώκτες».

Είναι αλήθεια, γράφει ο Ραγκουνιό, ότι «η Κατοχή έφερε όλους τους ανθρώπους μπροστά σε ένα όριο. Κάποιοι συμπεριφέρθηκαν σαν ήρωες. Άλλοι εισέδυσαν στη σκοτεινή πλευρά». Αυτό το όριο οφείλουν να ξεδιαλύνουν τα «ειδικά δικαστήρια» που συγκροτήθηκαν για να δικάσουν «τάχιστα και αυστηρά» τα περιστατικά δωσιλογισμού, αλλά και οι επιτροπές «κάθαρσης» που έστησαν επαγγελματικές οργανώσεις, όπως του θεάτρου και των λογοτεχνών, για το «μεγάλο ξεκαθάρισμα», για «να ενταφιάσουν το πλήθος των συνεργασιών με τον εχθρό κάτω από μια χιονοστιβάδα από καταδίκες». Παρακολουθώντας τον Νιλς να ψάχνει αρχεία και φακέλους, δωσιλογικά και αντισημιτικά έντυπα που κυκλοφορούσαν στην Κατοχή, όπως το L΄ Appel που φιλοξενούσε κείμενα του Σελίν και το Je suis partout που έγραφε ο Μπραζιγιάκ,  ή να συναντά παλιούς φίλους και συνεργάτες, μαθαίνουμε για τον αμφιλεγόμενο ρόλο που έπαιξαν οι επιτροπές κάθαρσης στην επιβολή πειθαρχικών ποινών ή στην παράδοση στη Δικαιοσύνη των σοβαρότερων περιπτώσεων. Στις επιτροπές, διαπιστώνει, είχαν παρεισφρήσει και πρώην συνεργάτες των ναζί ή παθητικοί αποδέκτες,  οι οποίοι έγιναν «αντιστασιακοί» την τελευταία στιγμή ή κατόπιν εορτής, χτίζοντας καριέρες πάνω στην υποκρισία. Αυτοί είναι συνήθως οι πιο αμείλικτοι διώκτες ομοτέχνων τους στους μικρόκοσμους του θεάτρου και των εκδόσεων. «Βρισκόμαστε σε μια εποχή συντεχνιακής εκκαθάρισης λογαριασμών» και σε μια περίοδο που «η ιδιότητα του αντιστασιακού πουλιόταν πανάκριβα στα δικαστήρια, όπως τα ζαμπόν στη μαύρη αγορά».

Στον μυθιστορηματικό χρόνο, έχουν περάσει μόλις τρεις μήνες από τον τουφεκισμό ενός «από τους γραφιάδες» της Κυβέρνησης του Βισύ, του συγγραφέα Ρομπέρ Μπραζιγιάκ. Πολλοί διανοούμενοι, ανάμεσά τους και ο αντιστασιακός Καμύ, υπέγραψαν έκκληση για μετατροπή της ποινής του σε ισόβια, σε αντίθεση με τους Σαρτρ και Μποβουάρ που αρνήθηκαν να υπογράψουν. Μέχρι τις δίκες των Λαβάλ και Πεταίν, δικάζονταν τα «δεύτερα βιολιά», γράφει ο Ραγκουνιό, ο οποίος δεν διστάζει να εντάξει στην πλοκή πολλά μεγάλα ονόματα της τέχνης, των γραμμάτων και του θεάματος, με ξεκάθαρη ή αμφιλεγόμενη στάση απέναντι στις κατοχικές δυνάμεις. Από τον συγγραφέα, φανατικό αντισημίτη Σελίν, τον θεατρικό συγγραφέα Σάσα Γκιτρί, την ηθοποιό, τραγουδίστρια και μοντέλο Αρλετί που τελικά καταδικάστηκε για «οριζόντιο δωσιλογισμό», τον Ζαν Κοκτώ και τον Κλωντέλ που «έφτασε να γράψει ωδή στον γερο-Στρατάρχη» Πεταίν, αρκετά στοιχεία της οποίας χρησιμοποίησε στην ωδή που έγραψε για τον Στρατηγό ντε Γκωλ – «Απ΄ τον ένα στρατιωτικό στον άλλο, πώς να το κάνεις, το λεξιλόγιο ελάχιστα αλλάζει, έστω κι αν σε λένε Πωλ Κλωντέλ», σχολιάζεται δηκτικά. Από  τον Μοντερλάν που «εξύμνησε στα γραπτά του τη ναζιστική αρρενωπότητα», μέχρι τον θεατράνθρωπο Λουί Ζουβέ, στον οποίο αφιερώνεται ένα ολόκληρο κεφάλαιο, διατυπωμένο με λεπτότητα αλλά καθαρή ειρωνεία, αναφορικά με την περιοδεία του κατά την τετραετία 1941-1945 στη Λατινική Αμερική, για να προβάλει τη γαλλική κουλτούρα και να επιστρέψει ως ήρωας.

Όταν το ταξίδι του κεντρικού ήρωα πλησιάζει προς το τέλος του, ο ίδιος αν και βρίσκεται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας και «στο στρατόπεδο των νικητών» αποτιμά και τις δικές του πράξεις ως αντιστασιακός, «θέτοντάς τες σε κάποια συγκριτική κλίμακα». Βλέπει πλέον τα πράγματα με όρους ειρήνης. Για τον Αλεξί Ραγκουνιό, συχνά  η στάση απέναντι στον εχθρό «ήταν ένας αγώνας επιβίωσης» που σχετίζεται με την οικογένεια, την ανέχεια, την πείνα, τον φόβο. Το ερώτημα  «τι θα έκανες εσύ στη θέση μου;», το οποίο παραπέμπει στα ηθικά αδιέξοδα χιλιάδων ανθρώπων στα σκοτεινά χρόνια, έρχεται και επανέρχεται στο κείμενο. «Μερικές φορές είχαμε να επιλέξουμε μόνο μεταξύ του διαβόλου και του υπηρέτη του». Στηλιτεύοντας τις «υπερβολές της κάθαρσης», ο συγγραφέας πιστεύει ότι στην ανοικοδόμηση της ειρήνης «ο φόνος δεν έχει πια θέση, ούτε στα δικαστήρια ούτε στις καρδιές μας», «η Δικαιοσύνη πρέπει επίσης να εξανθρωπιστεί. Το απαιτεί η ειρήνη».

Με φιλευσπλαχνία επιλέγει να υπερασπιστεί ο Νιλς τον παλιό του φίλο στο δικαστήριο μέχρι βέβαια τη συντριπτική ανατροπή των τελευταίων σελίδων, αφήνοντας στον αναγνώστη μια βαθιά ικανοποίηση για τον χειρισμό εκ μέρους του συγγραφέα ενός τόσο αποκρουστικού όσο και λεπτού και σύνθετου ζητήματος, του δωσιλογισμού που απασχόλησε όχι μόνο τη γαλλική κοινωνία αλλά και άλλες, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής. Μεταξύ ιστορίας, μαρτυρίας, έρευνας, μυθοπλασίας και θεατρικής γραφής, το «Νιλς», σε ωραία μετάφραση και κατατοπιστικές σημειώσεις του Μανώλη Πιμπλή, διαβάζεται απνευστί  και  μας προκαλεί την ανάγκη να δούμε που τοποθετούμε τον εαυτό μας ακόμη και σε σύγχρονες καταστάσεις αναμέτρησης με διαχρονικά ζωτικά ερωτήματα.

 

Alexis Ragougneau, Νιλς,μτφρ. Μανώλης Πιμπλής, Στερέωμα

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΓοργώ (της Βίκυς Κατσαρού)
Επόμενο άρθροΕύφορα μέλη ή ένα γράμμα στον Θάνατο (του Δημήτρη Λεοντζάκου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here